ΑΓΙΟΙ ΚΑΙ ΔΑΙΜΟΝΕΣ

 

ΑΓΙΟΙ ΚΑΙ ΔΑΙΜΟΝΕΣ

Εις ταν Πόλιν


Εξώφυλλο Οπισθόφυλλο

Έκδοση Α’

Layout 1

 Έκδοση Β’

ΑΓΙΟΙ

 

agioi_kai_daimones-2

 

 

ΑΓΙΟΙ ΚΑΙ ΔΑΙΜΟΝΕΣ Οπισθόφυλλο

 

OPOSTHOFILLO

Πότε σαν ζωηρόχρωμη ζωγραφιά και πότε ιστορώντας τη σκληρή πραγματικότητα ο  Τζανής Κομνάς, με κύριο συνοδοιπόρο τον εκπληκτικής ομορφιάς, άσωτο, μαγικό, γενναιόδωρο, ανυπότακτο, άγιο και δαίμονα Ανθία, πορεύεται στην Κωνσταντινούπολη του 1808-1831.

Στο υφαντό της μυθοπλασίας περιπλέκονται το άρωμα «Κυνηγός του Ανέμου», που ξετρελαίνει τις χανούμισσες και τις αρχόντισσες, έρωτες και περιπετειώδεις διαδρομές με αναπάντεχη εξέλιξη, αποσιωπημένες αλήθειες, ερωμένες πατριαρχών, η επανάσταση του 1821 δοσμένη από το κέντρο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, οι Ευρωπαίοι πρέσβεις που πουλάνε γυναικόπαιδα στους Τούρκους, οι «μακελεμένοι» Oσμανλήδες που κυκλοφορούν για να εξαγριώνονται οι μουσουλμάνοι, οι σφαγές των χριστιανών της Κωνσταντινούπολης και της Χίου από τους αποθηριωμένους Οθωμανούς, ο Πόντος, το Δραγατσάνι, η Τρίπολη, το Ναύπλιο, η Αλεξάνδρεια, το Μανιάκι.

Κι ακόμη: χαρέμια, φτώχεια, μεγιστάνες, σμήνη πλανόδιων πωλητών, παπάδες τσαρλατάνοι, συμμορίες των δρόμων, συντεχνίες ζητιάνων, κρυπτοχριστιανοί, πολύβουα και λαμπερά παζάρια, τεράστια καπηλειά στις εισόδους των οποίων στέκονται ομοφυλόφιλα αγόρια και χαμάληδες να μεταφέρουν με κοφίνια τους μεθυσμένους, σκλαβοπάζαρα, βασανιστήρια, το μπουντρούμι κι η αστυνομία του πατριαρχείου, αγιάσματα, η Μεγάλη του Γένους Σχολή, ερωτικά ξόρκια, οδαλίσκες, μαύροι και λευκοί ευνούχοι στο παλάτι του σουλτάνου, οι φανταχτερές νύχτες του Ραμαζανιού, χοροεσπερίδες, πανηγύρια των Ρωμιών, ναυτικές περιπέτειες και πόσα άλλα.

Κι όλα υπό τη σκιά του πόθου, του φόβου και του όχλου και μέσα από το ήμερο και το άγριο, την ομορφιά και την ασχήμια, το καλό και το κακό, που μπορεί να ενυπάρχουν στον ίδιο άνθρωπο και να τον μεταμορφώνουν ανάλογα με τις συνθήκες και τις καταστάσεις που καλείται ν’ αντιμετωπίσει σε άγιο, δαίμονα, άγιο και δαίμονα.

Άγιοι και Δαίμονες – Βίντεο


Ο συγγραφέας μιλάει για το ΑΓΙΟΙ ΚΑΙ ΔΑΙΜΟΝΕΣ

 

 

Φωτογραφίες: Πόλη

 

 

ΑΓΙΟΙ ΚΑΙ ΔΑΙΜΟΝΕΣ

agioi_kai_daimones_apospasma

http://www.kalpouzos.gr/apospasmata/agioi_kai_daimones_apospasma.pdf

 

Άγιοι και Δαίμονες – Τραγούδια


Πολίτικα Τραγούδια

Όθεν αρχινίσω, Καίτη Μακρή
Το φιλέρημο τρυγόνι(Ξανθίππη Καραθανάση)    17 th Century Ottoman Music by Dimitri Kandemiroglu 1673 Hüseyni Semâ    Andonis Dalgas Matia mou (1927)    Hicaz Karşılama D Türkan S Sinopoulos    Katerina Tsiridou Ehe geia Panagia    Αντωνης Νταλγκας Αμανες καληνυχτας    ΑΝΤΩΝΗΣ ΝΤΑΛΓΚΑΣ ΑΠΟ ΛΙΓΟ ΛΙΓΟ (1928)    Αντώνης Νταλγκάς Η Πόλη και ο Βόσπορος 1931    Γλυκερία Από ξένο τόπο    Έρχομαι κι εσύ κοιμάσαι    ΘΑ ΣΠΑΣΩ ΚΟΥΠΕΣ, 1928, Μ ΠΑΠΑΓΚΙΚΑ    ΣΤΗΝ ΠΑΛΑΜΗ 3    Κωνσταντινούπολη Βόσπορος   ΜΙΝΟΡΕ ΜΑΝΕΣ, ΣΜΥΡΝΗ 1909, Γ ΤΣΑΝΑΚΑΣ   Ρίτα Αμπατζή RITA ABADZI GAZELI NEVA SABAH (Hour of Death)    ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΣΕ ΜΕΛΩΔΙΑ ΨΑΛΜΩΔΙΑΣ ΧΑΙΡΟΙΣ ΑΣΚΗΤΙΚΩΝ

Άγιοι και Δαίμονες – Κριτικές


Απόψεις αναγνωστών

Κύριε Καλπούζο, καλησπέρα! Διαβάζω το βιβλίο σας «Άγιοι και δαίμονες» εδώ και πολλές μέρες. Είναι έκπληξη τέτοιος κόσμος, τέτοιο σύμπαν, τόσο ζωντανά πλάσματα και ζωή ζωντανή μέσα στις σελίδες του! Θαυμάσια δουλειά! Παρά το ότι δεν το έχω ακόμα τελειώσει-είμαι στα Θεοφάνεια όπου ο ήρωας έπιασε μαζί με τον Ανθία το σταυρό- ένιωσα την ανάγκη να σας συγχαρώ. Το καλό και το σημαντικό πρέπει να λέγονται, πολύ περισσότερο αυτούς τους καιρούς της ατέρμονης γκρίνιας. Και πάλι μπράβο σας. Να είστε καλά και να χαίρεστε.

Μάρω Βαμβουνάκη

Γιάννης Καλπούζος, η μέθη της λογοτεχνίας από το κρασί της συγγραφής του… Η αίσθηση πως η κουλτούρα της χώρας καλά κρατεί…Πως ο πολιτισμός συνεχίζει να γεννά τρανούς δημιουργούς…Πως τούτο το νέο αστέρι θα φωτίζει τις σκεπασμένες από ομίχλη μέρες μας… Πως μπορούμε και μετά τους μεταπολεμικούς μας πεζογράφους να μελετούμε έργα εμπνευσμένα που αναδύονται καθάρια μέσα από τους σκουπιδότοπους μιας μαζικής παραγωγής ρυπογόνων βιβλίων…Πως, εντέλει, μπορούμε ακόμη να ανασαίνουμε τη μοσχοβολιά ενός “Ιμαρέτ” και να ελπίζουμε στην αθανασία της ΤΕΧΝΗΣ… Και φυσικά να διδάσκουμε στους μαθητές μας πως η ιστορία της λογοτεχνίας δεν τελειώνει στον μεγάλο Καζαντζάκη, αλλά συνεχίζεται στον υπέροχο Γιάννη Καλπούζο…..

ΑΝΕΣΤΗΣ ΑΚΡΙΤΙΔΗΣ

Μαγικό!!!!!!!!!!! διαφορετικό από το Ιμαρέτ, εντελώς διαφορετική η γεύση που αφήνει. ψυχολογικό προφίλ αυτού του λαού που λέγεται “έλληνες” και που έχεις δίκιο με μια λέξη “Άγιοι Δαίμονες”
Πως μπορείς να περιγράφεις τόσο σκληρές εικόνες και ταυτόχρονα να καταφέρνεις να μην γεννάς ίχνος μίσους στον αναγνώστη; Κατερίνα Αντωνίου FB

Τασος Παπαναστασιου

Σ’ ευχαριστώ για το υπέροχο ταξίδι!!!!!!!!!!! Πως να εκφράσω τον θαυμασμό μου για τη μυθοπλασία, τη χρήση της γλώσσας, τις αμέτρητες πληροφορίες, τη βαθειά, οξυδερκή ματιά στην ιστορία, το συναρπαστικό ρυθμό, τις ολοζώντανες εικόνες……… Υποκλίνομαι και πάλι Σ’ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ!!!!!!!!!!!!!!

Theodora Kay

Θα ήθελα να πω -Διάβασα- το ΑΓΙΟΙ ΔΑΙΜΟΝΕΣ αλλά θα πω καλύτερα πως το Ε-Ζ-Η-Σ-Α!!!!!!!!!!! πραγματικά Γιάννη οι περιγραφές σου είναι τόσο ζωντανές που ένιωσα σα να ήμουν κι εγώ εκεί σε μια γωνιά, μάρτυρας των γεγονότων…είσαι μέγας μυθοπλάστης, όλων των ειδών τα συναισθήματα άφησαν μέσα μου τις αποχρώσεις τους σε βαθμίδες αλληλοσυγκρουόμενες!!! Όλα τα ‘χεις βάλει μέσα, αγωνία, έκπληξη, πόνο, οργή, ανακούφιση, ικανοποίηση…μερικά απ’ όσα μου έρχονται στο νου…περιττό να σου πω το διάβασα σε χρόνο ρεκόρ γιατί θέλω επίσης να είμαι από τους πρώτους που θα διαβάσω το καινούριο σου!!! Ανυπομονώ!!! Θεοδώρα

Μόλις ολοκλήρωσα τους ” Άγιους Δαίμονες” και έχω μείνει με το στόμα ανοικτό ! Απλώς υπέροχο και ότι καλύτερο έχω διαβάσει από Ελληνική γραφίδα τα τελευταία χρόνια!

Panos Zervas

Γιάννη, το βιβλίο είναι υπέροχο. Δεν μπορώ να φανταστώ τι καλύτερο μπορώ να περιμένω πια από σένα. Προβλέπω να σαρώσει όλα τα βραβεία.
Να είσαι πάντα καλά και να μας ταξιδεύεις

Αργυρώ Μαργαρίτη

εκπληκτική δουλειά οι Άγιοι Δαίμονες !!! Τώρα το διαβάζει η μητέρα μου που μεγάλωσε με πρόσφυγες της Πόλης και συγκινείται με τους διαλόγους που της ζωντανεύουν λέει μια ολόκληρη εποχή!

Αθήνα, 17 /6/2011
Αγόρασα αρχικά το βιβλίο σας ΑΓΙΟΙ ΔΑΙΜΟΝΕΣ ανυποψίαστη για τα τόσα συναισθήματα που θα μου προκαλούσε το διάβασα μονορούφι!! Συνέχισα με το ΙΜΑΡΕΤ και συγκλονίστηκα.
Αισθάνομαι την ανάγκη να σας ευχαριστήσω και να ευχηθώ να σας έχει ο Θεός καλά για να συνεχίσετε να γράφετε τόσο ατμοσφαιρικά βιβλία.
Η γλώσσα συναρπαστική, οι ιστορίες σας βαθιά ανθρώπινες, με άγγιξαν και με συγκίνησαν, με ταξίδεψαν στη χαμένη πατρίδα του παππού και της γιαγιάς μου που ήρθαν το 1922 από τη Σμύρνη…. Είναι δε ολοφάνερο ότι έχετε δουλέψει σκληρά για να συγκεντρώσετε όλα αυτά τα στοιχεία.
Ένα ΜΕΓΑΛΟ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ για τη συγκίνηση που μου προσφέρατε.

Αννίτα Βιέρρου

Γιάννη καλό σου απόγευμα. Τέλειωσα σήμερα τα χαράματα το ”Αγιοι δαίμονες”… Τα χαράματα που γράφω έχουν σημασία. Είχαν μείνει 50 σελίδες και δεν μπορούσα να ησυχάσω…Στριφογύριζα άϋπνη για ώρα, ώσπου αποφάσισα πως δεν είχε κανένα νόημα να βασανίζομαι….

Λοιπόν τελείως διαφορετικό από το Ιμαρέτ και απλά καταπληκτικό. Τα λόγια δεν αρκούν. Σε θαυμάζω ειλικρινά. Πρέπει να το πάλεψες πολύ μέσα σου αυτό το βιβλίο…Στερούμενο κατ’ ουσία από ένα και μόνο συγκλονιστικό πάθος δύο ηρώων, όπως το Ιμαρέτ… σε συγκλονίζει το ίδιο με τις αλήθειες που βιώνουν οι ήρωές του. Συγκλονίστηκα από τα όνειρα και τις ελπίδες τους που αργούσαν ή που δεν ήρθαν ποτέ, από το θάνατο που έκοβε ξαφνικά τη ζωή απότομα χωρίς να τη δικαιώνει, από την απογοήτευση, από τη λύτρωση που αργεί και τελικά δεν έρχεται ποτέ. Προσωπικά μεταφέρθηκα στην εποχή που περιγράφει. Ενοιωσα να περικυκλώνομαι από ανθρώπους που φορούσαν τουρμπάνια στα κεφάλια και σαλβάρια, από φερετζέδες και αραχνούφαντες μαντήλες…μέχρι στο τέλος φουστανέλες και τσαρούχια. Την ιστορία ούτως ή άλλως λάθος μας την έχουν διδάξει. Ισως να είμαστε και η μοναδική χώρα στο κόσμο που ξέρει την ιστορία της τελείως διαφορετικά από όλους τους άλλους λαούς. Το βιβλίο σου είναι μια ιστορική περιήγηση και εκεί που νομίζεις πως ζεις μέσα στη μυθοπλασία των ηρώων σου, ξαφνικά έρχονται τα γεγονότα και σε μεταφέρουν στην πραγματικότητα της εποχής. Σε ξαφνιάζουν οι αλήθειες που τις λες ωμές και αφτιασίδωτες….

Εγώ αναγνώστρια είμαι, αλλά ψαγμένη και το λέω χωρίς ίχνος μετριοφροσύνης. Διαβάζω πολύ ιστορία, χρόνια τώρα… Έτσι μπορώ απερίφραστα να σου πω, πως ο 19ος αιώνας που περιγράφεις στη Πόλη κι όχι μόνο, τα στοιχεία που αναφέρεις για την Ελληνική επανάσταση του ’21, το ότι δεν ήταν και τόσο ανιδιοτελείς οι ”αρχηγοί”, οι σφαγές στη πόλη, οι φωτιές… τι να πρωτοπώ… Μια ιστορία ολόκληρη των δυο λαών μαζεμένη και προσαρμοσμένη, στη γλώσσα, στο ύφος, στους ήχους και στις μυρωδιές εκείνης της εποχής.

Αν το Ιμαρέτ με ταξίδεψε τόσο έντονα συναισθηματικά, το Άγιοι δαίμονες με έκανε να σκεφτώ, να προβληματιστώ, να ονειρευτώ και πολλές φορές να θυμώσω. μ’ αυτό το βιβλίο δεν έκλαψα .. Δεν είχα λόγο…Έκλαιγαν οι ήρωες σου για μένα που μετουσίωναν τον πόνο τους σε ελπίδες και όνειρα για μια καλύτερη και πιο περήφανη ζωή… Φρούδες ελπίδες…

Θα το ξαναδιαβάσω και μάλιστα σκέφτομαι σύντομα…Δεν είναι ένα βιβλίο που μόνο με μια ανάγνωση μπορείς να το εμπεδώσεις, όσο λεπτομερειακή κι αν είναι αυτή. Εξεπλάγην από τη γλώσσα που χρησιμοποιείς… μια γλώσσα που εμένα μου μιλάει πολύ… Φαίνεται είναι τα αρχέτυπα που κουβαλώ…

Το βιβλίο μου θύμισε Καζαντζάκη, από άλλη σκοπιά… Θα μείνει σαν ορόσημο στη πορεία σου, που εύχομαι με όλη μου τη καρδιά να είναι μεγάλη…

ΑΝΝΑ ΓΑΛΑΝΟΥ

Εξαιρετικό!!!!Το διάβασα .Ένα αριστούργημα ,που δε θέλεις να τελειώσει ποτέ!!!

Antigoni Mitrogogou

ΣΗΜΕΡΑ ΤΕΛΕΙΩΣΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΣΟΥ . ΔΕΝ ΗΘΕΛΑ ΝΑ ΤΕΛΕΙΩΣΕΙ ΠΙΣΤΕΨΕ ΜΕ . ΜΠΡΑΒΟ ΣΟΥ ΓΙΑ ΤΗ ΚΑΤΑΠΛΗΚΤΙΚΗ ΔΟΥΛΕΙΑ ΠΟΥ ΕΚΑΝΕΣ . ΜΟΝΟ ΚΑΙ ΜΟΝΟ ΤΑ ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΕΚΕΙΝΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΠΩΣ ΤΑ ΕΝΣΩΜΑΤΩΣΕΣ ΑΞΙΖΟΥΝ ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΜΠΡΑΒΟ.

Georgia Roidou

Αποφάσισα να σας γράψω λίγα λόγια πρωτίστως για να εκφράσω ειλικρινείς ευχαριστίες. Διαβάζω τους Άγιους (και) Δαίμονες και είμαι πραγματικά ενθουσιασμένη. Βρίσκομαι στο ενδέκατο κεφάλαιο και παρακαλώ να μην τελειώσει ποτέ η «διαδρομή» σ’ αυτό το βιβλίο. Πάνε αρκετά χρόνια από τότε που για τελευταία φορά έπεσε στα χέρια μου πεζό κείμενο που να μπόρεσε να με «παραδώσει» ολοκληρωτικά στην ανάγνωση και κατ’ επέκταση στον εαυτό μου. Το «προνόμιο» αυτό, ανήκε μέχρι πολύ πρόσφατα στην ποίηση.
Αγάπησα ιδιαίτερα την γλώσσα που χρησιμοποιήσατε, που δεν την αλλάξατε, την κρατήσατε αυτούσια να (μετα)φέρει χρώματα και μυρωδιές ανατολής. Διαβάζω το βιβλίο σας, κυρίως τις μέρες που βρίσκομαι ανά βδομάδα στην Κομοτηνή για τις ανάγκες ενός μεταπτυχιακού, κυρίως πάνω στο τραίνο αλλά και σε όποια άλλη στιγμή -κατά την παραμονή μου εκεί- μου δίνεται η ευκαιρία. (Πάντα αυτές οι «ακαδημαϊκές» μέρες είναι οι πιο «ελεύθερες», οι πιο προσφερόμενες να κάνει κανείς όσα αγαπά..) Εκεί λοιπόν, στη Θράκη, όπου οι συνύπαρξη των δύο πολιτισμών, όπως τους περιγράφετε στο βιβλίο σας, δεν είναι απλά μια «ιδέα» αλλά η ίδια η πραγματικότητα, μπόρεσα να νοιώσω το όμορφο μήνυμα που ευελπιστείτε να διαπεράσει κάθε αναγνώστη διατρέχοντας τις σελίδες που γράψατε. Μέσα απ’ αυτές τις σελίδες, ένοιωσα να επιστρέφω σ’ έναν εαυτό, που για κάποια χρόνια, ίσως, είχα (ξε)χάσει.. Μου «επιστράφηκε» μέσα απ’ αυτή τη διαδικασία μια μόνωση, μια ηρεμία, ο ίδιος ο εαυτός μου θα έλεγα. Θυμήθηκα πώς είναι να υπάρχεις και να «υπάρχεις». Σας τα γράφω έτσι μπερδεμένα, γιατί έτσι μπερδεμένα –αναπόφευκτα, μέσα από βαθιά συγκίνηση- τα νοιώθω κι εγώ, τα όσα τελευταίως και με αφορμή το πολύ όμορφο αυτό βιβλίο μου συνέβησαν. Έμαθα ακόμη, να μην ζηλεύω -τόσο πολύ- τους «μεγάλους» έρωτες, αλλά να προσμένω με τη σιγουριά που η ίδια ζωή χαρίζει στα νεαρά πλάσματά της, πως κάποια μέρα θα με «συναντήσουν» και θα κρατήσουν για χρόνια πολλά –πως αλλιώς, αφού «μεγάλοι». Επίσης έμαθα –ελπίζω- να αποφεύγω όσους (έρωτες) σαν πεταλουδίτσα θα σ’ έχουν να γυρίζεις γύρω από τη φλόγα, τη φωτιά τους, αλλά τις περισσότερες φορές θα σε κάνουν να καείς.
Συνεχίζω το όμορφο αυτό ταξίδι, μέσα απ’ τις σελίδες που μου απομένουν –ευτυχώς είναι αρκετές- και ως εκ τούτου σας απευθύνω ένα ακόμα ευχαριστώ.

Γεωργία

αγιοι δαίμονες…άξιζε ο χρόνος αναμονής. το διάβασα και ταξίδεψα στη βασίλισσα των πόλεων. πλούσιο σε ιστορικά στοιχεία, πανανθρώπινες αξίες, ομορφιές, αγάπες, πάθη…σαν μικρός θεός ο συγγραφέας έπλασε ένα αγιοδαιμονοποιημένο κόσμο. είμαι σίγουρη ότι θα αγαπηθεί όσο και το Ιμαρέτ.

Angeliki Sakellaropoulou

Υπέροχο βιβλίο και καταπληκτική γλώσσα γραφής, ευχαριστούμε πάρα πολύ γι’ αυτή την κατάδυση στις τόσο προσωπικές, ανθρώπινες, καθημερινές στιγμές των ηρώων του βιβλίου αλλά και στα τόσα ιστορικά στοιχεία που μαθαίνουμε από αυτή την περιπλάνηση. Το βιβλίο αποτελεί σίγουρα αφορμή για την αναζήτηση και άλλων πληροφοριών σχετικά με αυτές τις μαγευτικά χρονικά στην ιστορία.

ΑΝΑΓΝΩΣΤΡΙΑ ΜΠΛΟΝΓΚ

Άγιοι και δαίμονες

Για δυο περίπου βδομάδες μου κράτησε συντροφιά το βιβλίο του Γιάννη Καλπούζου “Άγιοι και δαίμονες” με υπότιτλο “Εις ταν Πόλιν” (Μεταίχμιο, 2011). Σαν έκλεισα την 741η τελευταία σελίδα, έμεινα για ώρα πολλή να αναλογίζομαι όλη εκείνη τη μακρινή εποχή, την Πόλη, τις γειτονιές, τους δρόμους και τους καφενέδες της, τις ευτυχισμένες στιγμές αλλά και τη φρίκη των αποκεφαλισμών. Τα χαρέμια, την πανούκλα και τις πυρκαγιές, τη Φιλική Εταιρεία, τους έρωτες και τις προδοσίες. Ένιωθα μια θλίψη αποχωρισμού, καθώς είχα ζήσει μέρες και νύχτες με τους ήρωες του Καλπούζου, πεθαμένους εδώ και χρόνια, που η τέχνη του συγγραφέα τους ξανάφερε στη ζωή και τώρα, με το τέλος του βιβλίου, ξαναγύριζαν στην ανυπαρξία..
Λίγο-πολύ βέβαια αυτό συμβαίνει με κάθε βιβλίο. Όμως, δεν ξέρω γιατί, αυτή τη φορά τα συναισθήματα ήταν πολύ πιο έντονα. Ίσως γιατί ήταν τόσο ζωντανή, τόσο λεπτομερειακή, τόσο πειστική η αναπαράσταση της ζωής των αρχών του 19ου αι., που οι ήρωες του βιβλίου έπαψαν να είναι μυθιστορηματικά πρόσωπα, δημιουργήματα της μυθοπλαστικής φαντασίας, πήραν σάρκα και οστά, έγιναν γνωστοί και οικείοι και με πήραν μαζί τους στις περιπέτειες του βίου τους.
Είναι αδύνατο να προσπαθήσει κανείς να αποδώσει το περιεχόμενο του βιβλίου χωρίς να το αδικήσει. Θα περιοριστώ λοιπόν σε μια πολύ γενική θεώρηση και θα σταθώ σε κάποιες σκηνές που χαράχτηκαν ανεξίτηλα μέσα μου. (Κι όμως κι αυτό το έργο αποδεικνύεται δυσχερές, όταν προσπαθώ να αναλογιστώ ποιες από τις σκηνές αυτές να αναφέρω).
Η χρονική περίοδος που καλύπτει το έργο είναι 1808-1832. Με δυο βασικούς κεντρικούς χαρακτήρες, τον Τζανή, που είναι και ο κύριος αφηγητής, ενώ παράλληλα ακούγονται και άλλες φωνές, και τον Ανθία, παιδιά της Πόλης, φίλους από τα παιδικά τους χρόνια, που άλλοτε συναντιούνται και άλλοτε χωρίζονται στις περιπέτειές τους, και με πλήθος άλλα πρόσωπα που τους περιστοιχίζουν, Έλληνες και Τούρκους, Εβραίους κι Αρμένηδες, άλλοτε πρόσωπα φανταστικά κι άλλοτε ιστορικά, μεταφερόμαστε στη μακρινή εκείνη εποχή. Ζούμε τη φοβερή επιδημία της πανούκλας, ταξιδεύουμε και ναυαγούμε στη Μαύρη Θάλασσα, συναντάμε κρυπτοχριστιανούς στον Πόντο, γνωρίζουμε τη ζωή στη φυλακή αλλά και στο χαρέμι, μυούμαστε στη Φιλική Εταιρεία και παρακολουθούμε τον ηρωικό θάνατο του Παπαφλέσσα στο Μανιάκι. Πολλές είναι οι συγκλονιστικές σκηνές του βιβλίου, τα κομμένα κεφάλια και το αίμα πλημμυρίζουν τις σελίδες του. Ταυτόχρονα όμως και σκηνές ερωτικές και επεισόδια όπου η πονηριά κι η επινοητικότητα, ιδίως του πανέμορφου Ανθία, προκαλούν ένα χαμόγελο.
Μια από τις πιο δυνατές σκηνές του βιβλίου περιγράφεται στις σελίδες 97-101. Ο Λεωνής, αδερφός του Τζανή, συλλαμβάνεται γιατί διατηρεί σχέσεις με την αγαπημένη του, την οποία είχε αρπάξει ο πασάς. Ετοιμάζεται η δημόσια εκτέλεσή του. Γονατιστός περιμένει το χαντζάρι να πέσει στο λαιμό του, ενώ ο καδής ρωτάει: “Δέχεσαι να γίνεις μουσουλμάνος;”, πράγμα βέβαια που θα του έσωζε τη ζωή. Η αγωνία κρατάει την αγαπημένη του που παρακολουθεί, τους οικείους του, που γι΄αυτούς είτε ο θάνατος είτε το να αλλαξοπιστήσει ήταν το ίδιο, αλλά η αγωνία διακατέχει κι εμάς τους αναγνώστες. Δεν θα πω τι έγινε. Όταν όμως τέλειωσα το διάβασμα της σκηνής, έκλεισα το βιβλίο, δεν μπορούσα να συνεχίσω, ήθελα κάποιο χρόνο να συνέλθω.
Εξίσου δυνατή σκηνή είναι ο απαγχονισμός του Πατριάρχη Γρηγορίου Ε΄ τον Απρίλη του 1821 (σ. 542-548).Έχω επισκεφθεί την Πόλη, έχω δει την κλειστή από τότε Πύλη στην οποία τον κρέμασαν, κι έτσι μπορούσα με τη φαντασία μου να αναπαραστήσω στιγμή με στιγμή το θλιβερό τέλος, όπως μας το αφηγείται ο Καλπούζος.

Η σκηνή του “σταυρώματος” του Τζανή, όταν οι γενίτσαροι τον καρφώνουν σ’ έναν πλάτανο (συνήθης απ’ ότι φαίνεται και από άλλα σημεία τρόπος βασανισμού), με τίποτα δεν μπορεί να σβηστεί από τη μνήμη. Τις σφαγές της Χίου το 1822 τις προσπερνάμε με λίγες γραμμές στην Ιστορία. Εδώ τις ζούμε σαν να ήμαστε εεκί, για μέρες ακούμε τις κραυγές τρόμου, βλέπουμε τις λεηλασίες, τους βιασμούς, τα πτώματα που κείτονται άταφα. “Αλλά όσα και να ιστορήσω δεν φτάνουν για να ειπωθούν τα βάσανα του κόσμου”, ομολογεί ο συγγραφέας ενώ κάνει το θλιβερό απολογισμό: “Είκοσι πέντε με τριάντα κάτοικοι του νησιού σφαγιάστηκαν, κοντά στις πενήντα χιλιάδες πουλήθηκαν σκλάβοι”.
Ανατριχιάζεις, κλείνεις τα μάτια, σαν να μη θέλεις να δεις παρακάτω, όταν περιγράφεται το γδάρσιμο ζωντανού ανθρώπου, μια σκηνή που μου θύμισε μια ανάλογη του Χαρούκι Μουρακάμι στο “Κουρδιστό πουλί”.
Τραγούδια της εποχής, παροιμίες με συμπυκνωμένη τη λαϊκή σοφία, σκέψεις γύρω από τη ζωή και το θάνατο δεν λείπουν από το βιβλίο, ούτε η αγάπη για τον τόπο και η εξύμνηση της ομορφιάς του. “Όποιος δεν έχει διαβεί τούτο το στενό να μην ειπεί πως ξεύρει τι σημαίνει ομορφιά του τόπου”, λέει για το Βόσπορο.

Αλλά, πιστεύω, η σημαντικότερη ιδιαιτερότητα του βιβλίου είναι η γλώσσα του. Με αληθοφάνεια προσεγγίζει τη γλώσσα της εποχής “που έρχεται σαν μυρωδιά από μένα’, λέει ο αφηγητής Τζανής. Πλήθος οι λέξεις και φράσεις που χρήζουν ερμηνείας για το σύγχρονο αναγνώστη, που ευκολύνεται όμως με την εξήγησή τους στο κάτω μέρος της σελίδας. Μεγάλη ήταν η έκπληξή μου διαπιστώνοντας την ομοιότητα με το κυπριακό ιδίωμα, σε σημείο που για πλήθος λέξεις δεν χρειαζόμουν γλωσσάριο: Περίτου (=περισσότερο), που (=από), συντυχά(ι)νω (=κουβεντιάζω), λαλώ (=μιλώ), άτζαπα (=άραγε), (μ)πιλέ (=ούτε), αμά (=αλλά), κουμάρι (=χαρτοπαίγνιο) και δεκάδες άλλες είναι όχι μόνο κατανοητές αλλά και εν χρήσει τουλάχιστον από τους παλαιότερους Κυπρίους.
“Άγιοι και δαίμονες” λοιπόν, με το “και” να γράφεται αχνά στο εξώφυλλο του βιβλίου, έτσι που, κατά τον ίδιο τον συγγραφέα, να διαβάζεται και ως “Άγιοι δαίμονες”. Η σύνθεση των αντιθέτων μέσα στον ίδιο λαό, ακόμα και μέσα στο ίδιο άτομο. Καλοσύνη και κακία, ομορφιά και σκήμια, πατριωτισμός και προδοσία, έρωτας και μίσος… Ένα εξαιρετικό μυθιστόρημα.
Αναρτήθηκε από anagnostria

Christina Alexiou

δεν υπαρχει τετοιο βιβλιο.. ο τζανης?αντρας σπανιος… ο ανθιας? ναι αγιος και δαιμονας… ο μποκρουζε? ετη φωτος μπροστα και “δασκαλος”…καθε σελιδα εκτος απο ιστορια εχει τοση ψυχη που σε μουδιαζει..κατα ποσο ειναι μυθιστορημα και κατα ποσο αληθινες μαρτυριες? ενιωσα οτι εγραφε οντως ο Τζανης.. η δε γλωσσα που ειναι γραμμενο, σου τραγουδαει..οικεια και ζεστη..ενα μεγαλο ευχαριστω για τις στιγμες που εζησα διαβαζοντας το.. ενα βιβλιο που πρεπει να διαβασουν ολες οι φυλες με τα ματια της ψυχης….

Infada Spain

Άγιοι…Δαίμονες…πώς να ξεχωρίσει κανείς;;…ίσως να μην υπάρχει και λόγος βέβαια να διακρίνουνε τη διαφορά…
μαγική αφήγηση που σε ταξιδεύει στην Πόλη!!!Να ευχαριστήσουμε γι’αυτό τον κ. Καλπούζο ή μήπως…τον Τζανή, που θα μας λείψει πολύ;;;
Υπέροχο…απλά υπέροχο!!!!!

Katerina Savvinidou

Η Ιστορία ήταν το χειρότερό μου μάθημα στο σχολείο…Αυτό το ταξίδι όμως πίσω στον χρόνο είναι μαγικό και κινηματογραφικό. Διαβάζοντας έχω τις εικόνες, τα συναισθήματα μέχρι και τις μυρωδιές της Πόλης μπροστά μου. Αυτή είναι η ευκαιρία μου να μάθω για τους προγόνους μου που σίγουρα υπήρξαν και σ’ αυτήν την πόλη. Τόσο ευχάριστα και τόσο εύκολα. Ευχαριστώ για τον κόπο σας να μου τους γνωρίσετε. Για όσα πραγματικά θέλουμε όλοι να πούμε και σπάνια τολμούμε. Για το ταξίδι…Ευχαριστώ που όσα βιώνω διαβάζοντας θα με συντροφεύουν όσο μου μένει νους.

Αρχή φόρμας

Ifigenia Xanthopoulou

κύριε Καλπούζο ονομάζομαι Ιφιγένεια Ξανθοπούλου και είμαι φοιτήτρια Νομικής στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Θα ήθελα να εκφράζω το θαυμασμό μου για το έργο σας, τόσο σε πεζογραφία όσο και σε ποίηση! Ξεκίνησα απ’ το Ιμαρέτ, συνέχισα με Αγίους και Δαίμονες και προχώρησα με τα ποιήματά σας! Πραγματικά η γραφή σας είναι εξαιρετική! Εύχομαι από καρδιάς καλή συνέχεια σε ό,τι κάνετε!

Christina Kinatidou Georgopoulou

Ενθουσιάστηκα με το “Ιμαρέτ” μα τούτο εδώ το βιβλίο σε ταξιδεύει με την γλώσσα του, με τους ήρωες τους ρεαλιστικότατα δοσμένους, τα χρώματα, τα αρώματα σε μια Κωνσταντινούπολη που ποτέ δεν θα φανταζόμουν! Ευχαριστώ μέσα από την καρδιά μου!

Kelaidini Paraskeuopoulou

Εντυπωσιάστηκα από το εξώφυλλο και τον τίτλο το συγγραφέα δυστυχώς δεν τον ήξερα, Άρχισα το βιβλίο στις διακοπές μου Δευτέρα πρωί και το τελείωσα Πέμπτη μεσημέρι χάνοντας πολλές βουτιές στο μεταξύ. Είναι υπέροχο σαν να διάβαζα την ιστορία κάποιων συγγενών μου από τα παλιά καθώς οι παππούδες και οι γιαγιάδες μου απο εκεί κατάγονται και τα μέρη και η γλώσσα του βιβλίου ήταν οικεία.

Stavroula Lina Sioki

Moυ αρέσει??? Όχι …. Απλά τρελαίνομαι!!!! Είμαι στη μέση και δε θέλω να τελειώσει!!!

Christoglou Ioannis

Το τελειώνω αυριο…..Συναρπαστικό / Πρόσφατα είχα διαβάσει το Κωνσταντινούπολη του Τζον Φρίλι και μου φαίνονται όλα πιο ευκολονόητα για τις συνθήκες της εποχής….

Anna Chanioti

Βρίσκομαι στην μέση του “ταξιδιού”, το οποίο απολαμβάνω ιδιαίτερα.
Αυτό που ως τώρα έχω κρατήσει, πέρα από την υπέροχη γλώσσα (δεν φανταζόμουν τι σημαίνει το “σιχτιρ”!!!) και την γοητευτική πλοκή, είναι η απεικόνιση της πραγματικότητας εκείνων των ανθρώπων.
Της ανάμειξης φυλών, θρησκειών, εθίμων και γλωσσών που κάνει τον τρόπο που εμείς αντιλαμβανόμαστε ή μαθαίνουμε την ιστορία, να μοιάζει τουλάχιστον αφελής, αν όχι βλακώδης. Αναστήσατε με θαυμαστό τρόπο παρελθόντες χρόνους χωρίς χαριστείτε σε κανέναν.

Vicky Pap Aravani

Στην αρχή , σκέφτηκα : ¨πολλές μαρτυρίες από διαφορετικά πρόσωπα ” με μπέρδευε,… στη συνέχεια, όμως .. μετά τον παραλίγο απαγχονισμό του Λεωνή, μεταφέρθηκα αυτομάτως σε κείνη την εποχή, με συνεπήρε, δεν μπορούσα να το αφήσω από τα χέρια μου…!

Sofia Exarchou

Το καταπληκτικό με αυτό το βιβλίο είναι ότι εκτός από χρώματα, μυρωδιές, κίνηση, εικόνες, έχει και ήχους! Μία συνεχόμενη βοή, ένας αχός ακούγεται σε όλο το ανάγνωσμα του έργου. Πολύβουο και μελωδικό. Προσφέρει συναίσθημα, αλλά και γνώση ! Είναι ένα ιστορικό μυθιστόρημα με βαθιά έρευνα σε γεγονότα και καταστάσεις εκείνης της εποχής.
Το δεύτερο πανέμορφο με αυτό το βιβλίο είναι η γλώσσα του. Πραγματικά απορείς, πώς έχει την ικανότητα ένας άνθρωπος του σήμερα, να γράψει ολόκληρο βιβλίο σε μία άλλη γλώσσα. Να απευθυνθεί στο αναγνωστικό κοινό του 2011, με μια γλώσσα του παρελθόντος, με ιδιώματα και τοπικές διαλέκτους, ακόμη και στην καθαρεύουσα… και να γίνει αντιληπτό και άμεσα κατανοητό!!! Πολύ καλή πλοκή, που σε καθηλώνει από τις πρώτες κιόλας σελίδες.

Μαρια Πετρη

Κωνσταντινουπολη…Βασιλευουσα…Πολη.
Η Πολη ειναι μια, μοναδικη, μαγικη, υπεροχη.Στην Πολη μιας αλλης εποχης με ταξιδεψε το υπεροχο βιβλιο σας. Εζησα τα ιστορικα γεγονοτα μεσα απο τις περιπετειες, τα ηθη, εθιμα, τραγουδια, την καθημερινοτητα των ηρωων. Υπεροχη η γλωσσα.Μαγικη η αφηγηση. Εντονα τα συναισθηματα. Τα θερμα μου συγχαρητηρια. ΣΑΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΠΟΛΥ!!!!

Μιχάλης Χαρίτος

Επιτέλους ένα βιβλίο με περιγραφές περιεκτικές και μεστές. Μου αρέσει η περιγραφή ιστορικών γεγονότων μέσα από την καθημερινότητα. Μου ταιριάζει, άλλωστε και ο τρόπος σκέψης σας.

Filotas Talidis

Καταπληκτικό βιβλίο, όπως άλλωστε και το Ιμαρέτ, τα θερμά μου συγχαρητήρια. Ελπίζω να έχετε την όρεξη και το κουράγιο να μας χαρίζεται και άλλα τέτοια πονήματα!!! Ένα μεγάλο ευχαριστώ για το υπέροχο βιβλίο σας.

Lia Aresw

συγχαρητήρια για το υπέροχο βιβλίο σας!!!!Μου κράτησε την καλύτερη συντροφιά στο 8ωρο ταξίδι μου με πλοίο. Το ρούφηξα στην κυριολεξία, τόσο καλογραμμένο και παραστατικό, που ένιωθα σαν να ζούσα τα γεγονότα!!!(Μαρία Λόντου)

Christina Maniati

Καταπληκτικό! Ρουφάς τις σελίδες για να τελειώσει και παράλληλα δεν θες να τελειώσει… Για αυτά όμως που θέλω να δώσω συγχαρητήρια είναι η γλώσσα και η βαθειά γνώση της ιστορίας. Αλήθεια πόσο καιρό πρέπει να ψάξει και να μελετήσει κάποιος για να μπορέσει να συγκεντρώσει τόσες ιστορικές πληροφορίες αλλά και συνήθειες της καθημερινότητας, τραγούδια κλπ; Και πόσο δύσκολο να γράψεις τόσες σελίδες στη γλώσσα της εποχής και ανάλογα με το χαρακτήρα και τη μόρφωση του κάθε ήρωα! Συγχαρητήρια!

Maria Zographou

Από τα καλύτερα που διάβασα τα τελευταία χρόνια. Η γλώσσα με πήρε πίσω σε λέξεις που χρησιμοποιούσε η γιαγιά μου. Ταξίδεψα με το Τζανή, έκλαψα για το Λεωνή και πίστευα πως ζούσα και εγώ εκεί. Ευχαριστώ για το ταξίδι που μας δώσατε την ευκαιρία να κάνουμε.
Αρχή φόρμας
Τέλος φόρμας

Πέμπτη, 18 Αυγούστου 2011
Γιάννης Καλπούζος: Άγιοι και Δαίμονες
«Έπιασα να γράψω τούτο το στόρημα ως ιστορητής και ιστορούμενος. Να περπατήσουν πάνω στο χαρτί όσα μονάχος μου αξιώθηκα να ζήσω και όσα οι μαρτυρίες άλλων ακούμπησαν στην πένα μου. Γιατί πολλών εζήτησα τη βοήθεια και μ’ απολογήθηκαν με το στόμα ή μου τα έδωκαν γραμμένα. Κι είναι και λόγια άλλων όπως τα εκράτησα στο νου μου, γιατί σαν με πήρε αυτός ο πυρετός εκείνοι ήσαν αφανισμένοι από τη ζωή… Λαγαρό νερό έρχονται οι θύμησες κι αέρας δίχως τον κουρνιαχτό που σήκωσε οπίσω του το πέρασμα του καιρού, αλλά και όσων οι κάλαμοι ήσαν ποτισμένοι με ζοφή μελάνη, καθώς έκατσε στα μάτια τους το μίσος, η κολακεία και ο ιφτιράς (συκοφαντία), και καθαρά δεν έγλεπαν. Έρχονται οι θύμησες καθάριες αμά και ίδιες φωτιές ολόγυρα. Σταλαματιές μελιού τη μια, δάκρυ πικρό την άλλη. Πότε με τρατάρουν δροσερό λεβάντε, πότε άγρια τραμουντάνα με κλωθογυρίζει όπως το φύλλο στα σοκάκια της Πόλης. ΄Ατζαμπα(άραγε) έπραξα σωστά να τις ιστορήσω; Οι αποθαμένοι δεν ομιλούν αμά κι από τους ζωντανούς δεν θα λάβω απόκριση. Τούτη η αμφιβολία θα με καίει ώσπου να σφαλίσω τα μάτια μου. ΄Ερχονται όλα όσα έζησα όπως το πρώτο γιαγκίνι, όθεν θέλησα να κάμω την αρχή σε τούτο το ανάποδο ταξίδι. Το πρώτο γιαγκίνι, τότε…»
Μυθοπλασία και πραγματικότητα συνυφαίνονται στο υφαντό της Πόλης από το 1808 ως το 1831. «Μάταια περιστρέφεται ο ουρανός γύρω απ΄ τον κόσμο. Πόλη σαν την Κωνσταντινούπολη δεν βλέπει πουθενά. Δείτε πώς λάμπει με μια ομορφιά μονάχα δική της καθώς χαϊδεύει χαμογελώντας τη θάλασσα» (Γιουσούφ Ναμπί, τούρκος ποιητής, 1642-1712). Καθημερινή ζωή, έρωτες, δυνατές φιλίες, πλούτη, φτώχεια, οραματιστές, συμμορίες των δρόμων, χασικλήδες, δερβίσηδες, γενίτσαροι. Αρνησίθρησκοι, κρυπτοχριστιανοί, δεισιδαίμονες, ερωτικά ξόρκια, χαμένα όνειρα, οι γυναίκες στη σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού. Πυρκαγιές, παζάρια, βεγγέρες, καπηλειά των 1000 τ.μ., η τρομερή φυλακή του Μπάνιον, εκεί όπου ο φόβος γεννιέται: «Πώς με όλα τούτα να μη γεννηθεί ο φόβος, αμά και να μη σκληράνει η ψυχή; Πώς να μη κάμει σκληρό πετσί ολόγυρά της και τίποτε να μη νιώθει; Πώς να μην απομείνεις μονάχα κορμί; Κι αυτό άθλιο, ωσάν ξένο να το λογαριάζεις» (σελ. 341). Το μπουντρούμι και η αστυνομία του Πατριαρχείου. Κοινά σχολεία, η Μεγάλη του Γένους Σχολή, ερωμένες Πατριαρχών, λεσβίες, αρώματα, λάσπες, βασανιστήρια, πανούκλα. Προεπαναστατική περίοδος, Φαναριώτες, συνωμοσίες, μυστικές εταιρείες, προδότες, μισαλλοδοξία, οι σφαγές στην Πόλη το 1821. Ρωμιοί, Οθωμανοί, Αρμένιοι, Φράγκοι, Εβραίοι. Ο Μποκρουζέ: «… Πιστεύω πως μια μέρα όλοι οι κάτοικοι της γης θα γίνουν ιγντίς (μιγάδες). Μα και πάλι θα βρίσκουν τρόπο να χωρίζονται. Η χώρα, η γλώσσα, η θρησκεία θα φαίνεται να είναι οι αιτίες και θα χωρίζονται σε νέες φυλές κι ας είναι όλοι ιγντίς. Κείνο που θέλω να πω είναι ότι δεν φταίει το αίμα, ούτε οι θρησκείες ούτε οι γλώσσες για τα δεινά του λαού. Οι Οθωμανοί είναι το πιο τρανταχτό παράδειγμα. Ιγντίς είναι και η θρησκεία τους, αν το καλοσκεφτεί κανείς, όπως και των χριστιανών. Πήραν την Παλαιά Διαθήκη των Ιουδαίων, τόσα και τόσα στοιχεία από τους ΄Ελληνες του Δωδεκάθεου κι από άλλες θρησκείες των αρχαίων λαών. ΄Όλα λοιπόν ιγντίς. Γιατί τα δεινά του λαού; Γιατί εκείνοι που κυβερνούν φροντίζουν να διαιρούν για να βασιλεύουν. Ποτίζουν το λαό με το ένα και το άλλο, γίνονται τούτα ρίζωμα βαθύ μέσα του και ύστερα ρίχνονται να κατασπαράξουν κείνους που δεν έχουν τίποτε να χωρίσουν μαζί τους. Λέγουν στον Οθωμανό πως είσαι ανώτερος των ραγιάδων, κι αυτός, αντί να ιδεί ποιος του πατάει το σβέρκο, στρέφεται κατά του δύστυχου χαμάλη, που κάμνει την ίδια δουλειά με τη δική του…»(σελ. 184). Κι ακόμα, Πόντος και Χίος: «μονάχα το βλέμμα τους μαρτυρούσε το αδειανό της ψυχής τους. ΄Εγλεπαν κάπου μακριά. Τόσο μακριά, όσο βρίσκεται το τίποτε» (σελ. 661). Δραγατσάνι, Μανιάκι, Αλεξάνδρεια. «Τι σημασία έχει αν κάποιον τον λένε Τζανή ή Μποκρουζέ, κι αν είναι Οθωμανός ή Ρωμιός; Σημασία έχει το κελάηδημά τους. Και το κάθε κελάηδημα πρέπει να μάθεις να στοχάζεσαι για να μπορείς να το κρίνεις. Γιατί εκείνος που άκουσε μόνο σπουργίτι να κελαηδεί θαρρεί πως είναι το πιο γλυκόλαλο πουλί στον κόσμο. Κι ακόμη, κείνος που ακούει ένα καναρίνι, αλλά δεν ξέρει από κελαηδήματα, δεν είναι σε θέση να το εκτιμήσει. Μα και τα κελαηδήματα των ανθρώπων θέλουν προσοχή και μελέτη» (σελ. 201). Η μητέρα «θυμήσου τη μια στιγμή να σε νοιάζεται. Θυμήσου έναν λόγο της που σ΄ έμαθε κάτι σπουδαίο για τη ζωή. Θυμήσου και το πιο όμορφο χαμόγελό της. Κράτησε τα ωσάν φυλακτό και κείνη θα ζει μαζί σου».
Πόθος «΄Όπως η βροχή μπαίνει στο κακοσκεπασμένο σπίτι, έτσι και ο πόθος εισχωρεί στο νου που δεν έχει ασκηθεί» (Βούδας). Φόβος «Κανένα πάθος δεν αφαιρεί τη θέληση και τη λογική από το νου του ανθρώπου όσο ο φόβος» (΄Εντμουντ Μπερκ, βρετανός πολιτικός και φιλόσοφος, 1729-1797). ΄Οχλος «Ο όχλος είναι η μητέρα όλων των τυράννων» (Διογένης). Ο πατέρας: ΄Οχλος! Μας κατακλύζουν εξωτικά, νεράιδες, στοιχειά, καλικάτζαροι, καλές κυράδες, ιπτάμενοι δράκοι. Πού ζώμεν; Πάσχοντες Μουσουλμάνοι καταφεύγουν εις εξορκισμούς των χριστιανών ιερέων. Χριστιανοί προστρέχουν σε εμίρηδες και δερβίσηδες να τους διαβάσουν. Τούρκοι, Ρωμιοί, Αρμένιοι, Εβραίοι ολημερίς ματιάζονται ή είναι αμποδεμένοι και μαγευμένοι. Όσοι γεννώνται Σάββατο μεταμορφώνονται σε λυκανθρώπους. Γαβγίζουν οι σκύλοι σ το δρόμο; Οιωνός θανάτου. Ανέβασε κάποιος πυρετό; Φταίει η κακιά η ώρα. Χώρισε η τάδε με τον άντρα της; Της έκαμαν μάγια. Εχύθη ρακί; Θα γίνει κακό. Εχύθη κρασί; Ευτυχία. Πονεί ή σφυρίζει το αυτί; Κακολογία. Για κάθε τι σημαντικό προστρέχουν εις τους μελλοντολόγους. Τρίτην και Παρασκευήν δεν ταξιδεύουν οι χριστιανοί. Οι Εβραίοι την Τετράδην. Οι Οθωμανοί Παρασκευήν και Σάββατο. Δίσεκτο έτος δεν υπανδρεύονται. Παντού βλέπεις πλεξούδες σκόρδων και γαλαζόπετρες. Είμεθα λαός απαιδεύτων και γρυλίζομεν ακόμη ωσάν τα άγρια θηρία» (σελ. 117). ΄Αγιοι και Δαίμονες. «Μην μετανιώνεις για ό,τι έπραξες. Να χαίρεσαι που τα έζησες όλα τούτα, κι ας πόνεσες κι ας κινδύνεψες κι ας βασανίστηκες. Ωσάν δέκα ζωές είναι. Να μετανιώνει εκείνος που δεν μεγαλώνει το βήμα του ούτε ένα πόντο από το συνηθισμένο. Εκείνος που περπατά τυφλά στα βήματα μυριάδων άλλων» (σελ. 400). Η λύτρωση «Ο άνθρωπος του Θεού είναι πέρα από απιστία και πίστη. Για τον άνθρωπο του Θεού, ορθό και λάθος είναι το ίδιο… ΄Όταν ο πιστός αφιερώνεται στο Θεό, γίνεται κατά κάποιον τρόπο ένα μαζί Του και βλέπει τον κόσμο ωσάν να είναι μια αχτίδα Του. Κι αφού όλα είναι θέλημα του Θεού να συμβούν, δεν υπάρχει ορθό και λάθος. Κείνο που προσθέτω εγώ είναι πως κάθε άνθρωπος είναι ένας μικρός Θεός. Μπορεί να κοιτάζει τον ίδιο τον «εαυτό του», όπως ο Θεός τον κόσμο. Να λέγει: «Όσα έγιναν, έπρεπε να γίνουν» και να γαληνεύει η ψυχή του. Ύστερα να κοιτάζει ο «εαυτός» τον μικρό Θεό και να πασχίζει να τον φτάσει. Να εξομοιωθεί με το θείο που κρύβει μέσα του και να στοχάζεται τι θα πράξει αποδώ και μπρος (σελ. 725)…Γιατί «ο λόγος του βασιλιά είναι βασιλιάς του λόγου. Όμως και συ είσαι βασιλιάς του εαυτού σου. Κάνε το δικό σου λόγο βασιλιά που θα αποφασίσει για τον δρόμο σου και προχώρα. Σκέψου τι θα έκανες εάν σου δινόταν η ευκαιρία να ξαναζήσει και κάμε το αποδώ και μπρος. Να ελευθερωθείς από όσα έκαμες και από όσα δεν έκαμες» (σελ. 692). Ένα επικό μυθιστόρημα που καθηλώνει τον αναγνώστη με την περιπετειώδη ζωή των ηρώων του, την ατμόσφαιρά του, τη χειμαρρώδη γλώσσα του, το συναίσθημα, τον στοχασμό, τις αστείες καταστάσεις και την ολοζώντανη αναπαράσταση της εποχής εκείνης. «Θρύλοι και παραδόσεις άρχισαν ν΄ ακούγονται όσο ποτέ άλλοτε. Και τούτο, γιατί φροντίζαμε να τους σπείρουμε ξανά στον κόσμο για να τον ζεστάνουμε με την ιδέα του ξεσηκωμού. ΄Όπως ο θρύλος για τα τρία αδέλφια των Κρητικών που πολεμούσαν τους Τούρκους τον καιρό της Άλωσης, δίχως να ημπορούν να τους κάμουν ζάφτι χιλιάδες, και συμφώνησαν στο τέλος να τους δώκει καράβι ο σουλτάνος για να φύγουν. Κι έλεγε ο θρύλος ότι δεν έφτασαν ποτέ σ την Κρήτη και γυρνούν στο πέλαγος μέχρι να ξεκινήσει πάλι η μάχη για την απελευθέρωση της Πόλης, και τότε θα φανούν να λάβουν μέρος. Κι ακόμα θρύλους για ποτάμια στερεμένα που θα ξανακυλήσουν, για πουλιά που πέταξαν με το μήνυμα της Άλωσης βαμμένο στα φτερά τους, για τα ψάρια του Μπαλουκλί που θα επέστρεφαν στο τηγάνι του καλόγερου, για τον παπά οπού τον κατάπιε ο τοίχος της Αγια-Σοφιάς σαν μπήκαν στην εκκλησία οι Οθωμανοί και θα έβγαινε να συνεχίσει τη λειτουργία όταν λευτερωθεί η Πόλη (σελ. 503). Με τον συλλογισμό ότι οι άνθρωποι όλων των φυλών θα ζούσαν πιότερο μονοιασμένοι, ότι μια καταστροφή θα μπορούσε να γίνει αφορμή να ανθίσει ένας καινούριος κόσμος «…Για κάπου τραβάμε. ΄Ολοι μαζί; Ο καθένας μονάχος του; Δεν ηξεύρω. Αλλά σαν νιώσεις πως για κάπου τραβάς, πώς για κάποιον σκοπό είσαι απά στη γης, δεν έχεις παρά να σύρεις το ποδάρι σου ένα βήμα παρέκει. Για να έχει νόημα η πατημασιά σου σ΄ αυτόν τον κόσμο. Και δεν γίνεται, πριν κάμεις το βήμα σου, να μη θωρείς πού πάταγες χθες και πού πατούσαν οι γεννημένοι πρωτύτερα από σένα. Είναι σα να στεριώνεις το μαδέρι μονάχα από τη μια μεριά και να θέλεις να διαβείς αντίκρυ. Είναι κι αυτός ένας λόγος οπού θέλησα να ιστορήσω τη ζωή μου» (σελ. 738).
Αναρτήθηκε από armenistria 18.6.2011

λογομνήμων
ΑΓΙΟΙ ΔΑΙΜΟΝΕΣ ΕΙΣ ΤΑΝ ΠΟΛΙΝ, Γιάννης Καλπούζος:
Εξαιρετικό, απολαυστικό, συναρπαστικό, τι άλλο να πω; Το διαβάζω ακόμα, και παρακαλάω να μην τελειώσει.

Χειρός Τέχνη
‎”Μη μετανιώνεις για ό,τι έπραξες. Να χαίρεσαι που τα έζησες όλα τούτα, κι ας πόνεσες κι ας κινδύνεψες κι ας βασανίστηκες. Ωσάν δέκα ζωές είναι. Να μετανιώνει εκείνος που δεν μεγαλώνει το βήμα του ούτε έναν πόντο από το συνηθισμένο. Εκείνος που περπατά τυφλά στα βήματα μυριάδων άλλων.”
Άγιοι Δαίμονες, Ιωάννης Καλπούζος, σελ.400
Εξαιρετικό!!!!!!!

Fani Paleologou

Μετά το “Ιμαρέτ”, που μας έδωσε μια άλλη, απ’ αυτή που ξέραμε, εικόνα της Τουρκοκρατούμενης Ελλάδας, στην Άρτα, μας περπάτησες και στην Πόλη. Και ζήσαμε με τους ήρωες σου, την σκληρή καθημερινότητά τους, ιστορίες που δεν ξέραμε και δεν φανταζόμασταν, τόσο ζωντανά και υπέροχα, συναρπαστικά θα έλεγα.
Ούτε που το κατάλαβα για πότε τελείωσε το βιβλίο,…άσε που δεν ήθελα να τελειώσει. Τόσο μου άρεσε και μου αρέσει ο τρόπος που γράφεις. Να είσαι καλά. Καλή και δημιουργική συνέχεια!

Tessie Baila

Ένα βιβλίο που γράφεται κάθε 100 χρόνια! Ειλικρινά ήθελα να σ’ ευχαριστήσω για το μάθημα γραφής που παίρνουμε όλοι διαβάζοντάς το! Πόση δουλειά! Πόση ευθύνη απέναντι στο τυπωμένο χαρτί! Όταν το άρχισα φοβήθηκα ότι η γλώσσα του ίσως να με κούραζε στην πορεία. Τώρα, στη μέση σχεδόν του βιβλίου, είμαι συγκινημένη από το πόσο με μαγνήτισε! η λέξη ΣΥΓΧΑΡΗΤΗΡΙΑ όσο πηγαία κι αν εκφραστεί παραμένει κοινότυπη και τετριμμένη!

Panos Zarnavelis Mary Brizola

Τελευταία το είχα ρίξει στην κλασσική ,ξένη λογοτεχνία, μιας και είχα απογοητευτεί πολύ από την νεότερη, εγχώρια. Έψαχνα μανιωδώς για κάποιο βιβλίο ελληνικής λογοτεχνίας που θα με ταξιδέψει, θα χαθώ στις σελίδες του. Κε Καλπούζο, ένα μεγάλο μπράβο. Τα σέβη μου για τις γνώσεις και την συγγραφική σας ικανότητα.

Μαίρη

Κ. Καλπουζο ή μαλλον καλυτερα Γιαννη μιας και σε νιωθω σαν οικειο προσωπο σ ευχαριστω. Μολις τελειωσα το “Αγιοι και Δαιμονες” και ενιωσα την αναγκη εκτος απο το να σου πω πως ειναι ειναι ενα υπεροχο βιβλιο, ενα καταπληκτικο “ταξιδι”, να σε ευχαριστησω που μοιραζεσαι αυτες τις ιστοριες, τις εικονες και τις σκεψεις με τον καθενα μας. Με τοσο ρελιστικες και παραλληλα ποιητικες περιγραφες ειχα την αισθηση πως βλεπω την Πολη εκεινης της εποχης και ανασαινω τ αρωματα της…Μετα το “Ιμαρετ” και το ” Αγιοι και Δαιμονες”, δε βλεπω την ωρα για το επομενο βιβλιο σας…
Να ειστε παντα καλα…

Lena Tsiariktsi

απλα υπεροχο οπως το Ιμαρετ και το Παντομιμα φαντασματων. Ευχομαι να διαβαζω παντα τετοια βιβλια. Σας ευχαριστουμε πολυ

Χειρός Τέχνη
Μόλις το τελείωσα μα δεν τέλειωσε η συγκίνηση και η γέννηση συνεχών συναισθημάτων από την ανάγνωσή του…..
Ακόμη περιπλανιέμαι στους χωμάτινους δρόμους της Πόλης, στο Σταυροδρόμι, στο Φανάρι, με τραβάει από το χέρι ο Τζανής να ξεφύγω και κάθε φορά από διαφορετική καταστροφή….
Μα όπου και να γυρίσω το βλέμμα αντικρίζω τη ζωή που αναγεννάτε από τα αποκαΐδια της….

“Μου αρέσει πολύ η ιστορία και κατ’ επέκταση τα ιστορικά μυθιστορήματα. Τα περισσότερα εξ’ αυτών δυστυχώς είναι μια μεταφορά μια σύγχρονης ιστορίας (αγάπης συνήθως) σε παλαιούς χρόνους. Όπου οι ήρωες μπλέκονται με ιστορικά πρόσωπα του τότε μεν, αλλά φαίνεται να ζουν και να σκέφτονται στο σήμερα. Στο Αγιοι και Δαίμονες καταφέρατε το αδύνατο. Να γράψετε σαν να ζούσατε τότε. Σα να σκεφτόσασταν, να μιλούσατε, να αισθανόσασταν, να αφουγκραζόσασταν ως ένας άνθρωπος της τότε εποχής. Δεν έχω λόγια… Πραγματικά συγχαρητήρια!”

ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΝΙΚΟΛΑΟΥ
ΚΑΛΗΜΕΡΑ ΑΠΟ ΚΟΜΟΤΗΝΗ!!! ΤΕΛΙΚΑ ΚΑΛΠΟΥΖΕ ΤΑ ΚΑΤΑΦΕΡΕΣ… ΜΑΣ ΤΑ ΛΑΛΗΣΕΣ ΚΑΛΑ!!! ΣΤΑ ΜΕΡΗ ΜΟΥ ΛΕΝΕ ΑΣΚ ΟΛΣΟΥΝ ΜΠΕΤΖΕΡΕΝΕ ΚΙ ΕΣΥ ΜΑ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ ΤΑ ΚΑΤΑΦΕΡΕΣ ΓΙΑ ΑΛΛΗ ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΠΟΛΥ ΚΑΛΑ, ΣΤΕΝΑΧΩΡΗΘΗΚΑ ΠΟΥ ΤΕΛΕΙΩΣΕ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΑΛΛΑ ΜΟΥ ΕΒΓΑΛΕΣ ΤΟΣΑ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΕΙΛΙΚΡΙΝΑ ΔΕΝ ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΤΑ ΠΕΡΙΓΡΑΨΩ!!! ΕΛΠΙΖΩ ΝΑ ΣΕ ΔΩ ΑΠΟ ΚΟΝΤΑ ΣΤΗΝ ΚΟΜΟΤΗΝΗ.

Michael Makridakis
Η καλή έρευνα και οι συζητήσεις που έχεις εμφανώς πραγματοποιήσει
πάνω στον τόπο και τον χρόνο που άψογα περιγράφεις, με έκανε να περπατώ
απο το Μπαλουκλί ως τα Θεραπειά να γεύομαι την κουζίνα να γλεντώ και να μυρίζομαι την Κωνσταντινούπολη του1800-1825.
Ήμουν και εγώ εκεί…..
Να είσαι καλά.

Georgia Michaelides Saad

Πηγα στην Πολη για πρωτη φορα περσι το καλοκαιρι … και ειχα την τυχη να ξαναπαω και φετος. Τι να πω … συγκλονιστικη η επαφη. Η συγκινηση που νοιωθω διαβαζοντας το Αγιοι Δαιμονες μπορει να συγκριθει με την συγκινηση της πρωτης μου επαφης με τη βασιλευουσα . Ξεκλειδωνονται συναισθηματα στην ψυχη μου που ουτε καν ηξερα οτι υπηρχαν. Δεν εχω αρκετα λογια να σας ευχαριστησω γι’αυτο το μοναδικο σας δημιουργημα. Ξερω οτι θα παθω στερητικο συνδρομο στο τελος του βιβλιου αλλα μου εχει προσφερει τοση ομορφια που θα το αντεξω. Ξανα σας ευχαριστω.

Συνέχισα με το νέο μυθιστόρημα του Γιάννη Καλπούζου, το «Άγιοι και δαίμονες εις ταν Πόλιν» από τις εκδόσεις Μεταίχμιο. Πέρυσι είχα διαβάσει το «Ιμαρέτ» και δε μπορούσα παρά να βυθιστώ ακόμη μια φορά στη μαγεία που σου προκαλεί η αφήγηση του συγκεκριμένου συγγραφέα. Για μένα, αν θέλετε τη γνώμη μου αυτός ο άνθρωπος είναι Λογοτέχνης. Ναι αυτός γράφει πράγματι Λογοτεχνία. Διδάσκει και σε κάνει κομμάτι της Ιστορίας. Αυτή τη φορά το μυθιστόρημά του ,ας πάει πίσω στην Πόλη και μας εξιστορεί τα γεγονότα που σημάδεψαν μια εποχή από το 1808 έως το 1831. Για άλλη μια φορά μαγεύτηκα. Κύριε Ιωάννη σας ευχαριστώ ιδιαιτέρως γι’ αυτό το ταξίδι.

Αναστασία Βασιλάκου μπλογκ τ’ ονομά σου Αναστασία

Σας ευχαριστω για τα ομορφα ξενυχτια, κυριολεκτικα δυσκολευτικα χθες να διαβασω την τελευταια σελιδα….. Η δυναμη του οχλου με προβληματισε για αλλη μια φορα και δυστυχως δεν μαθαινουμε ως ανθρωποτητα απο τα λαθη του παρελθοντος. Μετα το Ιμαρετ και τους Αγιους Δαιμονες θα περιμενω το επομενο ταξιδι που θα μοιραστειτε με τους αναγνωστες σας!!

Mary Katsarioti

Μετά το Ιμαρέτ άλλο ένα καταπληκτικό βιβλίο!!!! Τις περισσότερες ώρες τις ημέρας νομίζω ότι ζω στον κόσμο του Τζανή!! Σας ευχαριστώ για το υπέροχο αυτό βιβλίο που μας μαθαίνει ιστορία, συναισθήματα, φιλία, τη συνύπαρξη όλων των λαών και των φυλών…. Να ‘στε καλά και να μας δώσετε σύντομα άλλο ένα συγγραφικό θαύμα. Θα ήθελα αν μπορείτε να προτείνετε βιβλία για έφηβους γιατί όσα κυκλοφορούν είναι με βρικόλακες και δράκους. έλεος. ακόμα καλύτερα γράψτε ένα για εφήβους για να μάθουν σωστή ιστορία!!! σας ευχαριστώ από καρδιάς

Ioan Nicolaou

Θέλω να σας συγχαρώ για το έργο σας, “Άγιοι δαίμονες Εις ταν πόλιν”. Νοιώθω ότι βρίσκομαι στην Πόλη και περπατώ στα καντούνια και στα καλντερίμια της. Ένα υπέροχο μυθιστόρημα με πολλά “σωστά” ιστορικά στοιχεία. Η γλώσσα του βιβλίου υπέροχη σε τοποθετεί ακριβώς στη σωστή διάσταση των γεγονότων. Γλώσσα οικεία και αγαπητή για μας τους κυπρίους. Λίγες σελίδες μου μένουν για να τελειώσω το βιβλίο και πραγματικά λυπούμαι γιατί νομίζω ότι εγκαταλείπω ένα οικείο περιβάλλον ότι τελειώνει κάτι καλό. π. Ιωάννης-Κύπρος

Αγαπητέ κ. Καλπούζο

Ευγνωμωνώ τον φιλόλογο της κόρης μου που μου σύστησε να διαβάσω το ‘Ιμαρέτ ‘και το ‘Άγιοι δαίμονες’ . Ένα μόνο έχω να πω. Η συγγραφική σας πένα είναι τιμή για την Νεοελληνική πεζογραφία. Από την πρώτη κιόλας φράση- και μιλώ και γιά τα δυο βιβλία σας- κατάλαβα ότι είχα μπροστά μου αυτό που αναζητούσα τόσο καιρό από ένα συγγραφέα της γενιάς μας-είμαι γεννημένη το ’61. Από τα βιβλία σας δεν θα αφαιρούσα λέξη. Δεν υπάρχει παράγραφος που δεν θα ξαναδιάβαζα ευχαρίστως, δεν υπάρχει συναίσθημα που δεν θα ήθελα να ξαναζήσω. Με βοηθήσατε να συμφιλιωθώ με ιδέες και να επιβεβαιώσω γνώσεις. Με κάνατε να ψάχνω έναν Ισμαήλ ,αλλά που να τον βρεις… Ίσως έχει ο καθένας μας μέσα του έναν μα δεν θέλει ή δεν μπορεί να τον ανακαλύψει…Ίσως.
Διάβασα τις κριτικές των βιβλίων και ένοιωσα δικαιωμένο τον ενθουσιασμό μου. Ιδίως η κριτική της κ. Ντάλιου και του κ. Αραπάκη θεωρώ ότι με καλύπτουν απόλυτα. Δεν σας κουράζω άλλο. Απλά σας ευχαριστώ για τις υπέροχες στιγμές που πέρασα διαβάζοντάς τα και γιά τις εξίσου όμορφες στιγμές που θα περάσω ανατρέχοντας σε αυτά .

ΜΑΡΙΝΑ Δ. ΠΛΕΣΣΑ

ρούφηξα αυτό το νέο σου θαύμα …δεν έχω λόγια ..είναι δώρο.. ένα μαγικό …ταξίδι που τα έχει όλα!!! να είσαι πάντα έτσι .. να μας χαρίζεις ομορφιές !!!

Σωτήρης Τσούλος

Φανταστικό βιβλίο.. πέρασα στα όρια του αντικοινωνικού όταν το διάβαζα στις διακοπές.. σου περνάει υποδόρια όλη την πραγματικότητα της Πόλης της εποχής … Απίστευτο.. χίλια μπράβο και χίλια ευχαριστώ

Ιωάννα Δραμιτινού

απο τα ωραιότερα ιστορικά μυθιστορήματα που έχω διαβάσει… καταπληκτικό!!

Dimitra Zachari

Το νέο ιστορικό μυθιστόρημα του Γιάννη, με πήρε απ’ το χέρι και με ταξίδεψε 200 χρόνια πίσω για να περπατήσω.., να ζήσω.., να αισθανθώ.., να κατανοήσω.., να γνωρίσω…να.., να.., μαζί με τους ήρωές του, την ΠΟΛΗ!!!… Να είσαι πάντα καλά Γιάννη και να γράφεις…να γράφεις….και μεις όλοι να σ’ ευχαριστούμε. Στην Άρτα είμαστε ιδιαίτερα υπερήφανοι για σένα.

Christina Chrysanthopoulou

Γιάννη, χίλια μπράβο από καρδιάς. Μένει να μεγαλώσει και η μικρή μας να αρχίσει να διαβάζει, ώστε να έχεις το 100% της οικογένειας στους αναγνώστες σου.

Maria Neamoniti

Υπέροχο βιβλίο.

ΜΑΙΡΗ ΣΥΓΓΟΥΝΑ

ΠΟΛΛΑ ΣΥΓΧΑΡΗΤΗΡΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟ ΒΙΒΛΙΟ!!! ΤΕΛΕΙΩΣΕ Η ΑΝΑΓΝΩΣΗ ΚΑΙ ΤΟ ΜΥΑΛΟ ΚΑΙ Η ΨΥΧΗ ΕΙΝΑΙ ΔΙΑΚΟΣΙΑ ΧΡΟΝΙΑ ΠΙΣΩ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ! ΝΟΜΙΖΩ ΩΡΕΣ ΩΡΕΣ ΠΩΣ ΑΚΟΥΩ ΤΗΝ ΧΑΤΖΑΡΑ ΝΑ ΠΕΦΤΕΙ ΔΙΠΛΑ ΜΟΥ! ΕΚΠΛΗΚΤΙΚΗ ΓΡΑΦΗ, ΕΚΠΛΗΚΤΙΚΟΙ ΟΙ ΗΡΩΕΣ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ!!! ΑΓΑΠΗΜΕΝΟΣ ΜΟΥ, Ο “ΔΗΜΗΤΡΑΚΗΣ” ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΣΑΝ ΜΙΑ ΟΑΣΗ ΜΕΣΑ Σ’ ΑΥΤΟ ΤΟ ΜΑΚΕΛΕΙΟ! Ο ΤΡΟΠΟΣ ΚΑΙ Η ΓΛΩΣΣΑ ΠΟΥ ΜΙΛΑΕΙ ΕΙΝΑΙ ΤΕΛΕΙΑ!!! ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΟ ΧΡΟΝΟ! ΜΠΡΑΒΟ!!!

ΕΦΗ ΠΙΤΙΚΑΡΗ

Σας ευχαριστώ για το ΙΜΑΡΕΤ, σας ευγνωμονώ για τους ΑΓΙΟΥΣ ΚΑΙ ΔΑΙΜΟΝΕΣ. Τι ταξίδι αλήθεια…Να είστε πάντα καλά!

Helen Mperou

Επανέρχομαι έστω κι αργά, παρόλο που το βιβλίο το έχω καιρό το διάβασα τον 15αύγουστο! Ήταν ότι έπρεπε για τις διακοπές μου.

Όπως και στο Ιμαρέτ και στην Παντομίμα, έτσι και στους Αγίους Δαίμονες μόνο καλά λόγια έχω να πω.

α) για ακόμα μία φορά όσον αφορά τα ιστορικά στοιχεία με εντυπωσίασαν και πραγματικά για ακόμη μία φορά σας θαύμασα για τις γνώσεις σας και το χρόνο που λογικά θα πρέπει να έχετε διαθέσει στη ζωή σας για να βρείτε πηγές. Καθόμουν και σημείωνα με stabilo όλα όσα αναφέρονται στην Ιστορία ακόμα και το πως προέρχονται οι παροιμίες μας.

β) Η γλώσσα του βιβλίου. Μου έκανε καλό, με έμαθα να συνηθίσω και να μάθω λέξεις που δυστυχώς δεν ήξερα. Σε πολλές ομολογώ είχα το internet οδηγό. Αυτό δε το λέω για να πω πως με δυσκόλεψε στην ανάγνωση, ίσα ίσα, το λέω με την έννοια του ότι με κάνατε να ρουφήξω όση γνώση μπορούσα και να ψάξω πράγματα με αφορμή πχ μια απλή λέξη του βιβλίου, που δεν ήξερα και να ρωτάω τη γιαγιά μου. Αλήθεια χάρη στο βιβλίο σας ήρθα ακόμα πιο κοντά με τη γιαγιά μου! Γιατί τις μαρτυρίες του βιβλίου τις διαβάζαμε μαζί.

γ) καλά για την πλοκή και τους πρωταγωνιστές τι να πω!! για ακόμα μια φορά πήγαινε ξημερώματα και δεν έλεγα να κλείσω το βιβλίο. όλο έλεγα, άντε και την επόμενη σελίδα, άντε και τη μεθεπόμενη κλπ! Έκανα διακοπές σε σκηνή, λατρεύω το free camping, οπότε καταλαβαίνεται ο φακός ασφαλείας βγήκε εκτός λειτουργίας από το πρώτο βράδυ!
δ) Προσωπικά εκτός των άλλων, ξεχώρισα την ιστορία της Γιοχαή. Ίσως γιατί την νιώθω απόλυτα…

ε) Περιμένω με ανυπομονησία το επόμενό σας βιβλίο και μια παράκληση αν μου επιτρέπεται να εκφράσω…. υπάρχει περίπτωση να γράψετε κι άλλα ποιήματα? Τον Έρωτα τον έχω φυλάξει σε κλειστό ράφι στη βιβλιοθήκη μου μη μου πάθει τίποτα, γιατί τα τελευταία σας εύκολα μπορώ να τα βρω!
Φιλικά,

Ελένη

Αγαπητέ Κύριε Καλπούζε, έχω φθάσει στην σελίδα 668 του θαυμασίου μυθιστορήματός ΣΑς .Κατά την ταπεινή μου γνώμη είναι ένα αριστούργημα . Συνεχίζει την παράδοση , την οποίαν εγκαινίασε ο Καζαντζάκης . Έχω την εντύπωση ότι Εσείς πήρατε την σκυτάλη από εκεί όπου την άφησε Εκείνος . Με το έργο Σας σκέφτηκα τους Στοχασμούς του Σολωμού στους Ελεύθερους Πολιορκημένους: Όσο μικρός και περιορισμένος είναι ο Χώρος , ο οποίος μάχεται για τες αιώνιες Ουσίες , τόσο οικουμενικότερος καθίσταται ( παράφραση δική μου ) . Ο χώρος Σας , τον οποίον υμνείτε , καθίσταται οικουμενικός και μας κάνετε μάρτυρες μιάς οικουμενικής εμπειρίας . Με βαθύτατην εκτίμηση Δημήτρης Δέδες

Maria Tsioutsi

Ευχαριστώ για την αποδοχή! Έχω διαβάσει και τα δυο βιβλία σας, και είναι υπέροχα! Πολύ καλή γραφή, σε συναρπάζει απ’ την πρώτη σελίδα… έζησα (μέσα απ’ τα βιβλία σας ) και στην Άρτα και στην Κωνσταντινούπολη. Λάτρεψα το “Ιμαρέτ”, στο “Άγιοι και δαίμονες” έμεινα έκπληκτη – έμαθα ιστορία – απ’ τα ιστορικά στοιχεία. Καλή συνέχεια…

Anna Chanioti

Καλησπέρα σας. Τελείωσα την ανάγνωση αρχες Αυγούστου και ακόμη δεν μπορώ να διαβάσω κάτι άλλο παρότι έχω την ανάγκη. Αν κρίνω από τα προηγούμενα σχόλια, δεν είμαι η μόνη. Δημιουργώντας απαιτητικό κοινό βοηθάτε να καθαρίσει το τοπίο στην σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία και ανεβάζετε τον πήχη, όχι μόνο για τους άλλους αλλά και για τον εαυτό σας. Εξαιρετική πρόκληση για έναν δημιουργό!

Niki Kefala

Στις διακοπές του Αυγούστου ” επισκέφτηκα ” το Ιμαρέτ του Θεού και έκανα συντροφιά με τους Αγίους και τους δαίμονες εις ταν Πόλιν…γέμισα εικόνες, χρώματα και μυρωδιές και σαν Μικρασιάτισσα χάθηκα σ’ ό,τι μου έμαθαν από μικρή να αγαπάω…

Dimitra Karra

Καλησπέρα! Δεν μπορώ να συγκρίνω το βιβλίο με κάποιο άλλο που έχω διαβάσει. Όπως αναφέρει και η φίλτατη γειτονοπούλα μου πιο κάτω Άννα Χανιώτη, έχετε ανεβάσει τον πήχη, δύσκολα θα δεχτώ κάτι λιγότερο. Συγκινήθηκα πολύ και νόμιζα πως ήμουν μέρος των ηρώων, πως είναι οι δικοί μου πρόγονοι (έχω καταγωγή από Σμύρνη). Σας ευχαριστούμε πάρα πολύ για αυτό το υπέροχο δώρο, αυτό το μοναδικά ρεαλιστικό ταξίδι στην αγαπημένη Κωνσταντινούπολη.
Να είστε πάντα καλά!
(Ομολογώ πως θέλω τη συνέχεια της ιστορίας του Τζανή και του γλυκύτατου Ανθία.)

κ. Καλπούζο, γεια σας και πάλι.
Ελπίζω να απολαμβάνετε την αποδοχή του βιβλίου σας από τον κόσμο ( γιατί να ξέρετε ότι αυτή είναι και η πιο αληθινή ) και να είναι για σας μεγάλη ανταμοιβή για τον κόπο που καταβάλατε αλλά και για τις θυσίες που μάλλον κάνατε.
Δεν είχα διαβάσει το “Ιμαρέτ”, αλλά δεν θέλησα να το διαβάσω αμέσως μετά τους “Άγιους και Δαίμονες”, για να κάνω λίγο “καλπουζοαποτοξίνωση”. Διάβασα, λοιπόν, ένα άλλο βιβλίο πολύ γνωστού συγγραφέα, με πολύ καλές κριτικές , που όμως, τελικά, εγώ αισθάνθηκα ότι “εξαπατήθηκα”, γιατί δεν μου άρεσε καθόλου, το βρήκα πολύ πρόχειρο και πραγματικά απόρησα με τις κριτικές. Γι αυτό σας έγραψα πριν, ότι τελικά αυτό που μετράει είναι η αποδοχή του κόσμου.
Επανήλθα , λοιπόν, στα σίγουρα “καλπουζολιμάνια” Είδατε πόσες λέξεις μπορεί να φτιάξει κανείς με το πρόθεμ. “καλπουζο-“…………….
Μου άρεσε πολύ και το “Ιμαρέτ”. Μου άρεσαν τα ιδανικά που προτάσσει και για μία ακόμη φορά μου άρεσε η τόσο ξεκάθαρη τοποθέτησή σας ότι δεν είμαστε πάντα ΕΜΕΙΣ οι καλοί, ΕΜΕΙΣ οι αγαθοί, ΕΜΕΙΣ οι ήρωες, ΕΜΕΙΣ αυτοί που δημιουργήσαμε ιστορία με τα ανδραγαθήματά μας ……
Διαβάζω στο internet , πολλές κριτικές από αναγνώστες σας , που με βρίσκουν απόλυτα σύμφωνη , επομένως δεν θα σας επαναλάβω όλα τα καλά λόγια που έχετε ήδη εισπράξει.
Επίσης, μου αρέσουν πολύ και οι προτροπές των αναγνωστών να γράψετε διάφορα πράγματα. Επειδή είχα διαβάσει πρώτα τους “Άγιους και Δαίμονες” και είχα εντοπίσει το αστυνομικό σας δαιμόνιο, είχα καταλάβει από τις πρώτες σελίδες του “Ιμαρέτ” ότι ο δολοφόνος του Λιόντου Θερσίτη Α΄ θα αποτελούσε μεγάλη έκπληξη , και προσπαθούσα να σας “πιάσω” και να καταλάβω ποιος ήταν πριν την αποκάλυψη. ………. Χαχα τη πάτησα!!! Δεν το κατάλαβα κι ας είμαι καλή στους γρίφους!!! Να , λοιπόν, μία ακόμη προτροπή : στο επόμενο βιβλίο σας να χρησιμοποιήσετε το αστυνομικό σας δαιμόνιο!!!!!!!! Όπως και να ΄χει , ότι και να γράψετε θα το ακολουθήσω φανατικά και θα το σχολιάσω με ειλικρίνεια .
Αυτά ……. Ελπίζω να μην έχει αλλάξει κάτι στο πρόγραμμα σας και να σας δούμε το Νοέμβρη στη Λαμία.

Με Εκτίμηση

Κατερίνα Τσαδήμα

Με μεγάλη μου λύπη έφτασα στο τέλος του Άγιοι και Δαίμονες και νοιώθω όπως νοιώθουμε σε όλους τους αποχαιρετισμούς … έτσι θ’ αρχίσω να διαβάζω το Ιμαρέτ για να παραμείνω στο Καλπούζιο σύμπαν που τόσο με μάγεψε. Σας συγχαίρω ξανά για το μοναδικό σας έργο. Πιστεύω ότι υπάρχουν περίπου τρείς κατηγορίες συγγραφέων : αυτοί που είναι απλά οι εχθροί των δασών, άλλοι, οι περισσότεροι , που μας συντροφεύουν ανάλαφρα και δεν μας προβληματίζουν και οι πολύ λίγοι συγγραφείς που μας ανοίγουν παράθυρα στο άπειρο. Εσείς ανήκετε στους τελευταίους . Επίσης, όπως υπάρχουν οι άνθρωποι που αφήνουν τ’ αχνάρια τους στην καρδιά μας υπάρχουν και τα βιβλία ( σπάνια γι’ αυτό και πολύτιμα ) που έχουν την ίδια επιρροή. Το Άγιοι και Δαίμονες είναι ένα τέτοιο βιβλίο.

Εύχομαι να ξανασυναντήσω τον Τζανή και τον Ανθία … αν όχι … έχουν εισχωρήσει και στο δικό μου σύμπαν και θα μείνουν εκεί να χρωματίζουν τις σκέψεις μου … ευχαριστώ.

Αγαπητέ κύριε,

τελειώνοντας σήμερα το μυθιστόρημά σας Άγιοι δαίμονες Εις ταν Πόλιν, νοιώθω την ανάγκη να σας συγχαρώ και να σας εκφράσω την ευγνωμοσύνη μου διότι πρώτη φορά στη ζωή μου συγκινήθηκα τόσο πολύ διαβάζοντας για την σφαγή στη Χίο. Είμαι “φανατική” Χιώτισσα, ως εκ τούτου μου έκανε εντύπωση το πόσο καλά γνωρίζετε το νησί, την ιστορία του, τις γειτονιές με τόση λεπτομέρεια, ακόμα και την ντοπιολαλιά. Πόσο πολύ μελετήσατε εις βάθος το κάθε τί, προερχόμενος μάλιστα από την ηπειρωτική Ελλάδα! Τί να πώ… Εύγε, κύριε Καλπούζο! Βεβαίως στη Χίο μιλάμε ακόμα έτσι όπως ομιλούν οι Χιώτες ήρωες του βιβλίου σας. Το δε “απεδεκεί” και η κατάληξη “νε” χρησιμοποιείται ευρέως ακόμα και από τους Χιώτες της Αθήνας. Χώρια που όποιος πάει στον Άγιο Μηνά ή στη Νέα Μονή το πρώτο πράγμα που βλέπει είναι τα οστά των σφαγιασθέντων Χιωτών από τους Οθωμανούς.
Επειδή η οικογένεια της γιαγιάς μου προήρχετο από το Άϊβαλι, διαβάζοντας το βιβλίο σας, μονολογούσα κάθε τόσο: μα έτσι μιλούσε η προγιαγιά μου η Μαρουσώ (τα περισσότερα τα λαλούσε στα τουρκικά – χώρια τα ξεματιάσματα, τα φτυσίματα, οι κατάρες, τα ξόρκια κλπ), έτσι μιλούσε η γιαγιά μου η Καλλιόπη κι έτσι φυσικά μιλούσα (και πολλές φορές μιλώ) κι εγώ…
Το βιβλίο σας ελπίζω και εύχομαι να διαβαστεί από πολλούς Έλληνες. Είναι ευκαιρία να μάθουμε μέσα από τους ήρωές του και αρκετή ιστορία. Π.χ. να σταματήσουμε να ονομάζουμε εκείνη την εποχή τουρκοκρατία, να αγιοποιούμε τον κλήρο, να καταλάβουμε από πού προέρχεται το περίφημο λάδωμα μπαξίσι και οι κάθε λογής πελατειακές σχέσεις, να κατανοήσουμε επιτέλους γιατί οι Έλληνες βρίσκονται στην σημερινή κατάσταση. Το βιβλίο σας τα εξηγεί αυτά εξαιρετικά χωρίς να χαρίζεται σε κανέναν. Βεβαίως οφείλω να σας ομολογήσω πως μελαγχόλησα αρκετές φορές νοιώθοντας ότι η οθωμανική αυτοκρατορία μας άφησε πολλά κατάλοιπα…
Μπράβο σας άλλη μια φορά. Να είστε πάντα καλά!
Με εκτίμηση,

Δέσποινα Λιοντάκη-Λαιμού

Κύριε Καλπούζο, το βιβλίο σας με συνεπήρε…με τις μουσικές, τα χρώματα και τις μυρωδιές του! Με πήρε από το χέρι και με οδήγησε στα σοκάκια της Πόλης…σαν να πέρασα στη μηχανή του χρόνου. Συγχαρητήρια τόσο για την ιστορική όσο και την κοινωνιολογική σας προσέγγιση (που νομίζω πως αυτή ήταν και το πιο δύσκολο κομμάτι της έρευνάς σας). Τώρα πια περιμένω το επόμενο ταξίδι!

Vaya Moutsara

τα πολυ θερμα μου συγχαρητηρια για την καταπληκτικη σας δουλεια ιδιαιτερα οσον αφορα την ντοπιολαλια, τα ιστορικα και κοινωνιολογικα δρωμενα της εποχης και την εξαιρετικη πλοκη κ, Καλπουζο.Θεωρω οτι “οι αγιοι δαιμονες” οπως επισης και το ” Ιμαρετ” ειναι δυο απο τα καλυτερα ιστορικα μυθιστορηματα της τελευταιας δεκαετιας. καλη συνεχεια ( μου λειπει πολυ ο Τζανης ,μα ιδιαιτερα ο τζαναμπετης Ανθιας)

Μαρια Κουλουρη το βιβλιο ειναι θαυμασιο! μια ολοκληρη εποχη ζωντανευει, ξεφευγει ο μυθος και γινεται πραγματικοτητα.. αληθειες μεσα απο ιστοριες των ηρωων ξεπηδουν και δυστυχως επιβεβαιωνουν πολλα κρυμμενα σε μας μυστικα- εντεχνα κρυμμενα τοσα χρονια..Η γλωσσα και το υφος εναλλασονται αριστοτεχνικα απο τον γιαννη καλπουζο! η δουλεια του συγγραφεα επιπονη και επιμονη..το συνιστω ανεπιφυλακτα… !

Ελένη Κομνά

Θεος να σε εχει καλα να γραψεις και αλλα πολλα τετοια βιβλια σαν το ΙΜΑΡΕΤ ΚΑΙ ΑΓΙΟΙ ΔΑΙΜΟΝΕΣ. Ειμαι μεγαλη γυναικα και με εκανες να μη μπορω να κοιμηθω πριν να τελειωσω ιδιως το δευτερο. Και παλι νασαι καλα.

Olga Kalantidou

Πρόκειται για πραγματική λογοτεχνία (κατά την άποψη μου ως αναγνώστριας αρκετών βιβλίων ), θαυμάζω την δουλειά που προηγήθηκε της συγγραφής αυτού του βιβλίου, τον κόπο και τον χρόνο που αφιερώσατε. Συγχαρητήρια!
Αρχή φόρμας
Μόλις τελείωσα τους Άγιους δαίμονες! Είναι από τις φορές που δεν ήθελα να τελειώσει ένα βιβλίο. Θα μου λείψει ο Τζανής που με συντρόφευε τόσες μέρες! Οι “Άγιοι δαίμονες” θα βρίσκονται τώρα στα αγαπημένα μου βιβλία. Και εξηγώ γιατί: Έμαθα πολλά… ιστορικά γεγονότα που ούτε καν τα γνώριζα, την πραγματική έννοια πολλών λέξεων που δεν γνώριζα, το πόσο καλά είμαστε τελικά εμείς σε σύγκριση με εκείνα τα χρόνια, πόσο φρικιαστικός είναι ο πόλεμος, και πολλά άλλα…..

26 Σεπ 2011 ΗΠΕΙΡΩΤΕΣ ΘΡΙΑΣΙΟΥ ΠΕΔΙΟΥ
ΑΓΙΟΙ…ΔΑΙΜΟΝΕΣ!…

Το διαβάζω αυτήν την περίοδο…απνευστί!
Δεν είναι μόνο η έλξη για τη συγκεκριμένη περίοδο…
Δεν είναι μόνο η ακατανίκητη έλξη για την συγκεκριμένη …πόλη και το θαυμαστό συνονθύλευμα πολιτισμών της – που αν τους καλοκοιτάξεις μοιάζουν(;) λιγάκι!….
Είναι η απίθανα ακαταμάχητη αφήγηση και η εξαίσια αναπαραστατική ικανότητα του
Γιάννη Καλπούζου….:
Αναρτήθηκε από Mourgana

Thomi Stavrou

Από τα καλύτερα βιβλία που έχω διαβάσει. Με ταξίδεψε με έναν μοναδικό τρόπο, έγινα κομμάτι εκείνης της εποχής, διαπίστωσα πόσο μακρινό αλλά συνάμα και πόσο κοντινό είναι το τότε με το ΤΩΡΑ… Ευχαριστώ!!!

Maria Giannali

Μόλις το τελείωσα. Εχω διαβάσει αρκετά βιβλία για κείνην την εποχή αλλά αυτό είναι σαφώς ανώτερο από κάθε άποψη. ΤΕΛΕΙΟ!
Αν πούμε ότι το “Ιμαρέτ” είναι θαυμάσιο, και όντως είναι, ε το “Άγιοι Δαίμονες” είναι δέκα φορές ανώτερο.
Τα θερμά μου συγχαρητήρια!

Ritsa Savvidou

εξαιρετικό βιβλίο !!!!!!!!!!! από όλες τις απόψεις. ….. μου άρεσε ιδιαίτερα η γλώσσα. φαίνεται η δουλειά που προηγήθηκε. μπράβο !!!!!!! περιμένω το επόμενο βιβλίο και ελπίζω να είναι τόσο καλό όσο οι άγιοι και δαίμονες. ευχαριστώ για το ταξίδι, αισθάνομαι ότι έζησα μαζί με τους ήρωες τότε…..

Από τα λίγα βιβλία που όσο λιγόστευαν οι σελίδες για το τέλος γύριζα πίσω να ξαναδιαβάσω κάποιες λεπτομέρειες προσπαθώντας να κρατήσει περισσότερο η ανάγνωση. Η ιστορία ξεκινά στην Κωνσταντινούπολη του 1808 τη νύχτα που ξεσπά μια μεγάλη πυρκαγιά. Ακολουθούμε τον Τζανή Κομνά και την οικογένεια του να ζουν τη σκληρή και συναρπαστική ζωή τους ανάμεσα σε όλες τις φυλές και τις θρησκείες της Πόλης. Οι περιπέτειες τους αυτά τα πολύ σημαντικά χρόνια για το ελληνικό έθνος τους χωρίζουν τους σμίγουν πάλι και μας ανοίγουν πόρτες αστικών σπιτιών παλατιών και τεκέδων.
Οι ζωντανές εικόνες και η γλώσσα, η γλώσσα των Ρωμιών της Πόλης, που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας είναι δυο ακόμα στοιχεία που βάζουν το βιβλίο αυτό ψηλά στη λίστα με τα αγαπημένα μου.

Ένα μικρό κομμάτι από τον πρόλογο :

Έπιασα να γράψω τούτο το στόρημα ως ιστορητής και ιστορούμενος. Να περπατήσουν πάνω στο χαρτί όσα μονάχος μου αξιώθηκα να ζήσω και όσα οι μαρτυρίες άλλων ακούμπησαν στην πένα μου. Γιατί πολλών εζήτησα τη βοήθεια και μ απολογήθηκαν με το στόμα ή μου τα έδωκαν γραμμένα. Κι είναικαι λόγια άλλων όπως τα εκράτησα στον νου μου, γιατί σαν με πήρε αυτός ο πυρετός εκείνοι ήσαν αφανισμένοι απο τη ζωή.
Ανίσως δε πλουτίζω με τη φαντασία μου όσα μπροστά δεν ήμουνα, τίποτε δεν αλλάζει απ την αλήθεια. Όλα τα βαθύτερα κατά πως τα περιγράφω συνέβηκαν. Κι αν πελεκώ τις κουβέντες των ανθρώπων όπως ο ντουβαρτζής την πέτρα, είναι για να ημπορεί όποιος θελήσει να μετρηθεί με τις αράδες μου, να εννοεί και να καταλαβαίνει.
Τελευταία επεξεργασία από Πεταλούδα : 18-09-11

Ο Γιάννης Καλπούζος μετά την βράβευση του το 2009 με το βραβείο αναγνωστών του ΕΚΕΒΙ για το μυθιστόρημα Ιμαρέτ: Στη σκιά του ρολογιού επιστρέφει με ένα συγκλονιστικό μυθιστόρημα που αναφέρεται με γλαφυρό τρόπο στην ζωή που εξυφαίνεται στην Πόλη από το 1808 έως το 1831. Η δύναμη του λόγου και των εικόνων ταξιδεύουν τον αναγνώστη και τον κάνουν να αισθάνεται όχι απλά ως παρατηρητής της καθημερινότητας της Πόλης αλλά ως κοινωνός των εξελίξεων που συνθέτουν την πλοκή της ιστορίας και καθιστά έκδηλο το διττό χαρακτήρα της Πόλης όπου μέσα σε αυτήν δεν έχουν θέση μόνο Άγιοι , αλλά Άγιοι και δαίμονες.

Σαμουρκασίδης Παύλος

Συγκλονιστικό βιβλίο! Η γλώσσα μαγευτική ..Περιμένω το επόμενο βιβλίο! Πόνος, φόβος, όχλος, άγιοι και δαίμονες . Μας καθήλωσε με την περιπετειώδη ζωή των ηρώων του, την χειμαρρώδη γλώσσα του και το συναίσθημα!!!

Kourtis Spiros

Συγκλονιστικό πόνημα. Εκπληκτική πλοκή που με συνάρπασε.
Πολύ δουλειά στο παρασκήνιο.
Πολλές ευχές για το συγγραφέα. Πάντα γερός και άξιος .
Οι πηγές του θα ‘πρεπε να είναι υλικό προς μελέτη για κάθε ένα που θέλει την αλήθεια του.
Συγκλονιστικός ο Μποκρουζέ. Ποιος να σας τον ενέπνευσε άραγε?

Loukia Gontzou

Συγχαρητήρια! πολύ όμορφο βιβλίο! Με συνεπήρε και παρά τον φόρτο εργασίας, το τελείωσα σε 4 μέρες! Περίμενα ότι θα είναι υποδεέστερο του Ιμαρέτ, το οποίο ήταν το αγαπημένο μου βιβλίο μέχρι σήμερα αλλά διαψεύστηκα πλήρως! Από σήμερα έχω δύο αγαπημένα βιβλία! Το μυαλό μου είναι γεμάτο εικόνες..

Despoina Maiaki

Καταπληκτικό βιβλίο !!!!Οι περιγραφές απίστευτες ,η γλώσσα μαγευτική .Ζούσα κάθε στιγμή της ιστορίας .Μεταφέρθηκα στην εποχή εκείνη λες και ζούσα κι εγω τότε …. .Πραγματικά θα πω σε όλους τους φίλους μου να το διαβάσουν ανεπιφύλακτα !!!!!

Afroditi Poliviou

ΧΑΙΡΕΤΕ ΚΑΙ ΑΠΟ ΚΥΠΡΟ….ΚΑΤΑΠΛΗΚΤΙΚΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΣΥΓΧΑΡΙΤΗΡΙΑ ΕΙΜΑΙ ΣΧΕΔΟΝ ΠΡΟΣ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΚΑΙ ΕΙΜΑΙ ΠΟΛΥ ΕΝΘΟΥΣΙΑΣΜΕΝΗ ΜΕΣΑ ΣΕ ΜΙΑ ΒΔΟΜΑΔΑ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΑ

Elina Galanopoulou

πραγματικα με συνεπήρε, σήμερα το άρχισα και φθάνοντας στο πέμπτο κεφάλαιο μπορώ να πω πως εκπλήσσομαι με τις περιγραφές την απόδοση της ατμόσφαιρας και κυρίως με τη ΓΛΩΣΣΑ. πρέπει να ήταν πολύ μεγάλος ο κόπος να γραφτεί όλο αυτό το έργο στη συγκεκριμένη διάλεκτο και γλώσσα.
…Και όσο προχωρώ τόσο με τραβά, πράγμα “επώδυνο” όταν είσαι μαμά με χίλιες υποχρεώσεις. Πήρα και το ΙΜΑΡΕΤ, το τελευταίο καιρό διάβαζα συγγραφείς Κυθήριους, από το νησί μου, και είχα παραμελήσει τους άλλους έλληνες. πάντως χωρίς να προτίθεμαι να κάνω συγκρίσεις μου θυμίσατε, από άποψη ατμόσφαιρας μόνο, την αγαπημένη μου Αθηνά Κακούρη. Να ‘στε καλά να έχετε έμπνευση.

Sotiris Oikonomou

Δεν έχω λόγια για το βιβλίο. Οι περιγραφές είναι το κάτι άλλο. Βρίσκομαι ακόμα στην σελίδα 185 και νιώθω την Πόλη να ζωντανεύει μπροστά μου. Πάω να συνεχίσω το μαγευτικό ταξίδι!

Elene Rallaki

Κατέχεις επάξια μια θέση στο Πάνθεον της Λογοτεχνίας. Δυστυχώς, σε μια έποχή που όλο και σκοτεινιάζει, είναι δύσκολο να αναγνωριστεί το μεγαλείο της γραφής και της σκέψης σου, στο βαθμό που του αξίζει. Για πόσο ακόμα η γενάτη συμμορία θα μας ορίζει;

Kiki Balaska

Επειδη το διαβαζω σε πολυ αργους ρυθμους προβλεπω να μεινω αιωνια ταξιδευτης στις σελιδεσ του, κ δεν σας κρυβω πως δεν θελω να τελειωσει,ασε που φουντωνει μεσα μου ενα ανεξελεκτο παθος για την Πολιν.

George Bokias

Γιαννης Καλπουζος, ο Παπαδιαμαντης του 21ου αιωνα. Το ειπα, το εννοω και το τεκμηριωνω!

Ageliki Melekos

Προσπαθω να βρω λογια για να εκφρασω τον ενθουσιασμο μου για το βιβλιο Αγιοι Δαιμονες που διαβασα προσφατα…………….ε λοιπον δεν βρισκω λογια……..ΤΕΛΕΙΟ!!!!!!!!ΦΟΒΕΡΟ!!!!!!Ειμαι απο την ομορφη Χιο,τετοια περιγραφη για τη σφαγη της Χιου δεν εχω ξαναδιαβασει εμεινα με το στομα ανοιχτο!!!!!Κυριε Γιαννη τα θερμα μου συγχαριτηρια σας ευχαριστω γι αυτο το βιβλιο ειναι πηγη γνωσης για μενα!!!!ΑΑΑΑΑΑΑ εχω και το ονομα του ηρωα σας του Παυλη……Μελεκ!!!!!!!!!!!!Γραψτε κι αλλο μ αρεσει υπερβολικα η γραφη σας!!!!!!!!!!!

Βασιλάκου Αναστασία

στο ΑΝΤΙ Χ ΛΟΓΟΥ σελίδα στο Ιντερνέτ

Νιώθω πραγματικά πολύ τυχερή που πέρυσι το καλοκαίρι, διαβάζοντας το «Ιμαρέτ- Στη σκιά του ρολογιού», είχα την ευκαιρία να γνωρίσω τον εξαιρετικό λογοτέχνη Γιάννη Καλπούζο. Φέτος, λοιπόν, σειρά είχε το νέο του μυθιστόρημα «Άγιοι και δαίμονες – Εις ταν Πόλιν» που κυκλοφορεί, επίσης από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.
Το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου διαδραματίζεται στην Πόλη και κεντρικός ήρωας του βιβλίου είναι ο Τζανής. Οι δικές του περιπέτειες, αλλά και των υπόλοιπων Πολιτών – ανεξαρτήτως φυλής και θρησκείας- ξετυλίγονται μπροστά μας από το 1808 έως το 1831. Με οδηγό την εξαιρετική γλώσσα του συγγραφέα ταξιδεύουμε πίσω στο χρόνο, για να θυμηθούμε μέσα από τις σελίδες του βιβλίου τα σημαντικότερα ιστορικά γεγονότα εκείνης της περιόδου, μα και για να διδαχτούμε τον έρωτα, τον πόθο, τη φιλία, την αλήθεια, την υποκρισία, την αλαζονεία, το φανατισμό, το φόβο, την αυτοθυσία, την αγριότητα του πολέμου, την αλαζονεία της εξουσίας, καθώς και τη διαφορετικότητα που μπορεί να υπάρχει ανάμεσα στις διάφορες φυλές και θρησκείες.
Πρόκειται για μια ολοζώντανη αναπαράσταση της εποχής, αφού βλέπουμε να ζωντανεύουν μπροστά μας γεγονότα και άνθρωποι που σημάδεψαν εκείνα τα χρόνια. Ο Γιάννης Καλπούζος γράφει ακόμα ένα επικό μυθιστόρημα και μέσω της αφήγησής του θα συγκινήσει, θα ταξιδέψει και θα προβληματίσει κάθε αναγνώστη.
Τέτοια κείμενα αξίζει να διδάσκονται στα σχολεία. Σου μαθαίνουν Ιστορία και στην αφήνουν για πάντα χαραγμένη στη μνήμη σου.

Μόλις τελείωσα την ανάγνωση του βιβλίου σας Άγιοι και Δαίμονες .Προηγήθηκε το “Ιμαρέτ” που με ενθουσίασε ,όμως το τελευταίο σας με συνεπήρε με την πλούσια πλοκή του, την γλώσσα του τις λεπτομερείς του περιγραφές, τις ιστορικές του αφηγήσεις. Συγχαρητήρια. Το βιβλίο σας με ταξίδεψε σε καιρούς αλλοτινούς και ιστορικά δύσκολους για την ρωμιοσύνη στην πόλη την μαγική την πολυπληθυσμική. Ήταν ένα ταξίδι στο χώρο και στο χρόνο ,ένα ταξίδι μαγικό και διδακτικό και με λέξεις που χρησιμοποιούμε και σήμερα χωρις να ξέρουμε την προέλευση και ετυμολογία τους. Σε κάθε σελίδα του σου ανακαλυπτόταν και μια νέα γνώση ,μια νέα ανατροπή της ζωής για τους ήρωες.

ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΟΥ ΚΩΝ/ΝΑ

Θερμά συγχαρητήρια για τα βιβλία σας. Διάβασα το Ιμαρέτ και Άγιοι και δαίμονες. Έμεινα κατάπληκτη από τις τόσο πολλές λέξεις που χρησιμοποιούμε καθημερινά χωρίς να αντιλαμβανόμαστε ότι πολλές απ’ αυτές έχουν τουρκικές ρίζες. Οι περιγραφές είναι τόσο ζωντανές που όταν τα διαβάζεις νομίζεις ότι αποτελείς μέρος της ιστορίας. Η περίοδος που αναφέρεται το Άγιοι και Δαίμονες και το γεγονός ότι εκτυλίσσεται από την πλευρά της Πόλης με συνάρπασε πολύ. Δεν βλέπω την ώρα να διαβάσω και το επόμενο…..

Poppy Georgiadou

 

LIBROFAN

Το μυθιστόρημα «Άγιοι και Δαίμονες» είναι ένα συναρπαστικό λογοτέχνημα που επιζητεί την προσοχή του αναγνώστη σε ένα εξαιρετικά σμιλεμένο κείμενο: τόσο η πλοκή των γεγονότων όσο και η εκφραστική γλώσσα του συγγραφέα παρασύρουν τον αναγνώστη να εντρυφήσει στο ιστορικό, κοινωνικό και πολιτισμικό υπόβαθρο της Πόλης του 19ου αιώνα.
Τον βασικό του κορμό υφαίνουν οι περιπετειώδεις διαδρομές των ρωμιών ηρώων του, η καταβύθιση στα μύχια της ψυχής τους, η καθημερινή ζωή, καθώς και τα ιστορικά γεγονότα όπως βιώθηκαν από απλούς ανθρώπους, αυτούς που γράφουν την κοινωνική ιστορία των λαών. Πρωταγωνιστές και δευτεραγωνιστές αλληλοδιαδέχονται στη σκυτάλη της αφήγησης, ο καθένας με ξεχωριστό ύφος και τη δική του γλώσσα, η οποία αποπνέει το άρωμα του καθημερινού λόγου εκείνων των χρόνων», αναφέρει σε συνέντευξή του ο Γιάννης Καλπούζος «Μέσα στο πεδίο της δράσης και των παθών των ηρώων – συνεχίζει – αναπαριστάνεται -προάγοντας και υπηρετώντας τη μυθοπλασία- η ανθρωπογεωγραφία, η τοπιογραφία και το λαογραφικό μωσαϊκό της εποχής, έτσι ώστε ο αναγνώστης να μεταφερθεί σ’ αυτή, να κατανοήσει τον τρόπο ζωής και σκέψης των ανθρώπων αλλά και να συμμετέχει παραστατικά στα δρώμενα.»
Μέσα από τη διήγηση του κεντρικού ήρωα του Τζανή Κομνά και των άλλων προσώπων του μυθιστορήματος αποτυπώνονται με γλαφυρό τρόπο τα πολλά πρόσωπα της Πόλης από το 1808 έως το 1831, ενώ μυθοπλασία και πραγματικότητα συνταιριάζονται στο ίδιο υφαντό: οι Ρωμιοί της, η καθημερινή ζωή, δυνατές φιλίες, έρωτες, πλούτη, χαρέμια, φτώχεια, μεγιστάνες, τσαρλατάνοι, λωποδύτες, χασικλήδες, δερβίσηδες, ζητιάνοι, γενίτσαροι, αρνησίθρησκοι, κρυπτοχριστιανοί, οραματιστές, προδότες, λεσβίες, πόρνες, ερωμένες πατριαρχών όλοι οι τύποι ανθρώπων που απαντώνται στη σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού.
Συνταρακτικά γεγονότα στην Πόλη των αρχών του 19ου αιώνα, καταστροφικές πυρκαγιές, πολύβουα παζάρια, καπηλειά των 1.000 τ.μ., η τρομερή φυλακή του Μπάνιον, το μπουντρούμι και η αστυνομία του πατριαρχείου, φρενοκομεία, η Μεγάλη του Γένους Σχολή.
Αισθησιακά αρώματα και αγιάσματα, λάσπες και αίμα που κυλάει ποτάμι, βασανιστήρια και αποκεφαλισμοί, η πανούκλα που θερίζει, βεγγαλικά και παρελάσεις συντεχνιών. «Πώς με όλα τούτα να μη γεννηθεί ο φόβος, αμά και να μη σκληράνει η ψυχή; Πώς να μη κάμει σκληρό πετσί ολόγυρά της και τίποτε να μη νιώθει; Πώς να μην απομείνεις μονάχα κορμί; Κι αυτό άθλιο, ωσάν ξένο να το λογαριάζεις» (σελ. 341).
Πριγκιπόνησα, Πόντος, Κερασούντα, Ιάσιο, Χίος, Τρίπολη, Ναύπλιο, Αλεξάνδρεια, Μανιάκι οι τόποι που διαδραματίζονται τα περιστατικά και οι αφηγήσεις του βιβλίου.
Ρωμιοί, Οθωμανοί, Φράγκοι, Αρμένιοι, Εβραίοι οι φυλές που αναμειγνύονται στον ανθρώπινο συρφετό της Πόλης … «… Πιστεύω πως μια μέρα όλοι οι κάτοικοι της γης θα γίνουν ιγντίς (μιγάδες). Μα και πάλι θα βρίσκουν τρόπο να χωρίζονται. Η χώρα, η γλώσσα, η θρησκεία θα φαίνεται να είναι οι αιτίες και θα χωρίζονται σε νέες φυλές κι ας είναι όλοι ιγντίς. Κείνο που θέλω να πω είναι ότι δεν φταίει το αίμα, ούτε οι θρησκείες ούτε οι γλώσσες για τα δεινά του λαού. Οι Οθωμανοί είναι το πιο τρανταχτό παράδειγμα. Ιγντίς είναι και η θρησκεία τους, αν το καλοσκεφτεί κανείς, όπως και των χριστιανών. Πήραν την Παλαιά Διαθήκη των Ιουδαίων, τόσα και τόσα στοιχεία από τους ΄Ελληνες του Δωδεκάθεου κι από άλλες θρησκείες των αρχαίων λαών. ΄Όλα λοιπόν ιγντίς. Γιατί τα δεινά του λαού; Γιατί εκείνοι που κυβερνούν φροντίζουν να διαιρούν για να βασιλεύουν. Ποτίζουν το λαό με το ένα και το άλλο, γίνονται τούτα ρίζωμα βαθύ μέσα του και ύστερα ρίχνονται να κατασπαράξουν κείνους που δεν έχουν τίποτε να χωρίσουν μαζί τους. Λέγουν στον Οθωμανό πως είσαι ανώτερος των ραγιάδων, κι αυτός, αντί να ιδεί ποιος του πατάει το σβέρκο, στρέφεται κατά του δύστυχου χαμάλη, που κάμνει την ίδια δουλειά με τη δική του…» (σελ. 184).
Οι «Άγιοι και δαίμονες εις ταν Πόλιν» είναι ένα επικών διαστάσεων μυθιστόρημα που καθηλώνει με την περιπετειώδη ζωή των ηρώων του, το στοχασμό, το συναίσθημα και την ολοζώντανη αναπαράσταση της εποχής εκείνης. Ανεκτίμητη πνευματική δημιουργία του πολυτάλαντου Γιάννη Καλπούζου ο οποίος πιστεύω ότι θα ξόδεψε πολλές ώρες από τη ζωή του στη μελέτη της βιβλιογραφίας που αναφέρεται στην εποχή που περιγράφει στο βιβλίο. Παρά τον όγκο του είναι ένα συγκλονιστικό ανάγνωσμα που διαβάζεται μονορούφι, προκαλώντας στον αναγνώστη χείμαρρους συναισθημάτων με τη ρεαλιστική περιγραφή ορισμένων σκηνών όπως π.χ. αυτή του “σταυρώματος” του Τζανή, όταν οι γενίτσαροι τον καρφώνουν σ’ έναν πλάτανο (συνήθης απ’ ότι φαίνεται και από άλλα σημεία τρόπος βασανισμού). Ανατριχιάζεις, κλείνεις τα μάτια, σαν να μη θέλεις να δεις παρακάτω, όταν περιγράφεται το γδάρσιμο ζωντανού ανθρώπου από τους δημίους του.
Συγκλονίζει η περιγραφή των σφαγών της Χίου το 1822 που στα σχολεία τις προσπερνάμε με λίγες γραμμές στην Ιστορία. Εδώ τις ζούμε σαν να ήμαστε εκεί κι ακούμε τις κραυγές τρόμου, βλέπουμε τις λεηλασίες, τους βιασμούς, τα πτώματα που κείτονται άταφα. “Αλλά όσα και να ιστορήσω δεν φτάνουν για να ειπωθούν τα βάσανα του κόσμου”, ομολογεί ο συγγραφέας ενώ κάνει το θλιβερό απολογισμό: “Είκοσι πέντε με τριάντα χιλιάδες κάτοικοι του νησιού σφαγιάστηκαν, κοντά στις πενήντα χιλιάδες πουλήθηκαν σκλάβοι”.
Τραγούδια της εποχής, παροιμίες με συμπυκνωμένη τη λαϊκή σοφία, σκέψεις γύρω από τη ζωή και το θάνατο δεν λείπουν από το βιβλίο, ούτε η αγάπη για τον τόπο και η εξύμνηση της ομορφιάς του.
Αλλά, πιστεύω, η σημαντικότερη ιδιαιτερότητα του βιβλίου είναι η γλώσσα του. Με αληθοφάνεια προσεγγίζει τη γλώσσα της εποχής “που έρχεται σαν μυρωδιά από μένα’, λέει ο αφηγητής Τζανής. Κάποια δυσκολία θα ανέφερα ότι παρουσιάζει ο τεράστιος αριθμός τουρκικών λέξεων και φράσεων που χρήζουν ερμηνείας –ιδίως στα πρώτα κεφάλαια – αλλά με την πάροδο του χρόνου κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης εξοικειώνεσαι με το είδος αυτό του λόγου που ευκολύνεσαι όμως με την εξήγησή τους στο κάτω μέρος της σελίδας.
Το “Ιμαρέτ” το πολυδιαβασμένο πρώτο βιβλίο του Γιάννη Καλπούζου ήταν πιο ευαίσθητο, πιο γλυκό, με πλοκή και πλοκή και μύθο με αίσιο τέλος. Οι Άγιοι και Δαίμονες είναι σκληρό, ρεαλιστικό, και πυκνό, μια βιογραφία του βασικού ήρωα αλλά και ένα χρονικό σχεδόν μια τριακονταετίας. Ένα βιβλίο που αξίζει να το διαβάσετε.

 

matia.gr

Μια έντονη, συναρπαστική και πάνω απ’ όλα σκληρή ζωή ξετυλίγεται στις σελίδες αυτού του εξαιρετικού  μυθιστορήματος…

Αυτό που με μάγεψε, και είμαι σίγουρος ότι θα μαγέψει και εσάς, είναι η γλώσσα που χρησιμοποιεί ο Γιάννης Καλπούζος. Ένα κομψοτέχνημα, ένα λογοτεχνικό ψηφιδωτό –απείρου κάλλους- στο οποίο το κάθε κομματάκι, η κάθε λέξη, είναι τοποθετημένη με επιμέλεια και περισσή μαεστρία. Η ανάγνωση κυλά αβίαστα, αλλά καθυστερεί επειδή πολλές –πάρα πολλές – φορές γυρνάς να ξαναδιαβάσεις κάποια πρόταση, κάποια παράγραφο για να απολαύσεις ξανά αυτή τη μαγική αίσθηση που σου μεταδίδει.
Το δεύτερο στοιχείο στο «Άγιοι και δαίμονες- Εις ταν Πόλιν-», που πιστεύω ότι θα κάνει κι εσάς να το λατρέψετε είναι τα πάμπολλα ηθογραφικά στοιχεία που βρίσκονται στις γραμμές του…
Και το τρίτο και καλύτερο οι ολοζώντανες εικόνες της Πόλης της εποχής εκείνης…
Αδιαμφισβήτητα ο Γιάννης Καλπούζος -τον οποίο γνωρίσαμε και χαρήκαμε στο Ιμαρέτ- έχει τη στόφα του μεγάλου λογοτέχνη και κάθε του βιβλίο αποτελεί ένα λαμπερό αστέρι στο στερέωμα των ελληνικών γραμμάτων. Είμαι βέβαιος ότι το «Άγιοι και δαίμονες-Εις ταν Πόλιν» θα χαρίζει το φως του για πολλά χρόνια στους βιβλιόφιλους και θα τους θυμίζει ότι η ανάγνωση, όταν στα χέρια σου κρατάς ένα τέτοιο βιβλίο, είναι από τις μεγαλύτερες χαρές και απολαύσεις που υπάρχουν.

TATSA

Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα του Γιάννη Καλπούζου, που μάλλον δεν είναι μύθος,αφού είναι γεμάτο μαρτυρίες από την αρχή μέχρι το τέλος.
Περιγράφει τη ζωή στην Κωνσταντινούπολη περί το 1800 κι έπειτα. Η ζωή 72μιση φυλών όπως λέει και στο βιβλίο .. μισή φυλή θεωρούνταν οι γύφτοι.
Μια ιστορία γεμάτη χρώματα, πλούτη, φτώχεια, πάθη, μίση, ίντριγκες, μυρωδιές, πράγματα που δεν μπορεί να τα συλλάβει ανθρώπου νους.
Φανατικοί μουσουλμάνοι μπροστά στον κόσμο , κρυπτοχριστιανοί στα σπίτια τους.
Χριστιανοί που για να σώσουν τη ζωή τους γίνονται μουσουλμάνοι.
Ανελέητο παιδομάζωμα και φανατισμός γενιτσάρων
Παζάρια γυναικών.
Όπιο και διαστροφικές τάσεις.
Ίδρυση μυστικών εταιρειών για αφύπνιση των ραγιάδων. Δολοπλοκίες, προδοσίες και φανατισμός.
Κάθε ξεσηκωμός στην Τουρκοκρατούμενη Ελλάδα είχε τον ανάλογο αντίκτυπο όπου ζούσαν Ρωμιοί και δει στην Κωνσταντινούπολη.
Τα σκληρά βασανιστήρια και η ταπείνωση των ραγιάδων ήταν συχνό φαινόμενο.

Ο ήρωας του βιβλίου ζει σε μια ζωή όπου τα όνειρα των ανθρώπων σπάνια πραγματοποιούνται.Ζουν χωρίς να ξέρουν τι θα τους βρει την επόμενη μέρα, ενώ στο τέλος εκεί που θεωρείται νεκρός θα ζήσει για να επιστρέψει στην Πόλη που αγάπησε , παρέα με όσους απέμειναν ζωντανοί και με τες θύμησες των πεθαμένων. Όνειρα που δεν έχουν την πολυτέλεια να πραγματοποιηθούν, ψυχές κουρασμένες που μαύρισαν με όσα έζησαν.
Κι όμως ο κάθε άνθρωπος καταπατά κάθε ηθικό φραγμό στον πόλεμο, καταπατά τα όρια του.
Αναγεννάται μέσα απ’τα δεινά του και ξεκινά απ το μηδέν όσες φορές χρειαστεί.

Το βιβλίο είναι γραμμένο σε μια διάλεκτο που είναι ένα κράμα όλων των διαλεκτων των κατοίκων της Πόλης.
Ένα ωραιότατο ταξίδι στα χνάρια των προγόνων μας
Το συστήνω ανεπιφύλακτα σε όσους τους αρέσουν τα ταξίδια στο χθες, σε όσους θέλουν να ζήσουν για λίγο στο χθες και φυσικά, σε όσους θέλουν να ξέρουν το χθες για να απολαύσουν το σήμερα.
Αναρτήθηκε από Tatsa

 

 

tika blonk

Ο Γιάννης Καλπούζος μετά την βράβευση του το 2009 με το βραβείο αναγνωστών του ΕΚΕΒΙ για το μυθιστόρημα Ιμαρέτ: Στη σκιά του ρολογιού (το οποίο μεταφράζεται ήδη σε τουρκικά και ιταλικά) επιστρέφει με ένα συγκλονιστικό μυθιστόρημα που αναφέρεται με γλαφυρό τρόπο στην ζωή που εξυφαίνεται στην Πόλη από το 1808 έως το 1831. Η δύναμη του λόγου και των εικόνων ταξιδεύουν τον αναγνώστη και τον κάνουν να αισθάνεται όχι απλά ως παρατηρητής της καθημερινότητας της Πόλης αλλά ως κοινωνός των εξελίξεων που συνθέτουν την πλοκή της ιστορίας και καθιστά έκδηλο το διττό χαρακτήρα της Πόλης όπου μέσα σε αυτήν δεν έχουν θέση μόνο Άγιοι , αλλά Άγιοι και δαίμονες.

Σαμουρκασίδης Παύλος ΔΡΑΜΑ tika blonk

 

ypermistra

Το Βιβλίο! Ο Συγγραφέας! Διαβάζεις τα βιβλία του παρακαλώντας να μην τελειώσουν ποτέ… και δεν είναι εύκολο να διαβάσεις κάτι άλλο μετά απ’ αυτά, χαλάς τη γεύση σου…

 

Ανδρέας Κ. Ανδρέου (Καπανδρέου)’s website

Είχα το συγκεκριμένο βιβλίο στη βιβλιοθήκη μου για περίπου δύο χρόνια. Το είχα πάρει από μια παρουσίαση του συγγραφέα στο βιβλιοπωλείο Rivergate στη Λευκωσία, όπου και είχα γνωρίσει τον Γιάννη Καλπούζο. Το μεγάλο μέγεθος του βιβλίου (748 σελίδες), το εξώφυλλό το οποίο δεν με προδιέθετε θετικά καθώς και οι πολλές τούρκικές και άλλες άγνωστες λέξεις που χρησιμοποίησε ο συγγραφέας (με αποτέλεσμα να χρειάζονται παραπομπές και γλωσσάρι για να διαβαστεί) με έκαναν να αναβάλλω την ανάγνωσή του.
Τελικά, ήρθε η σειρά του! Το διάβασα και συνειδητοποίησα γιατί ο Γιάννης Καλπούζος είναι τόσο δημοφιλής και γιατί τα βιβλία του καταγράφουν τόσο μεγάλες πωλήσεις. Το «Άγιοι και Δαίμονες» είναι ένα πολύ καλά δουλεμένο βιβλίο για το οποίο ο συγγραφέας φαίνεται ότι έκανε μεγάλη έρευνα. Το ιστορικό αυτό μυθιστόρημα παρουσιάζει μέσα από την πλοκή του την σκληρή ζωή της περιόδου που περιγράφει (19ος αιώνας) στην Κωνσταντινούπολη αλλά και σε άλλες περιοχές όπου ταξιδεύει ο ήρωας. Μέσα από τη διήγηση του Καλπούζου μαθαίνουμε για την αντιμετώπιση που είχαν οι υπόδουλοι έλληνες (και οι υπόλοιπες μειονότητες της Πόλης) από τους τούρκους, τη θέση της γυναίκας, πως βίωναν οι άνθρωποι εκείνης της εποχής τον έρωτα και τις δυσκολίες της ζωής. Η σύνδεσή της ιστορίας με την Ελληνική Επανάσταση και με πραγματικά πρόσωπα και γεγονότα την κάνει εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και ελκυστική.Οι χαρακτήρες του Καλπούζου είναι πολύ καλά κτισμένοι και οι περιγραφές του είναι τόσο ζωντανές που σε κάνουν να τις βιώνεις μαζί με τους ήρωες. Η εξιστόρηση των γεγονότων είναι ισορροπημένη και όσο αποστασιοποιημένα μπορεί να δοθεί από έναν Έλληνα, αφού δεν παραλείπει να καταγράψει τα λάθη και τα εγκλήματα και τις δικής μας πλευράς.
Ο Γιάννης Καλπούζος μέσα από την εξιστόρηση του αναδεικνύει και άγνωστες (για τους περισσότερους) πτυχές της ελληνικής ιστορίας. Μια από αυτές είναι και η συμμετοχή των κυπρίων στον αγώνα του 1821 για την οποία αναφέρει, βάζοντας τον ήρωα του να περιγράφει στο ημερολόγιο του την μάχη στο Μανιάκι όπου πολέμησε πλάι στον Παπαφλέσσα: «Κοντά μου ήταν και ο Βασίλης, Κύπριος στην καταγωγή του. Εθελοντής, όπως και άλλοι που ήρθαν κατά πρώτον με καπετάνιο τον Χατζη-Χρήστο Βούλγαρη με ολόκληρη φάλαγγα από κείνο το μακρινό νησί και πολέμησαν για την πατρίδα. Όπως ήρθαν πολλοί και από τα Ιόνια νησιά κι άλλους αλαργινούς τόπους. Από τους αγνότερους αγωνιστές. Κι ούτε είδα γραμμένο ως τα σήμερα τίποτε για τους Κύπριους».

 

ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ

Πρέπει να ομολογήσω, πως όταν έπιασα στα χέρια μου και ξεφύλλισα το βιβλίο…τρόμαξα. Πρόκειται για 748 πυκνογραμμένες σελίδες, με πολύ μικρή γραμματοσειρά Όμως πρέπει επίσης να ομολογήσω, πως όταν προχώρησα στην ανάγνωση, θεώρησα πως οι σελίδες είναι λίγες κι ευχόμουν να βρεθεί ένας τρόπος μαγικός, να μην τελειώσει το βιβλίο.

Ο συγγραφέας επιλέγει να αφηγηθεί την ιστορία των Ρωμιών της Πόλης, την ταραγμένη περίοδο (με τις συνεχείς εξεγέρσεις των γενιτσάρων, την εξάπλωση της Φιλικής Εταιρείας και το ξέσπασμα της επανάστασης του 1821), από το 1808 έως το 1831-αν και τώρα που το σκέφτομαι, δεν πρέπει να υπήρξε περίοδος που να μην ήταν ταραγμένη για τους Έλληνες της Πόλης. Και το κάνει, μέσα από τα απομνημονεύματα που “έγραψε” ο Τζανής Κομνάς, που ανδρώθηκε τη συγκεκριμένη περίοδο και τα έφερε έτσι η Τύχη και τα γυρίσματα των καιρών, ώστε να ζήσει μια ζωή σαν μυθιστόρημα. “Έπιασα να γράψω τούτο το στόρημα, ως ιστορητής και ιστορούμενος. Να περπατήσουν πάνω στο χαρτί όσα μοναχός αξιώθηκα να ζήσω και όσα οι μαρτυρίες άλλων ακούμπησαν στην πένα μου. Γιατί πολλών εζήτησα τη βοήθεια και μ’ απολογήθηκαν με το στόμα ή μου τα έδωκαν γραμμένα. Κι είναι και λόγια άλλων, όπως τα εκράτησα στο νου μου, γιατί σαν με συνεπήρε αυτός ο πυρετός εκείνοι ήταν αφανισμένοι απ’ τη ζωή”. Γιατί όμως ο Τζανής, ένας “ανώνυμος” αρωματοποιός επιλέγει να μιλήσει για τη ζωή του; “Μα τούτα των βασιλέων και των δεσποτών δεν έχουν τελειωμό κι εγώ θέλω να ιστορήσω τα των απλών ανθρώπων, που ποτίζουν με το αίμα, τις συνήθειες και τις ψυχές τους, όλες τις κατοπινές γενιές. Γιατί, κατά πως στοχάζομαι, το μπόλι που βάνει στο νου του γιου ή της κόρης ο γονιός έχει πλιότερη αξία”.

Γύρω από τον Τζανή, κινείται ένας ολόκληρος κόσμος. Έλληνες, Τούρκοι, Εβραίοι, Αρμένιοι, Φράγκοι και όλο το υπόλοιπο μωσαϊκό των φυλών που συγχρωτίζονταν στην Πόλη. Το οποίο ο συγγραφέας περιγράφει με εξαντλητικές, αλλά όχι κουραστικές λεπτομέρειες για τα…πάντα! Δεν υπάρχει πτυχή της δημόσιας, κοινωνικής ή ιδιωτικής ζωής των κατοίκων της Πόλης, για την οποία ο συγγραφέας να μην έχει να παραθέσει άπειρες λεπτομέρειες, δημιουργώντας έτσι ένα λεπτοδουλεμένο “εργόχειρο”. Λεπτομέρειες οι οποίες παίζουν καθοριστικό ρόλο στο χτίσιμο και τη διαμόρφωση μιας νοοτροπίας, που είχαν όλοι οι Πολίτες και ιδιαίτερα οι Έλληνες. Για την καθημερινή ζωή, τους διαφυλετικους έρωτες και τους κινδύνους που έκρυβαν, τη ζωή των πλουσίων, των φτωχών, για τους οραματιστές, τις συμμορίες των δρόμων που τις απάρτιζαν είτε κάποιοι φτωχοδιάβολοι, είτε αυτοί που ήταν επιφορτισμένοι με την τήρηση της τάξης, οι οποίοι με το πρόσχημα της εκτέλεσης των καθηκόντων τους, “άρμεγαν” κανονικά όποιον άτυχο έπεφτε στα χέρια τους, τους χασικλήδες, που αποτελούσαν υπολογίσιμη αριθμητικά ομάδα, τους δερβίσηδες, τους κρυπτοχριστιανούς (που εκτός από το Χριστό, δεν παρέλειπαν να κάνουν τελετές στις θεότητες του παγανιστικού παρελθόντος), τη διαφθορά του κλήρου, τις ερωμένες των Πατριαρχών, οι οποίες κατοικούσαν σε σπίτια απέναντι από το Πατριαρχείο.

Μαθαίνουμε ακόμα για τις δύο από τις μεγάλες “πληγές” της Πόλης: τις πυρκαγιές, που λόγω της ξυλοκατασκευής των σπιτιών, όταν ξεσπούσαν αφάνιζαν συνοικίες ολόκληρες και την πανούκλα, η οποία εξαπλώνονταν ραγδαία, λόγω της έλλειψης έστω και στοιχειωδών κανόνων υγιεινής -η περιγραφή κάποιων τμημάτων της Πόλης είναι αποκαλυπτική, αφανίζοντας εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους.

Αλλά μαθαίνουμε και για τις καλές στιγμές: τα γλέντια, τα τραγούδια, τις βεγγέρες, τους αρραβώνες, τους γάμους…Κι όλα αυτά, ενταγμένα αριστοτεχνικά στη δομή του μύθου, χωρίς ίχνος διδακτισμού.

Κλείνοντας, θέλω να πω, ότι άξιζε και με το παραπάνω η τριετής αναμονή. Ο Γιάννης Καλπούζος, για μια ακόμη φορά, μας εκπλήσσει ευχάριστα και μας προσφέρει ένα “μεγάλο” , καλογραμμένο μυθιστόρημα, με πλήθος χαρακτήρων τους οποίους σκιαγραφεί και “σκηνοθετεί” με μαεστρία, που πρέπει να διαβάσει κάθε αναγνώστης που ενδιαφέρεται για την καλή λογοτεχνία, για την ιστορία κάθε γωνιάς του ελληνισμού και που είναι απόκτημα για κάθε βιβλιοθήκη. Πέρα από τον μύθο, τη γραφή, την εξαιρετική απόδοση της περιρρέουσας ατμόσφαιρας, θαυμασμό προκαλεί η συγκέντρωση ενός τεράστιου όγκου πραγματολογικών στοιχείων, αλλά και ο χειρισμός του, που έγινε με τέτοιο τρόπο, ώστε να μην κουράζει και να μην αποπροσανατολίζει τον αναγνώστη.

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΘΕΟΧΑΡΗΣ

Μια μέρα, κάποιας χρονιάς, στη δεκαετία του 1750 ο Δήμος Κομνάς έφτασε στη Λιβαδειά. Ερχόταν από το χωριό του, την Αγόριαννη του Παρνασσού, απ’ όπου έφυγε κυνηγημένος από τους Τούρκους, επειδή πήρε μέρος στον ξεσηκωμό των ραγιάδων που προξένησε η ανταρσία του Χρήστου Μηλιόνη.
Περί τούτου, για όσους τα προγράμματα εκπαίδευση φρόντισαν να τον αγνοούμε, ανατρέχω στην γραφίδα του Α. Παπαδιαμάντη, από το διήγημά του «Χρήστος Μηλιόνης»:
Περί τα μέσα του ΙΗ΄αιώνος κατείχεν ο Χρήστος Μηλιόνης τα αρματολίκια της Ακαρνανίας, του Βάλτου και Ξηρομέρου, είς των αντιπροσώπων της σφαδαζούσης ελληνικής ελευθερίας, των περιφανέστερον παραστησάντων εις τον εκπεπληγμένον ευρωπαϊκόν κόσμον τα δίκαια του αδικουμένου έθνους∙ ουδέποτε είχε συνθηκολογήσει με τους Τούρκους. Τούτο εκφράζει τρανότερον πάσης ιστορικής μαρτυρίας ο στίχος του δημοτικού άσματος: «Όσο είν’ ο Χρήστος ζωντανός, Τούρκο δεν προσκυνάει».
Στη Λιβαδειά ο Δήμος Κομνάς πούλησε τα χρυσαφικά της μάνας του. Τον γέλασαν στη συναλλαγή μα πάλε ήταν κάμποσοι παράδες. Ταξίδεψε μετά στη Χαλκίδα απ’ όπου πήρε πλοίο για το Βόλο κι από ‘κει άλλο που τον έφερε στην Πόλη. Ο Δήμος Κομνάς θα προκόψει στον νέο τόπο που αποφάσισε να ζήσει. Θα κάμει οικογένεια κι ένας γιος του θα σπουδάσει την ιατρική στην Ευρώπη. Εκείνος με τη σειρά του, επιστρέφοντας στην Πόλη, θα δημιουργήσει τη δική του οικογένεια, θ’ αποκτήσει παιδιά, ένα εκ των οποίων, ο Τζανής, γεννημένος το 1796, θα καταγράψει την ιστορία των χρόνων του, μέσα από την μικροϊστορία, τους πόθους, τα πάθη, και τα παθήματα της οικογένειάς του, των συγγενών και των φίλων του.
Το χρονικό πλαίσιο μέσα στο οποίο αναπτύσσεται αυτή η καταγραφή εκτείνεται από τις 14 Νοεμβρίου 1808, τη νύχτα που ξέσπασε η μεγάλη πυρκαγιά στην Πόλη, μέχρι τις 27 Σεπτεμβρίου 1831, με τον αφηγητή να περιφέρεται στα αποκαΐδια μιας άλλης φοβερής πυρκαγιάς στο ίδιο τόπο. Στ’ αποκαΐδια μιας Πόλης και μιας κοινωνικής περιόδου, μιας ολόκληρης εποχής.
Είκοσι τρία χρόνια από τη μια φωτιά στην άλλη. Χρόνια που η σκεπασμένη χόβολη τεσσάρων αιώνων σκλαβιάς, συνύπαρξης, αντιθέσεων, ίντριγκας και πόθου ελευθερίας αναζωπυρώθηκε, φούντωσε κι οι φλόγες της έκαναν παρανάλωμα ζωές, περιουσίες, όνειρα, έρωτες, ιδέες, κι από τις στάχτες πρόβαλλε το κρατικό μόρφωμα της νέας Ελλάδας, μπολιασμένο ως το μεδούλι με τον χατζηαβατισμό της συναλλαγής, του ρουσφετιού, της απάτης, της αφιλίας, του μικροσυμφέροντος, και τόσων άλλων αρνητικών χαρακτηριστικών της μήτρας στην οποία κυοφορήθηκε για τετρακόσια χρόνια. Χαρακτηριστικών που μας διακρίνουν μέχρι σήμερα και μας οδήγησαν στο τέναγος της εθνικής κατάθλιψης των ημερών που ζούμε.
Ο Δήμος Κομνάς, λοιπόν, είναι ο μυθιστορηματικός γεννήτορας της οικογένειας Κομνά, στην Πόλη, και πάππος του Τζανή που είναι ο κεντρικός ήρωας στο μυθιστόρημα του Γιάννη Καλπούζου «Άγιοι και δαίμονες – Εις ταν Πόλιν».
Ξεκινώντας από το 1808 ο, δωδεκαετής τότε, Τζανής θα αναδιηγηθεί τη ζωή του μέχρι τα τριάντα πέντε χρόνια του, καθώς και τη ζωή των άλλων, με φόντο το ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο. Τα κομβικά σημεία σ’ αυτό το πλέγμα αληθινών και επινοημένων γεγονότων είναι τα ακόλουθα: Η μεγάλη πυρκαγιά του 1808 στην Πόλη. Η καταστροφική επιδημία πανώλης του 1812. Η σταδιοδρομία του Τζανή ως μυρεψού. Η μύησή του στην μυστική επαναστατική Εταιρεία του Φοίνικα. Η φυγή του, με πλοίο για την Οδησσό, προκειμένου να σώσει το κεφάλι του αφού αποκαλύφθηκε η σχέση του με παντρεμένη χανούμισσα. Η διάσωσή του μετά από ναυάγιο στον Εύξεινο πόντο και η παραμονή του στην περιοχή της Κερασούντας. Η σύλληψη, η φυλάκιση και η απόδραση από τη φοβερή φυλακή του Μπάνιον. Οι διεργασίες για την κήρυξη της ελληνικής επανάστασης. Η μύησή του στην Φιλική Εταιρεία. Η προδοσία που είχε ως αποτέλεσμα να μην εκραγεί η επανάσταση στην Πόλη. Ο αφορισμός των επαναστατών από τον Πατριάρχη Γρηγόριο Ε’. Το πέρασμα του Προύθου ποταμού, ο Ιερός Λόχος, το Ιάσιο και το Δραγατσάνι. Ο απαγχονισμός του Γρηγορίου Ε’ και η ενθρόνιση του πόρνου Πισιδίας Ευγένιου. Το πέρασμα του Τζανή στη Χίο, η απόβαση των Σαμιωτών του Λυκούργου Λογοθέτη στο νησί και η Σφαγή της Χίου. Η καταστροφή των Ψαρών. Το πέρασμα του Τζανή στο Μοριά, η μάχη στο Μανιάκι, η αιχμαλωσία και η μεταφορά του στην Αίγυπτο. Η επιστροφή του Τζανή στην Πόλη. Η πυρκαγιά του 1831.
Το συγγραφικό τέχνασμα του Γιάννη Καλπούζου συνίσταται στο ότι εμφανίζει τον κεντρικό του ήρωα να είναι ο συγγραφέας του βιβλίου και να τροφοδοτεί, ο ίδιος ο ήρωας, την αφήγηση με παρένθετες διηγήσεις από τα πρόσωπα που συγκροτούν την καθημερινότητά του, και συνεπώς αποτελούν τους άλλους χαρακτήρες του μυθιστορήματος, αλλά και να εντάσσει επιστολές και ημερολογιακές καταγραφές αυτών των προσώπων. Έτσι ο Γιάννης Καλπούζος πλουτίζει την αφήγηση και το κείμενο χρωματίζεται με την ιδιαιτερότητα της φωνής και του τρόπου κάθε αφηγητή.
Σημαντικό πλεονέκτημα και μαζί κατάκτηση του συγγραφέα αποτελεί η γλώσσα του μυθιστορήματος. Είναι αφ’ ενός η καθομιλουμένη κοινή ρωμέϊκη, προσμεμιγμένη με πλήθος λέξεων της οθωμανικής κοινής, αφ’ ετέρου η λόγια ελληνική της εποχής. Η λαϊκή γλώσσα είναι προσαρμοσμένη από τον συγγραφέα έτσι ώστε να γίνεται κατανοητή σήμερα. Οι οθωμανικές λέξεις και εκφράσεις, πολλές εκ των οποίων είναι παραφθαρμένες ελληνικές, υπομνηματίζονται και επεξηγούνται στις σελίδες του βιβλίου.
Πέραν του κεντρικού, εξαιρετικά ενδιαφέροντος, μυθιστορηματικού ήρωα, ο οποίος πέρασε από φωτιά και σίδερο, ο συγγραφέας δημιούργησε πλήθος προσώπων τις κινήσεις των οποίων συνταίριασε αρμονικά, έτσι ώστε να είναι πειστικοί και να προξενούν την αναγνωστική προσδοκία από σελίδα σε σελίδα.
Θα αναφερθώ σε κάποιους ξεχωριστούς χαρακτήρες, αδρομερώς:
Ο γιατρός Αναστάσιος Κομνάς, σπουδαγμένος στην Ευρώπη, στην Πίζα, νεωτεριστής, ερευνητής στο επιστημονικό του πεδίο, με πρωτότυπες ιδέες για την ριζική αλλαγή της θεραπευτικής μεθόδου στα φρενοκομεία, μέλος της Φιλικής Εταιρείας, αντιφαναριώτης και αντικληρικαλιστής.
Ο Λεωνής, αδελφός του Τζανή, του οποίου η ζωή θα καθοριστεί από την απόφαση που θα πάρει όταν η ύπαρξή του βρέθηκε κυριολεκτικά στον πάγκο του χασάπη.
Ο Μελέκ ή Παυλής, φίλος του Τζανή, ένας ήμερος γίγαντας που όταν χρειάζεται γίνεται θηρίο ανήμερο, ένας χαρακτήρας που αντιπροσωπεύει μια τεράστια ομάδα ανθρώπων που έζησαν τους σκοτεινούς αιώνες του Οθωμανικού μεσαίωνα με μια φανερή αλλά υποκρινόμενη και μια κρυμμένη αλλά αληθινή θρησκευτική πίστη.
Η Γιοχαή και η Ισμιχάν, ένα κορίτσι και μια γυναίκα που αλλού υποχρεώνονται να ζουν και να διαθέτουν το κορμί τους κι αλλού είναι δοσμένος ο νους και η ψυχή τους.
Ο παπά – Αλύπιος, ένας θεομπαίχτης ιερέας, χαρακτηριστικός τύπος του εξωνημένου ιερατείου της εποχής, ο οποίος στο τέλος θα επιχειρήσει, απροσδόκητα, ένα ηθικό άλμα.
Ο Μποκρουζέ, οθωμανός κοινωνιστής, ανεξίθρησκος, στοχαστής, διδάχος και μέντορας του Τζανή.
Ο Ανθίας, τέλος, φίλος παιδικός του Τζανή, γητευτής των γυναικών, καταφερτζής, εραστής της ελευθερίας, ατομικής και συλλογικής, πανέξυπνος, ρέμπελος, αφιλοχρήματος, τιμητής της φιλίας, μπεσαλής, στο πρόσωπο του οποίου συμπυκνώνεται ο τίτλος του μυθιστορήματος. Ένας άγιος και δαίμονας εν ταυτώ. Ίσως ο πιο σημαντικός χαρακτήρας του βιβλίου.
Εκτός των πειστικών μυθιστορηματικών χαρακτήρων το κείμενο έχει πολλές άλλες αρετές. Ο συγγραφέας ερευνώντας και γράφοντάς το, είναι φανερό, πως πέρασε από στάδια σκληρής πνευματικής χειρωναξίας –αν μου επιτρέπεται να πω. Ένα μυθιστόρημα αυτής της πλοκής, τόσο πολυπρόσωπο, εξελισσόμενο σε μια τέτοιας έντασης χρονική περίοδο, σε χώρους κλειστούς αλλά και στο ανοικτό γεωγραφικό πεδίο, απαιτεί σοβαρή ερευνητική εργασία γιατί ο κίνδυνος της μη θεμελιωμένης τεκμηρίωσης παραμονεύει κάθε στιγμή. Πόσο μάλλον όταν πρέπει να προχωρήσει ο συγγραφέας σε θέματα τεχνικά που αναφέρονται στην τεχνολογία των αρωμάτων, της βοτανικής, των πλοίων, των φάρων ή στην αρχιτεκτονική των κτηρίων και στην τοπογραφία των δημοσίων χώρων. Κι ακόμη στην ένταξη στη μυθιστορηματική δράση εθίμων, λαογραφικών και ανθρωπολογικών στοιχείων της εποχής, δημιουργώντας ένα πανόραμα κοινωνικής ανθρωπολογίας. Η ανάπλαση της εποχής είναι εντυπωσιακή, καθώς στις γραμμές του κειμένου ανακαλύπτεις διαρκώς διόδους που διαβαίνοντάς τες βρίσκεσαι στις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα, στην Πόλη, κι αναρωτιέσαι γιατί είναι παράταιρα τα ρούχα που φοράς…
Ο Γιάννης Καλπούζος έγραψε ένα αξιανάγνωστο βιβλίο. Αν με το «Ιμαρέτ: Στη σκιά του ρολογιού» μάς εξέπληξε με την πρώτη του εμφάνιση στο συνθετικό κείμενο, τώρα βεβαιωνόμαστε πως ξέρει να γράφει καλά. Μετέρχεται μάλιστα μικτές τεχνικές της γραφής αποτελεσματικά. Οι δυνατότητές του σ’ αυτό που ονομάζουμε «ανοιχτό μυθιστόρημα» έχουν γίνει πλέον φανερές.
Ο μυρεψός Τζανής Κομνάς έγινε μέλος της συντροφίας των μυροπωλών της Πόλης όταν κατάφερε να παράξει το μύρο του δημιουργικού πόθου του. Το ονόμασε «Κυνηγός του ανέμου». Ο Γιάννης Καλπούζος σ’ αυτή την ονομασία στηρίζει τη σημειολογία του μυθιστορήματός του. Στο άπιαστο, όπως ο άνεμος. Άπιαστο του έρωτα, άπιαστο των μεγάλων προσδοκιών του ανθρώπου, άπιαστο της ειρηνικής συνύπαρξης, άπιαστο της ισονομίας και της δικαιοσύνης, άπιαστο της προσωπικής και συλλογικής ελευθερίας, άπιαστο της ευτυχίας, στο άπιαστο αλλά διαρκώς επιδιωκόμενο της δικαιωμένης ύπαρξής μας πάνω στη γη.
Θα τελειώσω όπως άρχισα τούτο το κείμενο. Ρωτώντας παλιότερα τον Γιάννη Καλπούζο για την καταγωγική του αφετηρία μου είχε απαντήσει πως γεννήθηκε στους Μελάτες της Άρτας αλλά η οικογένεια Καλπούζου πρέπει να έχει τις ρίζες της στην Αγόριαννη του Παρνασσού.
Το 1893 ο Emile Legrand εξέδοσε στο Παρίσι, σε 30 αντίτυπα, το κείμενο της αφήγησης του Αγοραννίτη Κομνά Τράκα για την δολοφονία του συγχωριανού και ξαδέρφου του Δήμου Καλπούζου, το οποίο του παρέσχε ο ιστοριοδίφης Κωνσταντίνος Σάθας. Τον Δήμο Καλπούζο δολοφόνησαν λίγο πριν την ελληνική επανάσταση δυο συγχωριανοί του βαλμένοι από τον Μουσταφάμπεη, απόγονο του μπεηζαντέ Ζαΐμη, ο οποίος κατείχε την Αγόριαννη τσιφλίκι του και την έχασε μετά από ενέργειες του Δήμου Καλπούζου στην Πόλη απ’ όπου έφερε φιρμάνι που χαρακτήριζε το χωριό κεφαλοχώρι κι όχι τσιφλίκι. Κατά τη δολοφονία ο Καλπούζος δεν πρόφτασε να χρησιμοποιήσει το γιαταγάνι του, που κατά τη συνήθεια της εποχής, το ονόμαζε Λελούδα, από το όνομα της όμορφης γυναίκας του. Ο Legrand στο προλογικό, γραμμένο στα γαλλικά, σημείωμα της έκδοσης μας πληροφορεί ότι την ιστορική αναφορά αναδιηγήθηκε ο και βουλευτής Κομνάς Τράκας το 1874 με τη βοήθεια σημειώσεων της οικογένειας (οικογενειακών χαρτιών) και τοπικών παραδόσεων.
Είναι πλέον ή βέβαιον πως ο συγγραφέας Γιάννης Καλπούζος γνωρίζει το κείμενο. Είναι άλλωστε προσβάσιμο στο Διαδίκτυο. Έτσι κι αλλιώς η επιλογή της αρχιτεκτονικής στερέωσης του μυθιστορήματος πατάει σ’ αυτά που γράφει ο Legrand στον πρόλογό του. Εξάλλου η περιγραφή της Αγόριαννης, από τον Δήμο Κομνά, η αναφορά στην παλιότερη ονομασία του χωριού ως Αγία Μαρίνα και η επισήμανση ότι το χωριό ξεσηκώθηκε την εποχή που συνέβη η ανταρσία του Μηλιόνη, όλα αυτά, στην έκδοση του Legrand ακουμπάνε. Ας δούμε όμως ακόμη μια ταύτιση. Ο Τζανής μαχόμενος στο Μανιάκι τον Ιμπραήμ έχει ονομάσει, κατά τη συνήθεια της εποχής, το γιαταγάνι του Γιοχαή. Έτσι όπως λέγανε τον ανεκπλήρωτο έρωτά του.
Κάτι βαθύτερο όμως αισθάνομαι ότι υπάρχει στη σχέση του συγγραφέα με τούτη την αναδιήγηση του Κομνά Τράκα.
Ο μονογενής του δολοφονημένου Δήμου Καλπούζου ήταν εκείνος που ξεσήκωσε τα χωριά της Λιβαδειάς κατά των Τούρκων, τις παραμονές της επανάστασης, και μετά τη νίκη του στο χωριό Βισβάρδι όπου σκοτώθηκε και ο μπουλούμπασης Ταήραγας, αναγνωρίστηκε καπετάνιος της Λιβαδειάς.
Το ονοματεπώνυμό του ήταν Ιωάννης Καλπούζος, όπως και του συγγραφέα …
Αναρωτιέμαι, μέσα από ποιές διαδρομές οδηγούμαστε στην έμπνευση και στη γραφή; Ποιες πανάρχαιες οφειλές μάς δίνει η Τέχνη τη δυνατότητα να εκπληρώνουμε; Τι όμορφα δώρα προσφέρει κανείς με την πέννα του στις πατρογονικές του ρίζες; Πόσο ακριβό είναι το δώρημα να μπορείς γράφοντας ν’ ανακουφίζεις τους λησμονημένους; Πόσο πολύτιμη είναι η στιγμή που κυνηγώντας τον άνεμο της ουτοπίας κατορθώνεις να προσφέρεις τις άκρες του στους συνανθρώπους σου μέσα σ’ ένα μπουκαλάκι μύρου;

 

Γιώργος Στυλιανού forfree.gr

«…Θρύλοι και παραδόσεις άρχισαν ν’ ακούγονται όσο ποτέ άλλοτε. Και τούτο γιατί φροντίζαμε να τους σπείρουμε ξανά στον κόσμο για να τον ζεστάνουμε με την ιδέα του ξεσηκωμού. Όπως ο θρύλος για τα τρία αδέλφια των Κρητικών που πολεμούσαν τους Τούρκους τον καιρό της Άλωσης, δίχως να ημπορούν να τους κάμουν ζάφτι χιλιάδες, και συμφώνησαν στο τέλος να τους δώκει καράβι ο Σουλτάνος να φύγουν. Κι έλεγε ο θρύλος πως δεν έφτασαν ποτέ στην Κρήτη και γυρνούν στο πέλαγος μέχρι να ξεκινήσει πάλι η μάχη για την απελευθέρωση της Πόλης και τότε θα φανούν να λάβουν μέρος.
Ακόμη θρύλους με ποτάμια στερεμένα που θα ξανακυλήσουν· για πουλιά που πέταξαν με το μήνυμα της Άλωσης βαμμένο στα φτερά τους· για τα ψάρια του Μπαλουκλί που θα επέστρεφαν στο τηγάνι του καλόγερου· για τον παπά όπου τον κατάπιε ο τοίχος της Αγια-Σοφιάς σαν μπήκαν στην εκκλησία οι Οθωμανοί και θα έβγαινε να συνεχίσει τη λειτουργία όταν λευτερωθεί η Πόλη και πόσους άλλους βάλαμε ξανά στα στόματα των ανθρώπων…»

Αληθινά στέκουν ορισμένα δημιουργήματα πάνω από τις προσδοκίες και αναμετράται ο δημιουργός με το μπόι και τις δυνάμεις του, αν μπορεί να επαναλάβει ή και να ξεπεράσει την τέχνη του. Λέγεται ότι μια μεγάλη επιτυχία, σε όποιον τομέα της ανθρώπινης δραστηριότητας, σπάνια συνοδεύεται από ανάλογου βεληνεκούς συνέχεια, γιατί ‘’η κορυφή ζαλίζει’’. Στην περίπτωση όμως του Γιάννη Καλπούζου, οι εκδόσεις Μεταίχμιο ‘’χτύπησαν φλέβα χρυσού’’, πρωτύτερα με την Ιμαρέτ και τώρα με το νέο του μυθιστόρημα Άγιοι και Δαίμονες, εις ταν Πόλιν, με το συνδετικό και του τίτλου να ισορροπεί μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, έτσι αχνογραμμένο στο εξώφυλλο, παραπέμποντας στο αντιθετικό σχήμα Άγιοι Δαίμονες.

Και τα δύο βιβλία πραγματεύονται καιρούς σκοτεινούς της ελληνικής ιστορίας, δύσκολη και αχαρτογράφητη η εποχή της οθωμανικής σκλαβιάς, που επιλέγει να αναψηλαφήσει ο καταξιωμένος πλέον συγγραφέας μας, Γιάννης Καλπούζος. 7 χρόνια κοπιαστικής έρευνας σε πηγές, Μύθος συνταιριασμένος με την Ιστορία, θαρρείς ο πρώτος να προσπαθεί να ‘’ημερώσει’’ τη σκληρότητα και να απαλύνει την τραγικότητα της ύπαρξης του αγριμιού, που κατ’ ευφημισμό λέγεται άνθρωπος.

«…Γιόρταζαν όλες οι φυλές τις νύχτες του ραμαζανιού. Άλλαζε και η Πόλη κι έγλεπες ολούθε φώτα. Χιλιάδες φανάρια στα χέρια των ανθρώπων λάμπες λαδιού στα μαγαζιά, στα σπίτια και στα κατώφλια λαμπάδες, κεριά, πυρσούς, καντήλια και λυχνάρια με ένα, δύο και τρία φυτίλια στους δρόμους και στις πλατείες από τους πουλητάδες, τους διασκεδαστές και τους τσαρλατάνους φανάρια κρεμασμένα στους μιναρέδες των τζαμιών σε κύκλους και μισοφέγγαρα, τα λεγόμενα μαχιγέ καντήλια δεμένα με σχοινιά από μιναρέ σε μιναρέ να σχηματίζουν στίχους του Κορανίου φωτισμένα όλα τα δημόσια κτίρια πολύχρωμα πυροτεχνήματα να φωτίζουν κατά διαστήματα τον ουρανό βεγγαλικά να ξεφυσούν φωτιές στις πλατείες κανονιές να προσθέτουν λάμψεις και κρότους καθώς ρίχνονταν απ’ την Πόλη, τον Γαλατά και το Σκούταρι…»

Πατρίδα του μυθιστορήματος η Πόλη, μα η δράση επεκτείνεται από τον Πόντο στο Μανιάκι και από τη Μολδοβλαχία στη Χίο. Εποχές δύσκολες, εκκρεμές που ταλαντώνεται γύρω από την κομβική χρονιά, που ξεσπά η ελληνική επανάσταση και ακραία ιστορικά σημεία το 1803 και το 1831, στο ένα άκρο του χρόνου να στέκει η πλησμονή για μιαν ελεύθερη κρατική οντότητα και στο άλλο να απηχεί και να αντηχεί, ως ελεγεία των μεγάλων μας ποιητών, του Σολωμού και του Κάλβου, η οδυνηρή ματαίωση των προσδοκιών ενός λαού.

Πρωταγωνιστής ο Τζανής Κομνάς, ένα ελληνόπουλο που γεννήθηκε λίγα χρόνια πριν την αλλαγή του αιώνα στην πρωτεύουσα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, αρωματοποιός στο επάγγελμα. Συνοδοιπόροι στην τρικυμισμένη ζήση του, ο ‘’κομψευόμενος’’ καρδιοκατακτητής Ανθίας κι ο καλοκάγαθος γίγαντας, ο κρυπτοχριστιανός Μελέκ- Παυλής.

Ισάξιος των ανθρώπων πρωταγωνιστής η Πόλη, αλλά μην νομίσετε αυτή που συνήθισε να λέγεται η ‘’Βασιλεύουσα’’ του Βυζαντίου ή η Ιστανμπούλ των σύγχρονων τουριστικών οδηγών. Τούρκοι, Ρωμιοί, Αρμένιοι, Εβραίοι, Φράγκοι, Κούρδοι οι κάτοικοι, μουσουλμάνοι, χριστιανοί, κρυπτοχριστιανοί και εξισλαμισμένοι αλλόθρησκοι, ένα πραγματικό συνονθύλευμα εθνών, θρησκειών και γλωσσών κι ένα καζάνι που βράζει η ιστορική συγκυρία. Η Πόλη με τους σουλτάνους και τις εξεγέρσεις των γενιτσάρων, τα χαρέμια και τις οδαλίσκες, τις γυναίκες –αντικείμενα και τις γυναίκες του πόθου, κρυμμένες πίσω από τα σαχνισιά ή τη μαντήλα, τις μουσουλμάνες λεσβίες, τις ‘’σεβιτζί’’ και τις ανεκδιήγητες ερωμένες των πατριαρχών. Η Πόλη με τα αρχοντικά, τα μυροπωλεία, τους καφενέδες και τα καπηλειά των 1.000τ.μ, τη Μεγάλη του Γένους Σχολή και το Πατριαρχείο, το Τοπ- Καπί και την αποτρόπαια φυλακή του Μπάνιον.

Κι ακόμη η Πόλη με τις γιορταστικές παρελάσεις των συντεχνιών, τις ολονύχτιες κατανύξεις του Ραμαζανιού, τα πανηγύρια των Ρωμιών και τις εξευρωπαϊσμένες χοροεσπερίδες των ξένων πρεσβειών. Οι ολέθριες πυρκαγιές, που ξεσπούσαν ασύμμετρες απειλές κι αφάνιζαν ολόκληρες γειτονιές με ξύλινες παράγκες ή αρχοντικά, η φοβερή πανούκλα του 1812-13, που θέρισε εκατοντάδες χιλιάδες ψυχές, ο φρικώδης διωγμός των Ελλήνων στο ξεκίνημα του ‘21, όταν προδόθηκε το μυστικό της Φιλικής Εταιρείας, με τα αμέτρητα πετσοκομμένα πτώματα να κατακλύζουν τα βρωμερά σοκάκια ή να επιπλέουν στον Κεράτιο και το Βόσπορο.

Με ψυχολογικό υπόβαθρο τον πόθο, το φόβο και τον όχλο, αλέθονται στο μύλο της Ιστορίας, ψυχές και σώματα, που θα γνωρίσουν τον έρωτα και τα αρώματα της ζωής, τη μοναξιά, την αυτοθυσία, την αλληλεγγύη, την προσδο-κία για ένα καλύτερο αύριο, αλλά και την αγριότητα του πολέμου, το φανα-τισμό, τη μισαλλοδοξία, την απάνθρωπη νέκρωση των συναισθημάτων μπρο-στά στα δεινά. Εντέλει το αισιόδοξο μήνυμα ότι την καταιγίδα στην ανθρώπι-νη ψυχή διαδέχεται νομοτελειακά η γαλήνη μα και η φοβερή παραδοχή ότι το τέλος ενός κύκλου ακολουθεί το αρχίνημα ενός νέου και τα ίδια λάθη είναι γραφτό να επαναληφθούν.
Μια τόσο γεμάτη ζωή είναι πασίδηλο ότι θα έπρεπε να συντρέχουν δεκάδες δευτεραγωνιστές, που υπέροχα χειρίζεται ο συγγραφέας κι αποδίδει τις αντάξια δραματικές βιωτές τους. Ο εξισλαμισμένος Λεωνής Κομνάς, αδελφός του Τζανή, οι μεγάλοι έρωτες του πρωταγωνιστή, η Ισμιχάν και η Γιοχαή, ο σαλός πατέρας του ο Αναστάσιος, ο σπουδαγμένος Δημητράκης Κομνάς, ο φιλόσοφος και συμβουλάτορας του Λεωνή, ο Μποκρουζέ, ο προδότης Γόργας, ο έκφυλος παπα-Αλύπιος, η πανέμορφη Χιώτισσα Λιονού, η κοκόνα Ροδόπη, ο τσελεμπί Χαϊντάρ, αλλά κι ο Σάμιος ηγέτης των επαναστατημένων νησιωτών Λογοθέτης κι ο ήρωας του Μοριά, ο Παπαφλέσσας.
«…Γιοχαή- Από το ημερολόγιό της..
«…30 Νοεμβρίου 1816
Σήμερα το πρωί έφεραν οκτώ φυλακισμένους να κάμουν δουλειές στον κήπο. Τι δυστυχισμένα πλάσματα! Τι κακουργήματα να έχουν κάνει; Όλες οι γυναίκες του χαρεμιού τρέχαμε από σαχνισί σε σαχνισί να τους βλέπουμε. Ο Ρουστέμ πασάς λείπει με τον στόλο […]
Κόλλησαν τα μάτια μου σε έναν νέο. Τι όμορφα που είναι τα χέρια του! Έχει χάρη το κορμί του, κι ας την κρύβουν τα κουρέλια που φορεί. Γίνεται να είναι κακούργος;
Το πρόσωπο και το κορμί του είναι αδύνατο. Φορεί και μια άσπρη κορδέλα στο κεφάλι. Τον φαντάζομαι ακόμη πιο όμορφο αν λείψει η τόση βρομιά απ’ το πρόσωπό του. Όμως και πάλι είναι πολύ όμορφος!
Κοιτούσε πολλές φορές προς τα σαχνισιά. Σίγουρα δεν μας έβλεπε. Τι να σκεφτόταν άραγε; Πόσο θα ήθελα ν’ ακούσω τη φωνή του! Έμεινα να τον βλέπω, ώσπου νύχτωσε και τους έκλεισαν στο υπόγειο…»

Εδώ έγκειται και το μεγάλο κερδισμένο στοίχημα της συγγραφικής δουλειάς του Γιάννη Καλπούζου. Είναι η ορθοτομημένη αγάπη του δημιουργού για τη γλώσσα, τη γλώσσα στο σταυροδρόμι κοσμοϊστορικών αλλαγών, τη γλώσσα που πάλλεται από την υγιή και παραγωγική μίξη των πολιτισμών και αποτελεί το πρώτο και μόνο καταφύγιο της άνω θρώσκουσας φύσης. Είναι η διάλεκτος, που κουβαλούν και σήμερα -στην ψυχή τους περισσότερο- οι εναπομείναντες λίγοι απόγονοι του Τζανή, του Ανθία και του Μελέκ, των Βυζαντινών οπαδών της πράσινης ή της βένετης φατρίας, των Φαναριωτών και των Φιλικών. Είναι η γλώσσα που προσομοιάζει καταπληκτικά στη σύγχρονη καθομιλουμένη της Κύπρου και των νησιών μας του Ανατολικού Αιγαίου. Περίτου (=περισσότε-ρο), που (=από), πούπετα (=πουθενά), συντυχαίνω (=κουβεντιάζω), λαλώ (=μιλώ), άτζαμπα (=άραγε), (μ)πιλέ (=ούτε), αμά (=αλλά), καρσί (=απέναντι), κουμάρι (=χαρτοπαίγνιο), ιμπνές (=μτφ. ομοφυλόφιλος, ιμπνέ: κορίτσι) και δεκάδες άλλες λέξεις αλλά και δανεικές εκφράσεις από τα τουρκικά. Ιδιωματισμοί, παραφθορές ονομάτων, επαγγελμάτων και ιδιοτήτων, που επιβίωσαν διαχρονικά, όπως ο σπετσιέρης (=φαρμακοποιός), ο κάλφας (=βοηθός μάστορα), ο μπαρμπέρης (=κουρέας), ο μπαξεβάνης, αλλά κι ο μποσταντζής (=κηπουρός), ο κουγιουμτζής (=χρυσοχόος), ο σιμιτζής (=κουλουράς), ο τουλουμπατζής (=πυροσβέστης), ο κασάπης κι ο πακάλης, που σας αφήνω να φανταστείτε τις επαγγελματικές τους ενασχολήσεις…

Ο Καλπούζος διευκολύνει τον αναγνώστη με πλήθος εξηγήσεων στο κάτω μέρος της σελίδας και με λόγο ισάξιο ενός Μακρυγιάννη μας αποκαλύπτει το βαθύτερο κίνητρό του:
‘’…Ανίσως δε πλουτίζω με τη φαντασία μου όσα μπροστά δεν ήμουνα, τίποτε δεν αλλάζει απ’ την αλήθεια. Όλα τα βαθύτερα καταπώς τα περιγράφω συνέβηκαν. Κι αν πελεκώ τις κουβέντες των ανθρώπων όπως ο ντουβαρτζής την πέτρα, είναι για να ημπορεί όποιος θελήσει να μετρηθεί με τις αράδες μου, να εννοεί και να καταλαβαίνει. Κι ακόμα, για να γενεί ετούτο το κτίσμα πιότερο στέριο και παραστατικό. Γιατί τότε, αφότου κινά η ιστορία μου, η γλώσσα μας σαν το θολό νερό ήταν, κι αν έτσι ατόφια την άπλωνα ομπρός στα μάτια σας, οπίσω θα μου εγυρίζατε τα γραφούμενά μου διά να σας εξηγώ. Και πλιο πού να με εύρετε! Κράτησα μονάχα ολίγον από το χρώμα και τη μυρουδιά απ’ όσους μου συντύχαν με τη λαλιά τους κι άφηκα καθώς μου τα έδωκαν τα γραφούμενα. Ετσι, σαν να μυρίζεται κανένας τον καφέ -που καχβέ τον λέγαμε-, να γεύεται μια-δυο ρουφηξιές και ίσαμε κει να μένει. Όλον να μην τον πίνει.
…Αμά και να ‘θελα, δεν θα ημπορούσα ολότελα τη γλώσσα μου να την απαρατήσω. Γιατί ο άνθρωπος ένα γίνεται με τη γλώσσα του, κι αν την αποχωριστεί θέ’ να ‘ναι κάποιος άλλος. Θα ‘ναι ωσάν να τον χτύπησε συφόρεση, αφήνοντας άγγιχτο το κορμί του και μισό το μνημονικό του. Και τι είναι ο άνθρωπος δίχως το βύζαγμα του χθες; Θεριό κι αγρίμι, και ντονμές και μουρτάτης, καταπώς λαλούσαμε τους αρνησίθρησκους.
Κι αν καταγίνομαι να κάμω τούτο το στόρημα παραστατικό, είναι να μη σταθεί ο αναγνώστης αδιάφορος όπως στέκουν οι περισσότεροι στα ξένα παθήματα ή στ’ αλαργινά. Γιατί θαρρώ πως έχει να ωφεληθεί ανάβοντας το φιτίλι του στο καντήλι των καιρών μου…’’
Στα δυνατά σημεία της αφήγησης, θα συμπεριλάβουμε τη λεπτή μα τόσο δραματική ισορροπία ανάμεσα στο ατομικό και το συλλογικό, την κλιμάκωση που επιτυγχάνει η πλοκή, καθώς κινούμαστε από την ειρηνική ζωή (ατομικό) των αρχικών κεφαλαίων του βιβλίου, όπου παρεμβάλλονται οι φρικώδεις σκηνές των συνεπειών της πανούκλας ή της μεγάλης πυρκαγιάς, στη δραματική κορύφωση και την απίστευτα τραγική ζωντάνια της περιγραφής της επαναστατημένης (και καταπνιγμένης) μειονότητας (συλλογικό) προς τα τελευταία κεφάλαια, με πλήθος μαρτυριών – με τη μορφή καταγραφής ημερολογίου των πρωταγωνιστών και των δευτεραγωνιστών Ελλήνων και Τούρκων- για τον εξανδραποδισμό των Ρωμιών στο ξέσπασμα της εξέγερσης ή των σφαγών στην Πόλη, τη Χίο ή το Μανιάκι.

«…Μαρτυρία του θείου Γιακουμή
Η σάρα και η μάρα μας χτύπησε. Ήρτε στο σπίτι ο τούρκος Μεχμέτ αγάς, που μας έφερνε κάρβουνα. Γενίτσαρος αυτείνος και τον ξεύραμε χρόνια.
‘’Αύριο, κοκόνα Ζαφείρα, κόψουμε όλο ραγιά. Γιάμα κόρκμα (σ.σ. μη φοβάσαι) Εγώ με ντικούς μου πήραμε το μαχαλά και θα’ ρθω σπίτι ντικό σου’’, είπε στη θείτσα σου.
‘’Να μας γλιτώσεις, Μεχμέτ αγά;’’
‘’Όι, άμα εζιέτ ετμεεντζέιμ!’’
‘’Τι θα ειπεί δεν θα μας βασανίσεις, Μεχμέτ αγά;’’
‘’Ιστέ (σ.σ. να κοίτα, ιδές), κοκόνα Ζαφείρα. Εγώ χιτλ, κατόλου, εζιέτι (σ.σ. ταλαιπωρία, βασάνισμα) ντεν κάνω. Φριιιγ και βέσελαμ!’’ αποκρίθηκε κι έδειχνε με το χέρι του πως κατεβάζει το χατζάρι να μας κόψει μια κι όξω…»

Δίνοντας τα εχέγγυα ενός δημιουργού, που πρώτιστα νοιάζεται για τη γλώσσα και τη συνέχειά της στους αιώνες, αφού εκεί βρίσκεται η ζωογόνα πνοή κάθε λαού και υπηρετώντας επάξια τη διαχρονική ελληνική του Μακρυγιάννη, του Παπαδιαμάντη, του Βιζυηνού και την εξαίρετα αισθαντική μαρτυρία της Διδώς Σωτηρίου και του Στρατή Δούκα, ο Γιάννης Καλπούζος, , συνέγραψε ένα ευπώλητο υψηλό μυθιστόρημα, προσφορά ανεκτίμητη, ακριβώς για το λόγο ότι απευθύνεται στο ευρύ βιβλιόφιλο κοινό, για τα ελληνικά γράμματα.

Γιώργος Στυλιανού forfree.gr

 

ΔΗΜΗΤΡΑ ΚΩΛΕΤΗ

Με αφετηρία την πυρκαγιά του 1808 ο Τζανής, ο κεντρικός ήρωας του βιβλίου «Άγιοι και δαίμονες, εις ταν Πόλιν» του Γ. Καλπούζου, ξεκινά την συγγραφή του βιβλίου της ζωής του. Με αφηγητή τον ίδιο καθώς και τις μαρτυρίες του συγγενικού και φιλικού του περιβάλλοντος, συναρμολογείται σελίδα τη σελίδα το πάζλ στο οποίο αποτυπώνεται η ιστορία του ίδιου και της Πόλης των αρωμάτων, των παθών, των αγίων και των δαιμόνων του 19ου αιώνα. Από το 1808 έως το 1831 ζούμε μαζί του τις ζοφερές μέρες κατά τις οποίες η πανούκλα θέριζε χιλιάδες ανθρώπινες ζωές, νιώθουμε την θλίψη του για τον χαμό της μητέρας του από την επιδημία, τον παρατηρούμε καθώς ασχολείται με την παραγωγή των μύρων, σεργιανάμε έχοντας στην παρέα μας τον φίλο του, τον Ανθία, στους καφενέδες των στενοσόκακων και στα χαμάμ της Πόλης, παρακολουθούμε την ορκωμοσία του κατά την είσοδό του στην επαναστατική ομάδα του Φοίνικα αρχικά και στην Φιλική Εταιρία στην συνέχεια, συναντάμε τους κρυπτοχριστιανούς της Κερασούντας και οσφριζόμαστε τον φόβο που αιωρείται στην φυλακή Μπάνιον, όπου καταλήγει μετά την καταδίκη του σε πολυετή φυλάκιση για συνέργεια σε φόνο. Με την βοήθεια των φίλων του και του Μποκρουζέ, μιας βαθιάς φιλοσοφημένης προσωπικότητας, δραπετεύει από το κολαστήριο αυτό και συνεχίζει τη ζωή του στην Πόλη όπου εκείνη την περίοδο σχεδιάζει τις επαναστατικές της κινήσεις η Φιλική Εταιρία, εν όψει του ξεσηκωμού στο Μοριά. Παίρνει και ο ίδιος μέρος μαζί με τον εξισλαμισμένο αδερφό του Λεωνή σ’ αυτές τις ενέργειές, οι οποίες εν τέλει δεν πραγματοποιούνται εξαιτίας των προδοτικών στάσεων που επικράτησαν. Η επανάσταση όμως στο Μοριά τον Μάρτιο του 1821 και η αποκάλυψη του σχεδίου για τον ξεσηκωμό των Ρωμιών στην Πόλη γεννούν τα αντίποινα. Αποκεφαλισμοί, βιασμοί, τρομοκρατία και χιλιάδες πτώματα που επιπλέουν στον Κεράτιο κόλπο είναι αυτά που αφήνει πίσω του ο Τζανής όταν φεύγει από την Πόλη για να συνεχίσει τον αγώνα του στην Χίο του 1822, ζώντας την καταστροφή της, και ύστερα στο πλευρό του Παπαφλέσσα στην ηρωική μάχη του στο Μανιάκι το 1825. Επιστρέφει στην Πόλη μετά από την πενταετή του σκλαβιά στην Αίγυπτο του Ιμπραήμ, το 1830 όπου συμπληρώνει στο βιβλίο του την ιστορία αγάπης της σκλάβας Γιοχαής… Το βιβλίο του κλείνει όπως ακριβώς άρχισε, με μια πυρκαγιά, στα αποκαΐδια της οποίας ο Τζανής αναρωτιέται αν από τις στάχτες μπορεί να γεννηθεί ένας καινούργιος κόσμος……

Το «Άγιοι και δαίμονες, εις ταν Πόλιν» είναι ένα ακόμα υπέροχο, καλογραμμένο ιστορικό μυθιστόρημα από την εκλεπτυσμένη και προσεγμένη πένα του Γ. Καλπούζου. Με μια ενδιαφέρουσα και πολυποίκιλη γλώσσα ο αναγνώστης μεταφέρεται στην Πόλη των αρωμάτων και των αντιθέσεων. Η σταύρωση του Τζανή από τους γενίτσαρους, οι σφαγές, οι αποκεφαλισμοί και οι βιασμοί που διαπράχθηκαν κατά την διάρκεια της καταστροφής της Χίου το 1822 καθώς και τα αντίποινα του ξεσηκωμού στους Ρωμιούς της Πόλης είναι σκηνές που η ένταση της περιγραφής τους θλίβουν τον αναγνώστη και τον στοιχειώνουν για καιρό. Ένα βιβλίο που αν και σε μεταφέρει σε μακρινές εποχές η αφήγηση της ιστορίας των ηρώων του καθώς και της Πόλης του 19ου αιώνα σε κάνει εντούτοις να θεωρείς πως περπάτησες και εσύ στα σοκάκια της Βασιλεύουσας και πως έζησες την Ιστορία της όντας εκεί.
Ένα αξιοθαύμαστο ιστορικό μυθιστόρημα!
Ένα βιβλίο που αξίζει να διαβαστεί!
“Το “και” του τίτλου που αχνοφαίνεται κάνοντάς σε να τον διαβάζεις τις περισσότερες φορές “Άγιοι δαίμονες” παρά “Άγιοι και δαίμονες” για ‘μένα δείχνει πως ο άνθρωπος εμπεριέχει και το καλό και το κακό και βγάζει στην επιφάνεια, καλύπτοντας το ένα το άλλο, αυτό που θα τον προστατέψει από τις εποχές και θα τον κάνει να εγκλιματιστεί σ’αυτές.”

Βαθμολογία 5/5
Δήμητρα Κωλέτη

 

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ ΚΑΛΑΜΑΡΑΣ

Ο Γιάννης Καλπούζος μετά το «Ιμαρέτ», που είδε τις πωλήσεις του να ξαφνιάζουν αυτόν και τον εκδότη του, χτυπάει και πάλι κόκκινο στις λίστες των μπεστ σέλερ, με το μυθιστόρημά του «Αγιοι και δαίμονες εις ταν Πόλιν». Ο οθωμανικός κόσμος και το περιβάλλον του είναι και πάλι παρόντα, αφού οι απέναντι εξακολουθούν να είναι οι άλλοι και οι ξένοι, άρα το αναγνωστικό ενδιαφέρον δεν εκπίπτει.
Μεταξύ μύθου και πραγματικότητας, η ζυγαριά δεν γέρνει ούτε στο ένα ούτε στο άλλο μέρο της, γιατί το υλικό του είναι πάντα ζωντανό και πλαστουργό κι ας έλκει τη ρίζα του από το μακρινό παρελθόν: μιας ζωντανής περιόδου της Πόλης, που οριοθετείται από το 1808 ώς το 1831. Πλούτος και φτώχεια, οράματα και ιδιοτέλειες, γενίτσαροι και μισθοφόροι, πόρνες και τραβεστί. Μια πολυεθνική και πολιτισμική κοινωνία που παίρνει ενέργεια από τα πάθη της, τα οποία είναι δημόσιες αρετές κι όχι ιδιωτικά βίτσια. Οι γλωσσικές ιδιαιτερότητες ξενίζουν, όμως το ξένισμά τους ξεχνιέται, καθώς αφομοιώνεται από την αφηγηματική ροή του λόγου.

 

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ ΠΑΝΤΑΛΕΩΝ

Έχοντας αποσπάσει την επιβράβευση χιλιάδων αναγνωστών για το προηγούμενο μυθιστόρημά του, Ιμαρέτ. Στη σκιά του ρολογιού, ο Γιάννης Καλπούζος παραμένει με το νέο του  βιβλίο στην ιστορική μυθιστοριογραφία και στα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Η μετατόπισή του είναι χωρική. Από τη γενέθλια Άρτα μεταφέρεται τώρα στην Κωνσταντινούπολη, την πόλη με τους χίλιους μύθους και την πολυφυλετική φυσιογνωμία, ιδεατή στο συλλογικό φαντασιακό, αλλά και την πόλη που πολλάκις αγαπήθηκε από το ευρύ αναγνωστικό κοινό. Κανένας απ’ όσους αναζητούν στη λογοτεχνία αναπαραστάσεις των συνδηλώσεων της Κωνσταντινούπολης ως τόπου θαυμάτων και επικών δραμάτων, μυσταγωγίας και μεθυστικής φρεναπάτης, δεν θα απογοητευτεί από το μυθιστόρημα του Καλπούζου. Ο συγγραφέας αναβιώνει την Πόλη μέσα από τις πρωτοπρόσωπες μαρτυρίες των κεντρικών χαρακτήρων, αλλά πρωτίστως με πυξίδα την απαραγνώριστη ερευνητική του δουλειά. Ωστόσο, τα γερά θεμέλια του πραγματολογικού υλικού δεν αποτρέπουν τις διαφυγές σε ονειρικές ενατενίσεις. Ο Καλπούζος δεν φοβάται να αφομοιώσει στη μυθοπλασία τη στερεότυπα ιδεαλιστική εξεικόνιση της Κωνσταντινούπολης, όπως επίσης δεν φοβάται να υπονομεύει αυτή την εξωραϊστική θέα με απομυθοποιητικές περιγραφές, που διαρρηγνύουν εύστοχα τη μυστικιστική ομίχλη. Μολονότι τα μυθοπλαστικά γεγονότα καλύπτουν διάστημα περίπου 25 χρόνων, από το 1808 μέχρι το 1834, επιτρέποντας στον συγγραφέα να εξεικονίσει μια πολύπτυχη τοιχογραφία, η οπτική του αποφεύγει τις μεγεθύνσεις και τις εθνικές, μεγαλορρήμονες στοναχές και αφουγκράζεται τους ήσσονες, χαμηλόφωνους στεναγμούς των ηρώων του. Γι’ αυτό τον λόγο, αναθέτει την αφήγηση στον Τζανή Κομνά, έναν Έλληνα της Κωνσταντινούπολης, ο οποίος συνθέτει το προσωπικό του χρονικό, χωρίς να φιλοδοξεί να υποστυλώσει την Ιστορία με το δικό του ιστοριογραφικό λιθαράκι, αλλά με την ελπίδα να σταθεί κάποτε κάποιος για να το κοιτάξει. Όπως ο ίδιος σημειώνει στον πρόλογο των απομνημονευμάτων του, «θαρρώ πως έχει να ωφεληθεί ανάβοντας το φιτίλι του στο καντήλι των καιρών μου». Διότι «τι είναι ο άνθρωπος δίχως το βύζαγμα του χθες;»
Η ταπεινοφροσύνη διατρέχει τα γραφόμενα του Τζανή. Η αυτοβιογράφησή του ουδέποτε εκτραχύνεται σε θρηνητικές ή ελεγειακές παρακρούσεις, καθώς οι φωνητικές του χορδές δεν προσφέρονται για κρεσέντο και έτσι διατηρούν το ηχόχρωμα της νηφαλιότητας. Μόνον από το 1820 και μετά η αφήγησή του υποχρεώνεται να διαβεί σκολιές οδούς, εγκατεσπαρμένες με πτώματα χριστιανών, σφαγιασθέντων από αποθηριωμένους Οθωμανούς, έξαλλους για την ανταρσία των υποτελών τους. Μέχρι τότε ο Τζανής φτιάχνει σελίδα τη σελίδα μια ζωηρόχρωμη ζωγραφιά της γενέτειράς του και όσο αυξάνονται τα χρόνια της ζωής του, με τον ίδιο ρυθμό αποκτά περισσότερο πλάτος και βάθος η πόλη, την οποία δεν κουράζεται να ανακαλύπτει. Ακόμη και όταν αναφέρεται στην προσχώρησή του στις ομάδες που οργανώνονταν για την απελευθέρωση των Ελλήνων, ο λόγος του δεν υποκύπτει στον πειρασμό του ηρωισμού. Το μόνο ανδραγάθημα για το οποίο θα μπορούσε να καυχηθεί χωρίς συστολή ο Τζανής, ήταν ότι κατάφερε να κάνει κανόνα του βίου του την παραίνεση της μητέρας του, που τον ενθάρρυνε να πιστεύει ότι έχει τη δύναμη να κάνει κάτι σπουδαίο, ανεξάρτητα από την εκάστοτε συνθήκη. Και αυτή η πίστη τού χάρισε μύρα και πόνους. Ύστερα από χρονοβόρες αποστάξεις η ζωή τού ενστάλαξε τον «Κυνηγό του Ανέμου», μύρο εκλεκτό και αιθέριο, που ξετρέλαινε τις χανούμισσες των σεράι και τις αρχόντισσες της Πόλης. Η ονοματοδοσία του αρώματος απηχούσε το βαθύ αίσθημα ελευθερίας του Τζανή, καθώς ήταν εμπνευσμένη από το αδιάκοπο φτεροκόπημα των πουλιών προς τη Μαύρη Θάλασσα και την Προποντίδα. Από το άλλο μέρος, η θέλησή του για καθετί σπουδαίο τον έφερε αναπόφευκτα στη δίνη τραγικών στιγμών και έθεσε σε δοκιμασία τις ψυχικές και σωματικές του αντοχές. Όμως στο τέλος του μυθιστορήματος ο Τζανής έχει το προνόμιο να στρέφει ξανά το βλέμμα του προς την αγαπημένη πόλη, με την επίγνωση της ανατολής μιας νέας εποχής. Καθισμένος στην αυλή του μυροπωλείου του, βλέπει μακριά, πέρα από τα ερείπια και τις στάχτες, πέρα από τα αποκαΐδια της Επανάστασης, την Κωνσταντινούπολη έτοιμη να δεξιωθεί μια φυσιογνωμία ευρωπαϊκή, ένα ακόμη πλουμίδι στο πολυπολιτισμικό της παλίμψηστο.
Συνοδοιπόρος στις περιπλανήσεις του Τζανή, ο έκπαγλος Ανθίας, το πιο μαγικό πλάσμα του βιβλίου, η ενσάρκωση παράφορων αντινομιών. Άσωτος και άγιος, δαιμονικός στις πιο πολλές στιγμές του, αλλά και σπαρακτικά γενναιόδωρος, εξαργύρωνε με γυναικείες αγκαλιές την ομορφιά του και ξεγλιστρούσε ταχυδακτυλουργικά από τις κακοτοπιές, όπου τον έσερνε η αυθάδειά του, σχεδόν αλώβητος. «Φέγγιζε ωσάν το ζαφείρι κάτω απ’ τη λέρα. (…) Ωσάν να είχε κατακτήσει το άφθαρτο, να το εγνώριζε, να μην τον ένοιαζε και να περιγελούσε τη ζωή και τον θάνατο».
Στο πλευρό αυτού του ασύδοτου αγγέλου, ο Τζανής ρίχνεται με ορμή στις γειτονιές και τους δρόμους της Κωνσταντινούπολης και μαζί μοιάζουν να φυλλομετρούν ένα παραμύθι, το οποίο στέκει ολάνοιχτο και απέραντο ακριβώς μπροστά τους. Οι δυο τους σεργιανίζουν στους μαχαλάδες της Πόλης, άλλοτε σαν παιχνιδιάρικα τελώνια και άλλοτε σαν περιστρεφόμενοι δερβίσηδες, μπλέκονται στο σμήνος των κάθε λογής πλανόδιων πωλητών, χαζεύουν τις πραμάτειες και τα παζάρια των υποψήφιων αγοραστών, κρυφοκοιτάζουν στα θορυβώδη εργαστήρια των διαφόρων συντεχνιών, μαντεύουν γυναικεία βλέμματα να παραμονεύουν πίσω από σφαλιστά παράθυρα, απομυζούν την ευωχία από τα γλέντια των Τούρκων και απολαμβάνουν να πηγαίνουν στον Ιππόδρομο, όπου όλες οι φυλές της γης, με εκπροσώπους ταχυδακτυλουργούς, ακροβάτες, μάγους, παλαιστές, θηριοδαμαστές, μουσικούς και χορευτές, διατράνωναν πανηγυρικά τα πράματα και τα θαύματά τους. Τις νύχτες, πάλι, του Ραμαζανιού η Πόλη παραδινόταν στη μυσταγωγία και έλαμπε από μυριάδες φλόγες, που άναβαν στο όνομα της θρησκείας τους οι μουσουλμάνοι. Καντήλια δεμένα με σχοινιά από μιναρέ σε μιναρέ σχημάτιζαν στίχους του Κορανίου, βεγγαλικά στεφάνωναν τον Κεράτιο και τον Βόσπορο, ενώ στα σπίτια, στους δρόμους και τις πλατείες φανάρια, κεριά, λάμπες λαδιού, πυρσοί, καντήλια και λυχνάρια αστραποβολούσαν από ανέσπερη πίστη. Σε παρόμοια στιγμιότυπα η σκηνογραφία αναδεικνύει με τρόπο ονειρικό το φαντασιακό πρόσωπο της Πόλης. Μέσα σε αυτό το μυσταγωγικό κλίμα, που συχνά σκιάζουν οι παρεκτροπές της θρησκοληψίας και της μισαλλοδοξίας, ο ήρωας αναζητεί το δικό του πρόσωπο και την πίστη που θα τον εμψυχώσει. Ομως μέχρι να βρει τη δύναμη να ιχνηλατήσει τα όρια του εαυτού του, θα χρειαστεί να υπομείνει το μαρτύριο του σωματικού πόνου, την παρόρμηση της λιποψυχίας, την ακατάλυτη δυναστεία του φόβου, την ντροπή της ερωτικής προδοσίας και το άδειασμα της ματαιωμένης προσμονής. Μόνο τότε θα μπορέσει να καταλάβει πως «ο άνθρωπος του Θεού είναι πέρα από απιστία και πίστη. Για τον άνθρωπο του Θεού, ορθό και λάθος είναι το ίδιο». Υποστηρικτής αυτής της διδαχής είναι ένας Τούρκος, ο Μποκρουζέ, στη φωνή του οποίου αντηχεί το δίκιο του Άλλου, αλλά και το δίκιο του καθενός. Ο γέροντας βασιλεύει στον εδεμικό του κήπο, όπου αντιλαλούν τα κελαηδήματα χιλιάδων πουλιών, και γίνεται ο μέντορας του Τζανή. Οι θυμοσοφίες του και τα μειλίχια λόγια του, που δέονται για καταλλαγή, έχουν πάνω του διττή επενέργεια, ληθαργική και αφυπνιστική• αφενός, τον γαληνεύουν και αφετέρου, τον ωθούν στην αναζήτηση μιας ηθικής στάσης. Τελικά, ο Τζανής διαμορφώνει την ιδιοπροσωπία του με τον μόνο δυνατό τρόπο, παλινδρομώντας, άλλοτε ανάμεσα στην οδύνη και την ανάταση και άλλοτε ανάμεσα στο ιερό και το ανόσιο. «Έσμιγε μέσα μου το παράπονο και το πετάρισμα της ψυχής. Ωσάν γλιτωμός και σκότωμα αντάμα. Γλυκόπικρο όνειρο με ντύμα ανέμου. Και μεγάλωνε στον νου μου η ζωή και μίκραινε ο θάνατος».
Φαίνεται πως ο Καλπούζος δεν κέρδισε αδίκως το βραβείο των αναγνωστών, κυριολεκτικά και μεταφορικά. Γνωρίζει να προσφέρει την απλή χαρά της εξιστόρησης, χωρίς να εκβιάζει την κατάθεση ηθικοπλαστικών πορισμάτων. Αφήνει με διακριτικότητα στο φόντο των επιμέρους ιστοριών τούς στοχασμούς που τις συνέχουν και αφοσιώνεται στη λαγαρότητα των σκηνών και της γλώσσας. Η καλλιέπεια της γραφής δεν κάνει παραχωρήσεις στην πειστικότητα του λόγου των προσώπων, η οποία συνιστά συγγραφική προτεραιότητα. Τα ελληνικά που μιλούν οι ήρωες σπάνε από τους ιδιωματισμούς τής προφορικής ομιλίας, όπου ενθυλακώνονται εξελληνισμένες τουρκικές λέξεις και φράσεις. Όπου δεν είναι δυνατόν να αποτυπωθούν μέσω της γραφής οι γλωσσικές επιμειξίες, όπως στην περίπτωση των τουρκόφωνων χαρακτήρων, ο Καλπούζος φροντίζει να υπενθυμίζει την παρείσφρυσή τους στα στόματα Ελλήνων και Τούρκων. Εύλογη η πρόταξη της γλωσσικής ιδιαιτερότητας, στο μέτρο που η μνήμη της γλώσσας είναι ο καθρέφτης όσων αρκετές φορές αρνείται να αντικρίσει η επίσημη ιστοριογραφία και όσων αποσιωπά η πολιτική ορθοφωνία.

 

ΕΠΙΛΟΓΕΣ ΒΟΛΟΣ

Ο Γιάννης Καλπούζος μας εκπλήσσει και με το νέο του βιβλίο, που αγαπήθηκε από αναγνωστικό κοινό και κριτικούς από την πρώτη μέρα της κυκλοφορίας του. Ο συγγραφέας αναφέρεται στην ιστορική διαδρομή της Πόλης από το 1808 ως το 1831, μπλέκοντας τη μυθοπλασία με την πραγματικότητα και διαπερνώντας κάθε δραστηριότητα, συναίσθημα και γεγονός. Πρόκειται για ένα επικό μυθιστόρημα που καθηλώνει τον αναγνώστη με την περιπετειώδη ζωή των ηρώων του, την ατμόσφαιρά του, τη χειμαρρώδη γλώσσα του, το συναίσθημα, τον στοχασμό, τις αστείες καταστάσεις
και την ολοζώντανη αναπαράσταση της εποχής εκείνης. Στη σελίδα http://www.facebook.com/ Άγιοι και δαίμονες – Γιάννης Καλπούζος, υπάρχουν γκραβούρες και χάρτες της εποχής που πραγματεύεται το μυθιστόρημα.

 

ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΟ ΒΗΜΑ

O συμπατριώτης μας Γιάννης Καλπούζος, καλπάζει με άλλο ένα συναρπαστικό μυθιστόρημα. Οι «Άγιοι και Δαίμονες», ένα συναρπαστικό λογοτέχνημα, των Εκδόσεων Μεταίχμιο, που επιζητεί την προσωπική εργασία του αναγνώστη με ένα εξαιρετικά σμιλεμένο κείμενο βαίνει ολοταχώς για τη δεύτερη έκδοση.
Οι πωλήσεις έχουν ξεπεράσει τις 35.000 αντίτυπα έως σήμερα και επιβεβαιώνει όσους λένε πως τόσο η πλοκή των γεγονότων όσο και η εκφραστική γλώσσα του συγγραφέα παρασύρουν τον αναγνώστη να εντρυφήσει στο ιστορικό και πολιτισμικό υπόβαθρο της Πόλης του 19ου αιώνα.
Μέσα από τη διήγηση του πρωταγωνιστή Τζανή Κομνά και των άλλων ηρώων του μυθιστορήματος ο Αρτινός Γιάννης Καλπούζος αποτυπώνει με τον πλέον γλαφυρό τρόπο τα πολλά πρόσωπα της Πόλης από το 1808 έως το 1831.
Η μυθοπλασία παντρεύεται με την πραγματικότητα και συνθέτουν ένα πολύ ενδιαφέρον μωσαϊκό: οι Ρωμιοί της, η καθημερινή ζωή, δυνατές φιλίες, έρωτες, πλούτη, χαρέμια, φτώχεια, μεγιστάνες, τσαρλατάνοι, λωποδύτες, χασικλήδες, δερβίσηδες, ζητιάνοι, γενίτσαροι• αρνησίθρησκοι, κρυπτοχριστιανοί, οραματιστές, προδοσίες, χαμένα όνειρα, γλέντια, τραγούδια, λεσβίες, πόρνες, δεισιδαιμονίες, ερωτικά ξόρκια, οι γυναίκες στη σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού• πυρκαγιές, παζάρια, καΐκια, ιστιοφόρα, βεγγέρες, καπηλειά των 1.000 τ.μ., η τρομερή φυλακή του Μπάνιον, το μπουντρούμι και η αστυνομία του πατριαρχείου, φρενοκομεία, ερωμένες πατριαρχών, η Μεγάλη του Γένους Σχολή• αρώματα, λάσπες, αίμα, βασανιστήρια, πανούκλα, κοπάδια σκυλιών, Αχμέτ Κάραγκιοζ, βεγγαλικά, παρελάσεις συντεχνιών, Αγίασμα Μπαλουκλί, προεπαναστατική περίοδος, Φαναριώτες, συνωμοσίες, μυστικές εταιρείες, σφαγές στην Πόλη το 1821• Πριγκιπόνησα, Πόντος, Κερασούντα, Ιάσιο, Χίος, Τρίπολη, Ναύπλιο, Αλεξάνδρεια, Μανιάκι• Ρωμιοί, Οθωμανοί, Φράγκοι, Αρμένιοι, Εβραίοι.
Είναι ένα συναρπαστικό και μυθιστόρημα που δεν σε κουράζει με τις πάρα πολλές σελίδες του. Απλά σε καθηλώνει με την περιπετειώδη ζωή των ηρώων του, το στοχασμό, το συναίσθημα και την ολοζώντανη αναπαράσταση της εποχής εκείνης.
Ουσιαστικά ο αναγνώστης γίνεται ένα με την εποχή, ταυτίζεται με ήρωες και ακολουθεί την πλοκή, σε μια άλλη εποχή, τόσο μακρινή αλλά και τόσο κοντά μας. Μια Πόλη αλλοτινή που την έχουμε σαν δική μας. Την Πόλη μας.
«Διαβάζεται και «Άγιοι Δαίμονες», παραλείποντας το «και», και έχει ένα συμβολικό χαρακτήρα αυτό. Έχει να κάνει κυρίως με τη διαφορετικότητα μέσα στον ίδιο άνθρωπο, που θεωρώ ότι μπορεί να συνυπάρξει το ήμερο με το άγριο, το ενδιαφέρον για τα κοινά με την αδιαφορία ή τον πατριωτισμό και τον ηρωισμό ακόμα και το ηθικό με το ανήθικο» είπε σε μια παρουσίαση του βιβλίου του στο Πέτα Άρτας ο Γιάννης Καλπούζος.

 

ΚΛΕΙΩ ΤΣΑΛΑΠΑΤΗ

Το ιστορικό αυτό μυθιστόρημα το αγόρασα το Μάϊο του 2011, λίγες μέρες αφότου εκδόθηκε. Έως τότε, δε γνώριζα το συγγραφέα, ούτε τον άνθρωπο Γιάννη Καλπούζο. Δεν είχα ακόμη την τιμή. Αυτό που με ώθησε να πάρω ….

 

 

ΜΑΡΙΑ ΡΟΥΣΑΚΗ

Το «Άγιοι και δαίμονες» με ταξίδεψε, μ’ έκανε να νιώσω ότι ζούσα τις ζωές των πρωταγωνιστών του – με τους αγίους και του δαίμονές τους. Με τις φωτεινές και σκοτεινές πτυχές τους. Με τις χαρές και τις κακοτυχίες  τους. Από την ακραία απόλαυση ως την ύστατη εξαθλίωση τους. Το βιβλίο έχει την οσμή των μεγάλων αντιθέσεων, όπως αρμόζει στην Πόλη στις αρχές του 19ου αιώνα. Από τα σαγηνευτικά μύρα του κεντρικού ήρωα έως την πικρή γεύση του αίματος και του θανάτου.
Ομολογώ ότι ενθουσιάστηκα. Πόσο πιο συγκλονιστικά μπορεί να γράφει κανείς; Πόσο πιο ελκυστικά; Πόσο πιο αληθινά; Ο Καλπούζος έχει το σπάνιο χάρισμα να αναμειγνύει πολλά και ενδιαφέροντα θέματα σε όλα του τα βιβλία. Μαγειρεύει το έμφυτο ταλέντο του με την ευφυΐα. Χαρακτηρίζεται ως κλασσικός συγγραφέας ιστορικού μυθιστορήματος, όμως, το «Άγιοι και Δαίμονες» δεν ακολουθεί συνταγές. Στέκεται αυτόνομα ως δείγμα μοναδικής γραφής, το οποίο εμπλουτίζεται από περιπετειώδη μυθοπλασία, ακριβή ιστορικά και λαογραφικά στοιχεία, φιλοσοφία και στοχασμό, πρωτοπρόσωπη και τριτοπρόσωπη αφήγηση και έναν μαγικό πλέξιμο των λέξεων.
Ωστόσο αποφάσισα να γράψω τις σκέψεις μου μόνο γύρω από ένα θέμα του βιβλίου. Θα σταθώ στο θέμα της γυναίκας. Κατά την άποψη μου δεν έχει αλλάξει το στάτους της γυναίκας από τότε μέχρι τώρα. Η γυναίκα τού σήμερα μπορεί να μην φορά φερετζέ, όμως είναι ακόμη αόρατη. Δυστυχώς για να προσελκύσει πλέον το ενδιαφέρον χρειάζεται να βγάλει πολύ περισσότερα από έναν φερετζέ, ενώ κατά κόρον παραμένει αόρατη και ασήμαντη, ίσως περισσότερο από ποτέ. Τουλάχιστον κάποτε την είχαν ανάγκη. Την ποθούσαν. Σήμερα ούτε ανάγκη την έχουν, ούτε την ποθούν. Δεν υπάρχει ούτε πόθος, ούτε πάθος στην πλειονότητα των σχέσεων. Όχι εξαιτίας της απελευθέρωσής της άλλα εξαιτίας της ισοπέδωσης των πάντων. Δυστυχώς με τον χρόνο δεν άλλαξαν πολλά. Η θέση της ιδανικής γυναίκας παραμένει ίδια. Όσο πιο ταπεινή, τόσο πιο αόρατη. Σαν τη μάνα του κεντρικού ήρωα, του Τζανή. Όσο πιο πιστή, τόσο πιο αόρατη (Αν ήταν πιστή η Μαριώρα, ταπεινή και αμίλητη, θα πέθαινε για χάρη της αγάπης). Όσο πιο λιγομίλητη, τόσο πιο αόρατη. Δηλαδή οι αρετές της καλής γυναίκας την εξατμίζουν.
Και κάτι ακόμα: η ισοπέδωση των αξιών, δυστυχώς, έχει κάνει τον καθένα να ψάχνει ακόμα περισσότερο το ακραίο για να νιώσει κάτι πέρα από την παγωμάρα που τον διακατέχει. Αυτό το ακραίο που με απασχολεί είναι η εμμονή του σημερινού ανθρώπου με την τελειότητα. Δεν υπάρχει τελειότητα στη φύση. Ουδείς αλάνθαστος. Ένας λόγος που είναι τόσο συμπαθής ο Αδάμος στην «Ουρανόπετρα», το νέο μυθιστόρημα του Καλπούζου, είναι επειδή έκανε τόσα λάθη! Όμως εάν κάνει μια γυναίκα ένα λάθος, κατηγορείται πολλαπλάσια. Τα παραδείγματα στο «Άγιοι και δαίμονες», είναι πάμπολλα. Εδώ θα αναφέρω τον αρχικό θυμό του Τζανή προς την Ισμιχάν, όταν σκεφτόταν ότι εκείνη φταίει για τον «ξενιτεμό» του. Εκείνη φταίει που ερωτεύτηκε; Καμιά γυναίκα δεν θα χρέωνε έναν άντρα γι’ αυτό. Απεναντίας ο Τζανής ανακάλυψε την αγάπη προς τη μητέρα του μετά τον θάνατό της. Τότε η Ζωσερή απέκτησε στην ψυχή του την αγάπη και τον σεβασμό που της άξιζε. Κράτησε τρεις όμορφες αναμνήσεις από κείνη για να τις αναζητά στα δύσκολα σαν σωτήρια δύναμη, μη συγκρίσιμη με οποιαδήποτε άλλη. Η μάνα, μετά θάνατον, ορίζεται στη μνήμη του ως η τέλεια γυναίκα.

Θεωρώ πως μόνο αυτή η ψευδαίσθηση της τελειότητας προσελκύει πλέον. Να είναι οι γυναίκες τέλειες σε όλα, να είναι άξιες (ή ισάξιες των αντρών), να έχουν όλες τις απαραίτητες αρετές… κατά τα πρότυπα των αντρών. Αν κάπου δεν πληρούν τα προσόντα, υπάρχουν άλλες γυναίκες στο χαρέμι. Ή απλώς αρέσκονται οι άντρες να μένουν μόνοι τους (πλέον). Και η γυναίκα μένει με τον «φερετζέ» περιμένοντας κάποιον να την προσεγγίσει… αόρατη. Η ίδια ιστορία ανά τους αιώνες.
Για πόσες σιωπές μιλά το «Άγιοι και Δαίμονες»! Για πόσες αόρατες γυναίκες που ποθούν το βλέμμα ενός και μοναδικού άντρα!
Η σιωπή της Ζωσερής ως απατημένη σύζυγος, όπως πίστευε η ίδια.
Η σιωπή της Ισμιχάν, για όσο πίστευε ότι ο Λεωνής δεν την αγαπά πραγματικά.
Η σιωπή της Μαριώρας, γνωρίζοντας ότι έχει δεύτερη γυναίκα ο Λεωνής.
Η σιωπή της Εράστης αφότου αγάπησε τον Ανθία.
Η σιωπή της Ροδόπης γνωρίζοντας ότι ο σύζυγος της συνωμοτεί με τον βιαστή της «Η Ροδόπη ωργίσθη σφόδρα, αν και εσιώπησε κι εκείνη».
Η σιωπή της Λιονού, γιατί αγάπησε έναν Οθωμανό.
Η σιωπή της Γιοχαή, η πιο τραγική σιωπή απ’ όλες.
Βεβαίως αυτή η σιωπή στη σημερινή εποχή συνήθως μετατρέπεται σε πράξη ή σε φωνή. Είναι προνόμιο της ισότητας μας. Όμως αυτό δεν καταρρίπτει την αρχική μου άποψη ότι η γυναίκα παραμένει αόρατη ό,τι κι αν κάνει, όσο κι αν προσπαθεί να αποδεικνύει την ίδια της την ύπαρξη.
Ο Καλπούζος δεν μας ταξιδεύει μόνο σε κόσμους του παρελθόντος άλλα και σε εσωτερικές αναζητήσεις της ψυχής – του κάθε ήρωα και του κάθε αναγνώστη – που αφορούν το σήμερα και το αύριο. Μέσα απ’ τα βιβλία του νιώθουμε περισσότερο την ύπαρξη μας. (Σκέφτομαι, άρα υπάρχω. Νιώθω, άρα υπάρχω).
Ζούμε και τώρα σε μια εποχή με μεγάλες αντιθέσεις και έντονους προβληματισμούς κι η μόνη μας λύτρωση είναι αυτά τα ταξίδια. Εξάλλου αυτός είναι ο σκοπός της λογοτεχνίας, όπως γράφει κι ο ίδιος ο συγγραφέας στο βιβλίο:
«Σκοπός της τέχνης, εκτός των άλλων, είναι να ημερέψει το άγριο εις τις ψυχές των ανθρώπων. Κι ο φόβος είναι αγριότης. Γνωρίζεις άλλον τρόπο ν’ απαλύνει τον φόβο των ημερών μας;»
Εγώ δεν γνωρίζω άλλον τρόπο. Μονάχα, ως άνθρωπος και γυναίκα, σκέπτομαι.
Μαρία Ρουσάκη

 

ΠΑΝΤΕΙΑΚΑ ΝΕΑ

Το μυθιστόρημα «Άγιοι και Δαίμονες» είναι ένα συναρπαστικό λογοτέχνημα, των Εκδόσεων Μεταίχμιο, που επιζητεί την προσωπική εργασία του αναγνώστη με ένα εξαιρετικά σμιλεμένο κείμενο: τόσο  η πλοκή των γεγονότων όσο και η εκφραστική γλώσσα του συγγραφέα παρασύρουν τον αναγνώστη να εντρυφήσει στο ιστορικό και πολιτισμικό υπόβαθρο της Πόλης του 19ου αιώνα. Μέσα από τη διήγηση του Τζανή Κομνά και των άλλων ηρώων του μυθιστορήματος αποτυπώνονται στο χαρτί με τον πλέον γλαφυρό τρόπο τα πολλά πρόσωπα της Πόλης από το 1808 έως το 1831, ενώ μυθοπλασία και πραγματικότητα συνταιριάζονται στο ίδιο υφαντό: οι Ρωμιοί της, η καθημερινή ζωή, δυνατές φιλίες, έρωτες, πλούτη, χαρέμια, φτώχεια, μεγιστάνες, τσαρλατάνοι, λωποδύτες, χασικλήδες, δερβίσηδες, ζητιάνοι, γενίτσαροι• αρνησίθρησκοι, κρυπτοχριστιανοί, οραματιστές, προδοσίες, χαμένα όνειρα, γλέντια, τραγούδια, λεσβίες, πόρνες, δεισιδαιμονίες, ερωτικά ξόρκια, οι γυναίκες στη σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού• πυρκαγιές, παζάρια, καΐκια, ιστιοφόρα, βεγγέρες, καπηλειά των 1.000 τ.μ., η τρομερή φυλακή του Μπάνιον, το μπουντρούμι και η αστυνομία του πατριαρχείου, φρενοκομεία, ερωμένες πατριαρχών, η Μεγάλη του Γένους Σχολή• αρώματα, λάσπες, αίμα, βασανιστήρια, πανούκλα, κοπάδια σκυλιών, Αχμέτ Κάραγκιοζ, βεγγαλικά, παρελάσεις συντεχνιών, Αγίασμα Μπαλουκλί, προεπαναστατική περίοδος, Φαναριώτες, συνωμοσίες, μυστικές εταιρείες, σφαγές στην Πόλη το 1821• Πριγκιπόνησα, Πόντος, Κερασούντα, Ιάσιο, Χίος, Τρίπολη, Ναύπλιο, Αλεξάνδρεια, Μανιάκι• Ρωμιοί, Οθωμανοί, Φράγκοι, Αρμένιοι, Εβραίοι.
Πρόκειται για ένα υπέροχο μυθιστόρημα που καθηλώνει με την περιπετειώδη ζωή των ηρώων του, το στοχασμό, το συναίσθημα και την ολοζώντανη αναπαράσταση της εποχής εκείνης. Το εν λόγω μυθιστόρημα αποτελεί ανεκτίμητη πνευματική δημιουργία του πολυτάλαντου Γιάννη Καλπούζου. Η πλοκή, όπως την έχει συλλάβει στο μυαλό του, η επιβλητική περιγραφή των γεγονότων και η κοφτερή ματιά του συγγραφέα συνθέτουν ένα έργο επικών διαστάσεων, που σαγηνεύει με το ύφος του, βάζει τον αναγνώστη με την αμεσότητά του αμέσως στο κλίμα του μυθιστορήματος, αλλά και στην ψυχολογία των ηρώων. Παρά τον όγκο του είναι ένα συγκλονιστικό ανάγνωσμα που διαβάζεται μονορούφι, προκαλώντας στον αναγνώστη χείμαρρους συναισθημάτων. Το διαβάσαμε, μας άρεσε πολύ και συνυπογράφουμε την κάθε του λέξη…
Ο Γιάννης Καλπούζος γεννήθηκε στο χωριό Μελάτες της Άρτας το 1960. Από το 1982 ζει και εργάζεται στην Αθήνα. Έχει γράψει ποιητικές συλλογές, μυθιστορήματα και μία συλλογή διηγημάτων. Με την ποιητική συλλογή «Έρωτας νυν και αεί» ήταν υποψήφιος στη μικρή λίστα για το Κρατικό Βραβείο Ποίησης 2008. Από το 1995 έχει υπογράψει τους στίχους 67 τραγουδιών, πολλά από τα οποία έγιναν επιτυχίες, καθώς και τους στίχους 18 τραγουδιών στο θεατρικό έργο «Τρυφεράκανθος». Το 2009 τιμήθηκε με το Βραβείο Αναγνωστών του ΕΚΕΒΙ για το μυθιστόρημά του «Ιμαρέτ: Στη σκιά του ρολογιού», το οποίο μεταφράζεται στα τουρκικά και τα ιταλικά. Οι «Άγιοι και Δαίμονες» είναι περίπτωση ιδιαίτερου μυθιστορήματος: σπανίζει να σε τραβήξει τόσο μυθιστόρημα, να σε βάλει πραγματικά στη διάστασή του, να σε κρατήσει εκεί και να μείνει μαζί σου. Στην ιστοσελίδα http://www.facebook.com/Άγιοι και δαίμονες – Γιάννης Καλπούζος υπάρχουν μάλιστα γκραβούρες και χάρτες της εποχής που πραγματεύεται το μυθιστόρημα.
Αν και κανείς δεν μπορεί να απαιτήσει και να προοικονομήσει την επιτυχία του επόμενου βιβλίου, βέβαιο είναι πως, υποκύπτοντας στα μάγια της γραφής του Γιάννη Καλπούζου, ο αναγνώστης δεν μπορεί να μην προσδοκά ή έστω να μην έχει την περιέργεια να κρατήσει στα χέρια του το επόμενο σπουδαίο δημιούργημά του.

 

ΤΕΣΥ ΜΠΑΙΛΑ

Ένα από τα πιο καίρια ερωτήματα που προκύπτει κάθε φορά που ένας συνειδητοποιημένος αναγνώστης κλείνει ένα βιβλίο είναι αν και σε ποιο βαθμό κατάφερε ο συγγραφέας του να αναπτύξει όλες εκείνες τις τεχνικές που προσδιορίζουνως τέχνη τον εκφρασμένο λόγο και ενδεχομένως να ενεργοποιήσει τα αναγκαία ψυχικά του αποθέματα, για να μετατρέψει το μικρόκοσμο του έργου του σε μια συγκεκριμένη ιδέα την οποία θέλει να κοινωνήσει στον αναγνώστη του.
Όσο γοητευτικό κι αν είναι, το ταξίδι της γραφής συνιστά την μέγιστη ευθύνη της δημιουργίας απέναντι στον αναγνώστη, πρωτίστως όμως απέναντι στο ίδιο το θέμα του. Και η δημιουργία αυτή απαιτεί έρευνα, αφοσίωση, δέσμευση. Ιδιαίτερα όταν πρόκειται για ένα έργο ιστορικών διαστάσεων. Ο κόσμος του Τζανή είναι για τον συγγραφέα μια υπαρκτική πραγματικότητα και γι” αυτό το λόγο την προσεγγίζει με δέος, γίνεται ο ίδιος μέρος του, σπαράζει με τον σπαραγμό του, ματώνει από το μαχαίρι του, ποθεί τους έρωτές του και τελικά μας τον συστήνει με τη συστολή του προικισμένου δημιουργού και την αυτοπεποίθηση ενός μεγάλου λογοτέχνη.
Ο αρχιτεκτονικός ιστός που διαπερνά και συνακόλουθα συνδέει το έργο, αδιόρατος ωστόσο στον αναγνώστη, λειτουργεί με κύριο άξονα αναφοράς την Ιστορία και εισάγει τον αναγνώστη με ένα ενδιαφέρον τρόπο στην ιστορική αναβίωση της περιόδου 1808-1831, αφήνοντας τη μαγεία μιας αφήγησης που δεν κουράζει ως απλή ιστορική καταγραφή, αλλά σαγηνεύει μέσα από τις περιγραφές που άλλοτε γίνονται ανατριχιαστικές και κόβουν την ανάσα κι άλλοτε μυρίζουν ανατολίτικο άρωμα λαγνείας, πάντοτε όμως συλλειτουργούν στην κατάκτηση της γνώσης.
Αυτό το στοιχείο όμως που κατά κύριο λόγο ξαφνιάζει αρχικά τον αναγνώστη, για να τον γοητεύσει στη συνέχεια και κυρίως να τον συγκινήσει είναι η επιλογή της γλώσσας που ο συγγραφέας χρησιμοποιεί. Σε μια δύσκολη πρωτοπρόσωπη αφήγηση με το γλωσσικό ιδίωμα της Πόλης του 1808 που χρησιμοποιούσαν οι Έλληνες εκεί, ο Καλπούζος δραπετεύει από τις παγιωμένες φόρμες και τολμά να ρισκάρει πέρα από τα καθιερωμένα σχήματα, για να πετύχει το σχηματισμό ενός γλωσσικού μωσαϊκού που αντικαθρεφτίζει τον πολυπολιτισμικό καθεστώς της Πόλης του 19ου αιώνα. Κάθε συναρμολογημένη λέξη, επιμελώς τοποθετημένη μέσα στο κείμενο, συνιστά ένα ψηφιδωτό αισθητικής απόλαυσης. Η οπτική γωνιά της καταγεγραμμένης βιωμένης μνήμης αλλάζει καθώς μετατοπίζεται ανάμεσα στους ήρωες και αλλάζει ύφος και τρόπο γραφής.
Το καθεστώς των αντιθέσεων που διαφαίνεται μέσα από απλές φράσεις: »Μουσουλμάνες να φυλάγονται μηνξεσκεπαστούν τα μούτρα τους.Ρωμιές μονάχα με τις καμιζόλες»(σελ.17).
Ένα γοητευτικό ταξίδι η αφήγηση του κεντρικού ήρωα, του Τζανή σε έναν κόσμο που αναβιώνει αισθητικά και ιστορικά με απίστευτες λεπτομέρειες από στοιχεία που συνέθεταν το παζλ της καθημερινής ζωής στην Πόλη ξετυλίγεται μέσα στις σελίδες και ο αναγνώστης μένει να απορεί με τη δύναμη των περιγραφών του. Βρίσκεται κι εκείνος σε μια γωνιά του εργαστηρίου του Τζανή να μυρίζει τα αποστάγματα των αρωμάτων του έτσι όπως αυτά ανακατεύονται με τις φωνές των ανθρώπων από όλες τις φυλές, των άστεγων που κάθονταν έξω από τα τζαμιά, των γενίτσαρων, των ευνούχων, των κρυπτοχριστιανών, των πραματευτάδων. Ακούει τους ήχους τους, γεύεται τις μυρωδιές τους, μυρίζει την ανάσα τους. Μουσουλμάνες, χανούμισες, Ελληνίδες περνούν από τις σελίδες σε μια ιστορική πραγματικότητα αναμεμειγμένη με την ηθογραφία της εποχής.
Είναι ασύγκριτος ο αριθμός των πληροφοριών που ο αναγνώστης μπορεί να συλλέξει. Ήθη, έθιμα,μάγια, ξόρκια, παροιμίες, τραγούδια από τη μια και από την άλλη ιδέες όπως η αυτοθυσία,η αγριότητα, η φιλία, το πάθος, η σταύρωση και η ανάσταση, ενδόμυχες ομολογίες και απολογίες εμπλέκονται σε ένα παιχνίδι αντιθέσεων με τους ήρωες να αποτελούν την υπαρκτική έκφανση του καλού και του κακού.
Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου:
Μυθοπλασία και πραγματικότητα συνυφαίνονται στο υφαντό της Πόλης από το 1808 ως το 1831. Καθημερινή ζωή, έρωτες, δυνατές φιλίες, πλούτη, φτώχεια, οραματιστές, συμμορίες των δρόμων, χασικλήδες, δερβίσηδες, γενίτσαροι• αρνησίθρησκοι, κρυπτοχριστιανοί, δεισιδαιμονίες, ερωτικά ξόρκια, χαμένα όνειρα, οι γυναίκες στη σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού• πυρκαγιές, παζάρια, βεγγέρες, καπηλειά των 1000 τ.μ., η τρομερή φυλακή του Μπάνιον, το μπουντρούμι και η αστυνομία του Πατριαρχείου• κοινά σχολεία, η Μεγάλη του Γένους Σχολή, ερωμένες Πατριαρχών, λεσβίες, αρώματα, λάσπες, βασανιστήρια, πανούκλα• προεπαναστατική περίοδος, Φαναριώτες, συνωμοσίες, μυστικές εταιρείες, προδότες, μισαλλοδοξία, οι σφαγές στην Πόλη το 1821• Ρωμιοί, Οθωμανοί, Αρμένιοι, Φράγκοι, Εβραίοι. Κι ακόμα Πόντος, Χίος, Δραγατσάνι, Μανιάκι, Αλεξάνδρεια.
Πόθος, φόβος, όχλος, άγιοι και δαίμονες.
Ένα επικό μυθιστόρημα που καθηλώνει τον αναγνώστη με την περιπετειώδη ζωή των ηρώων του, την ατμόσφαιρά του, τη χειμαρρώδη γλώσσα του, το συναίσθημα, τον στοχασμό, τις αστείες καταστάσεις και την ολοζώντανη αναπαράσταση της εποχής εκείνης.

 

Του Μ. Πρωτοπρεσβυτέρου Γεωργίου Τσέτση

Όσοι το 2009 είχαν ανακαλύψει τον γλαφυρό και έντεχνο λόγο του Γιάννη Καλπούζου διαβάζοντας το «Ιμαρέτ», το βραβευμένο αυτό ιστορικό μυθιστόρημά του (Βραβείο Αναγνωστών του «Εθνικού Κέντρου Βιβλίου»), με έκδηλη περιέργεια περίμεναν το επόμενο βιβλίο του. Και τούτο δεν άργησε να φθάσει. Εμφανίσθηκε στο Ελληνικό λογοτεχνικό προσκήνιο τον Μάϊο του 2011, μόλις δυό χρόνια μετά την κυκλοφορία του «Ιμαρέτ», με τον ελκτικό αλλά και αμφίσημο τίτλο «Άγιοι και Δαίμονες-Εις ταν Πόλιν» (εκδ. Μεταίχμιο).
Η συγκινητική ιστορία του «Ιμαρέτ» διαδραματιζόταν περί τα μέσα του 19ου αιώνα στην Άρτα και τα περίχωρά της, έχοντας ως κεντρικό θέμα, αφ΄ενός την φιλία δυό κυριολεκτικά «ομογάλακτων» νέων μιας Αρτινής γειτονιάς, του Έλληνα Λιόντα και του Τούρκου Νετζίπ, και αφ΄ετέρου, την όχι πάντοτε εύκολη συνύπαρξη Ελλήνων, Τούρκων και Εβραίων, στην Οθωμανοκρατούμενη τότε κοσμοπολίτικη αυτή πόλη της Ηπείρου.
Η πολυσύνθετη πλοκή του «Άγιοι και Δαίμονες», με φόντο την Επανάσταση του 21, αρχίζει να εκτυλίσσεται στις αρχές του ιδίου αιώνα, το 1806, «Εις ταν Πόλην», την Πρωτεύουσα της φθίνουσας Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Και τερματίζεται πάλι στην Πόλη το 1831, έπειτα από περιπετειώδεις διαδρομές και περιπλανήσεις των ηρώων της στον Πόντο, το Ιάσιο, την Αλεξάνδρεια, την Χίο, την Τριπολιτσά, το Ναύπλιο και το Δραγατσάνι. Στο επίκεντρο της διήγησης βρίσκεται πάλι το ίδιο με το «Ιμαρέτ» μοτίβο. Τουτέστιν, η προβληματική συμβίωση των ραγιάδων Ρωμιών με τον «αφέντη» Οθωμανό, αλλά και το καθημερινό «πάρε-δώσε» τους με την πανσπερμία των λαών εκείνων (Εβραίων, Αρμενίων, Βουλγάρων, Αλβανών, Φράγκων, Αράβων, Κιρκασίων και άλλων) που ζούσαν στην γεμάτη από μυστήριο πάλαι ποτέ Βασιλεύουσα. [Να σημειωθεί ότι οσάκις ο Γιάννης Καλπούζος ομιλεί για Πόλη, εννοεί κυρίως την εντός των Θεοδοσιανών και των παράκτιων τειχών Επτάλοφο Πόλη. Γι΄αυτό και όσοι από τους ήρωες του βιβλίου βρίσκονται για κάποιο λόγο στο Γαλατά, την Πρίγκηπο ή τα Θεραπειά, όταν το βράδυ πάνε στα σπίτια τους, στο Τζιμπαλί και τα Ψωμαθιά, στη Βλάγκα και το Κοντοσκάλι, «επιστρέφουν στην Πόλη»].
Κεντρικός ήρωας, αλλά και κύριος αφηγητής της δαιδαλώδους αυτής ιστορίας, με τα πάμπολλα αναβοκατεβάσματα και τις αιφνίδιες μεταβολές καταστάσεων (coup de théâtre), είναι ο καταξιωμένος μυρεψός Τζανής Κομνάς, γιός ενός αντισυμβατικού, αντιφαναριώτη και «παπαδοφάγου» γιατρού, του Αναστασίου Κομνά, που ασκεί το επάγγελμά του στό Τζιμπαλί, μια ρωμαίικη συνοικία δίπλα στο Φανάρι. Εξάλλου, ικανό μέρος της ιστορίας έχει ως σκηνικό τις γειτνιάζουσες αυτές συνοικίες, αλλά και άλλους παραπλήσιους μαχαλάδες της δυτικής ακτής του Κεράτιου Κόλπου, όπως ο Μπαλατάς και η Ξυλόπορτα. Βασικός, όμως, ήρωας της ιστορίας, (από την ταραχώδη βιωτή του οποίου εμπνέεται και το τίτλος του βιβλίου), είναι και ο παιδικός φίλος του Τζανή, ο γοητευτικός αυτός και ρέμπελος καρδιοκατακτητής, – ενίοτε δε και λωποδύτης -, Ανθίας.
Γύρω από αυτούς, περιστρέφεται σωρεία όλη πρωτευόντων, δευτερευόντων και τριτευόντων χαρακτήρων. Αναφέρω μόνο λίγους από αυτούς. Τον ανεξίθρησκο και στοχαστικό μέντορα του Τζανή, πτηνολάτρη Μποκρουζέ, ένα είδος συμπαθούς Papageno, αλλά και σοσιαλίζοντος Οθωμανού Marx, προτού ακόμη αυτός εμφανισθεί στο κοινωνικο-πολιτικό προσκήνιο της Ευρώπης! Τον αρνησίθρησκο αδελφό του Τζανή, τον Λεωνή, που ζούσε μεν στο κονάκι του ως Αμήλ Μπέης, αλλ’ήταν μυημένος στη «Συντροφία του Φοίνικα» και τελικά μετέβη στο Μοριά να πολεμήσει. Τον άδολο Πόντιο κρυπτοχριστιανό Παυλή/Μελέκ, «φύλακα άγγελο» του Τζανή σε στιγμές απόγνωσης. Τον πολυπρόσωπο και θεομπαίχτη παπα-Αλύπιο, χαρακτηριστικό τύπο ρασοφόρου εκμεταλλευτού της αφέλειας του πιστού λαού. Την Ζωσερή, την θυμόσοφη αυτή και υπομονετική μάνα του Τζανή. Την πανέμορφη Κιρκάσια Ισμιχάν, πρώτη φλογερή αγάπη του Τζανή. Την γλυκειά και αμόλυντη Γιοχαή, (και πάλαι ποτέ Σμυρνιά Μαλτώ), με την οποία ποτέ αυτός δεν έσμιξε, και η οποία πίσω από τα καφασωτά παράθυρα ενός χαρεμιού, προσπαθούσε με περισσή ποιητικότητα να εκφράσει σ΄ένα ημερολόγιο την προς το Τζανή αγνή αγάπη της. Τρεις γυναικείες υπάρξεις, στις οποίες, σημειωθήτω, ο μάστορας μυρεψός είχε αφιερώσει τρία από τα καλλίτερα αρώματά του, που γίνονταν ανάρπαστα τόσο από τις χανούμισες της Πόλης, όσο και από τις εκδυτικευμένες ρωμιές και τις λεβαντίνες του Πέρα!
Με το σπάνιο αφηγηματικό του τάλαντο, ο Γιάννης Καλπούζος μας οδηγεί στα ίχνη των ηρώων του μέσα από τα λαβυρινθώδη στενοσόκακα της Πόλης και τις δύσβατες ατραπούς του Πόντου και άλλων διαμερισμάτων της αχανούς Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, κάνοντάς μας κοινωνούς τής, άλλοτε ευχάριστης και άλλοτε θλιβερής, καθημερινότητάς τους. Όλοι αυτοί, και πρώτος ο Τζανής, δίνουν την δική τους μαρτυρία και ερμηνεία ως προς τα τεκταινόμενα κατά την τραγική εκείνη για τη Ρωμιοσύνη εποχή. Ο Τζανής, και πολλοί άλλοι, με μια ιδιότυπη, (και ίσως όχι τόσο κατανοητή για τον σύγχρονο Νεοέλληνα) Πολίτικη διάλεκτο, κατάμεστη από παρεφθαρμένες τουρκικές λέξεις και εκφράσεις. Ενώ, ο σπουδαγμένος στην Ιταλία πατέρας του, ο αδελφός του ο Δημητράκης που φοιτά στην Πατριαρχική Σχολή, όπως και οι κληρικοί, οι λόγιοι Φαναριώτες και οι λοιποί «τα πρώτα φέροντες», με μια στρωτή καθαρεύουσα.
Ένα μεγάλο μέρος του μυθοπλαστικού σκέλους του βιβλίου θέλγει τον αναγνώστη με τις λεπτομερείς περιγραφές της ζωής σε Οθωμανικά κονάκια και θέρετρα παρά θίνα Βοσπόρου. Αφηγήσεις που παραπέμπουν στις «Χίλιες και μία νύχτες» της λάγνας Ανατολής. Αλλά και το ιστορικό του μέρος, (το πιο ουσιαστικό, νομίζω), συναρπάζει τον αναγνώστη και τον προβληματίζει ταυτόχρονα, οσάκις σκιαγραφεί το κοινωνικο-πολιτικό πλαίσιο της Πόλης την εποχή εκείνη, και θίγει υπαρξιακά προβλήματα της Ρωμιοσύνης, όπως και θέματα που άμεσα σχετίζονται με τα πεπρωμένα του Γένους.
Σε πολλά σημεία του βιβλίου έκδηλη είναι η αντιπάθεια των απλών, «παρακατιανών» καθώς χαρακτηρίζονται, Ρωμιών της Επταλόφου προς τους ακατάδεκτους ταγούς της Ρωμιοσύνης και τους νεόπλουτους και ξιπασμένους αστούς του Πέρα και των Θεραπειών. Όπως καταφανής είναι και η απέχθεια του Μποκρουζέ εναντίον του διεφθαρμένου Οθωμανικού κατεστημένου. Το ξέσπασμά του στις σελίδες 418-421 είναι ένα ηχηρό ανατρεπτικό κοινωνικό μανιφέστο.
Εκ πρώτης όψεως, το βιβλίο δίνει την εντύπωση ότι διακατέχεται από ένα έντονο αντικληρικαλισμό. Ωστόσο, αν από την μια, στηλιτεύει φιλόδοξους και δολοπλόκους νεαρούς κληρικούς και στιγματίζει «ανορθόδοξες» συμπεριφορές των Πατριαρχών Ευγενίου Β΄ και Χρυσάνθου, (βάσει στοιχείων που κατείχε ο Πατριάρχης Ιωακείμ Γ΄ και δημοσίευσε ο Μανουήλ Γεδεών το 1920), από την άλλη, εξαίρει την προσωπικότητα του «θεοσεβούμενου, γλυκόλαλου, φιλόμουσου» και λαοφίλητου Πατριάρχου Ανθίμου Γ΄. Όπως, ενώ με περιφρόνηση κατακρίνει τις αγυρτείες του πολυπρόσωπου παπα-Αλύπιου, με σεβασμό και δέος αναφέρεται στον προσηνή, φιλόξενο και καλοκάγαθο παπα-Σάββα, ο οποίος ποίμαινε σ΄ένα δυσπρόσιτο χωριό της Κερασούντας ένα λαό που μιλούσε για Ρωμανία και ήταν δεμένος με το γένος, χάρις στην Eκκλησία και την πίστη του.
Ἐνα βασικό ερώτημα που εγείρεται στο βιβλίο, (και στο οποίο, νομίζω, δεν δόθηκε μέχρι σήμερα ικανοποιητική απάντηση από τους ιστορικούς) είναι η έναντι των επαναστατημένων του Μοριά και της Ρούμελης στάση των Φαναριωτών που κατείχαν καίριες θέσεις στην Υψηλή Πύλη. Μήπως, η και σήμερα ακόμη κατακρινόμενη αρνητική τους στάση, οφειλόταν στο ότι, από πολιτικής σκοπιάς, δεν τους ενδιέφερε η «Ελλαδίτσα» του Κοραή που άφηνε τα δύο τρίτα του Ελληνισμού «εκτός νυμφώνος», διότι ονειρεύονταν την υλοποίηση, ευκαιρίας δοθείσης, της Χάρτας του Βελεστινλή;
Το ερώτημα αυτό παίρνει μια ιδιαίτερη σημασία υπό το φως ενός πικρού παράπονου που διατυπώνει ο Τζανής προς το τέλος του βιβλίου, όταν επιστρέφει πια από τον Μοριά, όπου είχε πάει να πολεμήσει δίπλα στους εξεγερμένους. Αηδιασμένος από τις μετεπαναστατικές διχόνοιες των Ελλήνων, την φυλάκιση του Κολοκοτρώνη συνεπεία του εμφύλιου σπαραγμού, την αντιπαλότητα των δύο κυβερνήσεων του νεογέννητου κρατιδίου (μία στη Τρίπολη και μία στο Καρανίδι!), αλλά και διαπιστώνοντας ότι στην «Γενική Εφημερίδα της Ελλάδος» που εξέδιδε ο περιβόητος «Φαναριομάχος» Θεόκλητος Φαρμακίδης, οι Οθωμανικές αρμάδες χαρακτηρίζονταν ως «Βυζαντινός στόλος»(!), διερωτώνταν με απόγνωση ο Τζανής: Αν οι Ελληνες του Μοριά και της Ρούμελης ονόμαζαν Βυζαντινούς τους Οθωμανούς, τότε, τι ήταν οι Ρωμιοί της Πόλης; Ξενητεμένοι Έλληνες; Οθωμανοί; Τουρκόσποροι; Σπορά Φαναριωτών που έπρεπε να λείψει; Και οι τόποι μας, τι ήταν για τη νέα Ελλάδα;
Απορίες αδυσώπητες, που παραμένουν πάντα επίκαιρες. Ερωτήματα που συνεχίζουν να θέτουν και σήμερα οι απανταχού της γης Πολίτες, οσάκις διάφοροι Ελλαδικοί παράγοντες, γραπτώς και προφορικώς, ανεβοκατεβάζουν «Τούρκο» τον Πατριάρχη, και όταν ουκ ολίγοι νεοέλληνες ερωτούν, αν στις Ορθόδοξες Εκκλησιές της Πόλης οι Λειτουργίες τελούνται στην….τουρκική!
Εκ βαθέων ευχαριστίες στο Γιάννη Καλπούζο που με το βιβλίο αυτό, μεταξύ άλλων, έθεσε και τον δάκτυλον «εις τον τύπον των ήλων».

 

ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΠΑΠΑΓΓΕΛΗ

Εξίσου ποιοτικό και «χορταστικό» το ιστορικό αυτό μυθιστόρημα του Καλπούζου με το πρώτο του, το Ιμαρέτ, με το οποίο άλλωστε θα εύρισκε κανείς πολλές αναλογίες. Παρόλο που θεωρώ ότι ο συγγραφέας καταπιάστηκε με ένα πολύ δύσκολο εγχείρημα, να τοποθετήσει την υπόθεσή του μυθιστορήματός του σε μια σύνθετη, ιδεολογικά φορτισμένη και πολύπλοκη ιστορική συγκυρία (Κωνσταντινούπολη 1808 με 1831), κινήθηκε με πολλή άνεση στην εποχή, αποδίδοντας συνολικά την ατμόσφαιρα, ώστε ο καθένας θα ομολογούσε ότι «δεν μπορεί παρά κάπως έτσι να είχαν τα πράγματα». Σε όσους λοιπόν έχουν λαογραφικές, ιστορικές (αλλά και… γλωσσολογικές ανησυχίες), δεδομένης της πολυεθνικότητας της οθωμανικής αυτοκρατορίας το βιβλίο αυτό έχει ενδιαφέρον ιδιαίτερο και δίνει απαντήσεις λίγο ως πολύ τεκμηριωμένες, χωρίς βέβαια αυτό να το καθιστά μάθημα ιστορίας ή εθνικής προπαγάνδας, ούτε να είναι σε βάρος της μυθικής αφήγησης (δηλ. της μυθιστορηματικής πλοκής). Από την άλλη, η υπόθεση αυτή καθαυτή είναι ελκυστική και οι χαρακτήρες επίσης ενδιαφέροντες.
Σ ΄ όλο το βιβλίο κυριαρχεί η αφήγηση του πρωταγωνιστή Τζανή (αφηγείται ως ιστορητής και ιστορούμενος) αλλά παρεμβάλλονται και οι σύντομες αφηγήσεις άλλων, ποικίλων προσώπων, σε ξεχωριστές ενότητες (π.χ. γράμμα του πατέρα, μαρτυρία του Θεοφίλη, μαρτυρία του παππού κ.α.), δίνοντας έτσι μια πρισματική οπτική. Η γλώσσα (προσπαθεί να) είναι η γλώσσα της εποχής, φυσικά με πάρα πολλές τούρκικες λέξεις κι ονομασίες, ενώ η απόδοση των γλωσσικών ιδιωμάτων (δεν είμαι σε θέση να κρίνω την εγκυρότητά τους) ασκεί ιδιαίτερη γοητεία, και δε δημιουργεί δυσκολίες λόγω του γλωσσαρίου. Αντίθετα, οι παροιμίες/γνωμικά/λαϊκά τραγούδια που διανθίζουν την αφήγηση αβίαστα και πολύ ταιριαστά κατά περίπτωση, κεντρίζουν το ενδιαφέρον. Παρατηρήσεις όπως ότι Φανάρι στα τουρκικά (φενά γερ) θα πει σκουπιδότοπος κι από κει μπορεί να πήρε το όνομά της η περιοχή (άλλοι βέβαια λένε πώς έλαβε το όνομα στα χρόνια των Γραικορωμαίων από ένα φανάρι που άναβε στο λόφο ψηλά), ή ότι το Αιγαίο λεγόταν Άσπρη θάλασσα σε αντιπαράθεση με τη Μαύρη θάλασσα στολίζουν την αφήγηση και δίνουν ένα διασκεδαστικό τόνο. Μαθαίνουμε φερειπείν ότι «φαρς» ήταν δύσκολη περσική γλώσσα, εξού και το «φαρσί» που λέμε εμείς. Επίσης, πολύ βοηθητικό χαρακτήρα για την κατανόηση των γεγονότων έχει και ο χάρτης που παρατίθεται στην αρχή.

Εκείνα τα χρόνια 600.000 «ψυχές» ζούσαν στην Πόλη∙ Τούρκοι, Ρωμιοί, Εβραίοι, Αρμένιοι. Το ξημέρωμα ξεχυνόταν στους δρόμους το ανθρώπινο μελίσσι και μαζί οι πουλητάδες (σαλεπιτζήδες, ζαρζαβατζήδες, σουτζήδες, σιμιτζήδες), κλπ.Πίσω απ τα παραθύρια οι γυναίκες παρακολουθούσαν, οι λεγόμενες μανταπολάμ. Φράγκοι, γενίτσαροι, γαλιοντζήδες, χανούμισσες με μαύρους ευνούχους, δερβίσηδες, παλαιστές, ακροβάτες, μελλοντολόγοι, πρακτικοί γιατροί, παραμυθάδες. Οι πλούσιοι Ρωμιοί του Τζουμπαλί έχουν δούλους και δούλες απ’ όλες τις φυλές. Έντεχνα μεταφερόμαστε σε διάφορα μέρη της Πόλης (και όχι μόνο) και μπορούμε να φανταστούμε πώς ήταν εκείνη την εποχή (π.χ. πριγκηπονήσια, Γαλατά, φωταγωγημένο Μπουγιούκ Τσαρσί, Φανάρι κλπ.), εφόσον η λογοτεχνική πένα του συγγραφέα μάς δίνει πλούσια ανθρωπογεωγραφικά στοιχεία, ενταγμένα μέσα στην αφήγηση, χωρίς δηλαδή να κάνει ατέλειωτες περιγραφικές παρενθέσεις. Με αφορμή ας πούμε την πανούκλα, γίνεται σύγκριση ανάμεσα στην εκφορά των νεκρών, αν είναι Ρωμιός, Τούρκος ή Αρμένης. Αξιοπρόσεκτο είναι ότι η ονομασία «Τούρκοι», όπως επισημαίνεται και στο Ιμαρέτ όπου αναφέρονται ως Οσμανλήδες, δεν ισχύει παρά για μια μειονότητα. Σύμφωνα με την κοσμοθεωρία του Μποκρουζέ (βλ. παρακάτω): Εδώ όλοι οι μουσουλμάνοι είναι ιγντίς (μιγάδες). Οι Τούρκοι της Ανατολίας λέγουν τους μουσουλμάνους της Πόλης και όλου του ευρωπαϊκού κομματιού της Αυτοκρατορίας ανακάτωμα φυλών. Στην Ήπειρο οι μουσουλμάνοι είναι οι πρώην χριστιανοί σπαχήδες, στη Σερβία οι εξισλαμισμένοι Σλάβοι, στην Κρήτη εξισλαμισμένοι Κρήτες, το ίδιο και στον Μοριά, στη Ρούμελη και αλλού. Η λέξη «Τούρκος», όπως φαίνεται , σε κάποιες περιπτώσεις ήταν βρισιά ανάμεσα στους μουσουλμάνους, εφόσον σήμαινε και χοντροκέφαλος, βάρβαρος.

Γεωγραφικά/ιστορικά

Δε θα πρεπε κανείς ν’ αναφερθεί με λεπτομέρειες στο ιστορικό υπόβαθρο του βιβλίου, γιατί ολοφάνερα δεν είναι σκοπός του συγγραφέα να κάνει ιστορία. Δε μπορεί όμως ο αναγνώστης, απ την άλλη, να αγνοήσει το ιστορικοκοινωνικό πλαίσιο, ή να μη σκαλίσει στη μνήμη του γεγονότα που μαθαίναμε μηχανικά στα σχολικά βιβλία, και ξαφνικά, έμμεσα ή άμεσα παίρνουν σάρκα και οστά. Η αίσθηση που δίνει πάντως η γραφή είναι ότι υπάρχει απόλυτος σεβασμός στα ιστορικά στοιχεία, δίνονται μέσω των χαρακτήρων διαφορετικές οπτικές, και μπορεί κανείς να αναζητήσει τα πλούσιο λαογραφικό υλικό (έθιμα, παροιμίες κλπ) που συνοδεύουν τις λαϊκότροπες αφηγήσεις των ηρώων.
Έτσι λοιπόν, ο ενδιαφερόμενος για την ιστορικότητα αναγνώστης, έχει την ευκαιρία να γευτεί γεγονότα και καταστάσεις, όπως η πανούκλα που στέλνει στο θάνατο χιλιάδες, οι γενίτσαροι για τους οποίους μαθαίνουμε ότι είχαν και οι Ρωμαίοι (τους λεγόμενους «γιούνορες»), οι Βυζαντινοί είχαν τους «νεότερους», και τους «Τουρκόπουλους», εκχριστιανισμένους Τούρκους∙ μαθαίνει για το καρακαζάνι, ένας «ορτάς» (τμήμα γενίτσαρων) όπου όμως είναι γραμμένοι ορθόδοξοι χριστιανοί κληρικοί, Φαναριώτες και πλούσιοι Ρωμιοί με σκοπό την αισχροκέρδεια, τη μηχανορραφία και την εκμετάλλευση, με προσβάσεις στην εκκλησία, στο Πατριαρχείο, ακόμα και στους ανώτατους Οθωμανούς αξιωματούχους. Βλέπει τον επινοητικό τρόπο με τον οποίο αντιμετώπιζαν οι Εβραίοι τους διωγμούς τους (αξιοθαύμαστα περίπλοκο σύστημα επικοινωνίας στις μεσοτοιχιές)∙ μαθαίνει ακόμα για τους ευνούχους, που δεν αφορούν μόνο Οθωμανούς (στο νου μου έρχονταν όσα έλεγε ο πατέρας μου για τους ευνουχισμένους πατριάρχες, τον καιρό των Γραικορωμαίων, τον Πολύευκτο, τον Ιγνάτιο Ραγκαβέ με εντολή του αυτοκράτορα Λέοντα του Αρμένιου, αλλά και τον ευνούχο Φώτιο). Το πιο συναρπαστικό όμως μέρος κατά τη γνώμη μου είναι η περιπέτεια που ξεκινά με την απίστευτη γνωριμία του Τζανή με τον Τούρκο/κρυπτοχριστιανό Παυλή-Μελέκ όταν το σκάει για Οδησσό (τελικά ταξιδεύει Σινώπη-Τραπεζούντα-Πάφρα-Σαμψούντα), το ναυάγιό τους (που τους βγάζει στην Κερασούντα), η επίσκεψη στο χωριό του Μελέκ-Παυλή, η -με επίσης απίστευτο τρόπο- αποκάλυψη ότι όλοι είναι κρυπτοχριστιανοί (κρυφοκοιτάμε και μεις όπως κι ο Τζανής τις αρχέγονες τελετές τους, τη βάφτιση κρυπτοχριστιανής κ.α.), και το αποκορύφωμα, η σύλληψη και φυλάκιση τους, και η μεταβίβασή τους στα μπουντρούμια της Πόλης, στο κολαστήριο του Μπάνιον, ως θανατοποινίτες. Οι συνθήκες στα κάτεργα, οι αρρώστιες-ψείρες κλπ, τα βασανιστήρια, η ένταση, το ρίσκο, οι χαραμάδες χαράς και ζωής μέσα στη φρίκη του θανάτου απασχολούν ένα μεγάλο μέρος της αφήγησης και καταλήγουν σε εξίσου περιπετειώδη απόδραση. Ο ήρωάς μας εντάσσεται πάλι στη ζωή της Πόλης με την παλιά του ταυτότητα. Κανείς δεν τον συνδέει με τον αγνώριστο «κατεργάρη» του Μπάνιον.
Τέλος, τα ιστορικά στοιχεία που αφορούν την προετοιμασία της επανάστασης πληθαίνουν προς το τέλος του βιβλίου. Είναι συναρπαστική η προσπάθεια να βλέπει κανείς τα –υποτίθεται γνωστά-γεγονότα μέσα από τα μάτια κάποιου που του είναι σύγχρονα, δεν ξέρει την έκβασή τους, κι επηρεάζεται από χίλια δυο. Όμως πάλι γύριζε τούμπα ο νους μου κι αναρωτιόμουν για την Ελλάδα. Ποια Ελλάδα καταγίνονταν να λευτερώσουν; κείνη οπού’ χε στη Χάρτα του ο Ρήγας; Όσους τόπους διαφέντευε το Πατριαρχείο; Όλες τις χώρες που ανήκαν κάποτε στους Γραικορωμαίους; Και θα έφτιαχναν καινούρια αυτοκρατορία; και τι θα απογίνονταν τόσες φυλές; Γιατί στην Οθωμανική αυτοκρατορία ζούσαν εβδομηνταδιόμισι φυλές, μιας και τους γύφτους τους λογάριαζαν για μισή φυλή… Τα φύλλα του Λόγιου Ερμή από το 1812 έχουν μπει στο σπίτι του γιατρού, πατέρα του Τζανή διασπείροντας τις ιδέες της επιστήμης και του διαφωτισμού.
Ο Τζανής μπαίνει στο κόλπο της Εταιρίας του Φοίνικα μέσω του αδερφού του Λεωνή, μεταφέρει μυστικά μηνύματα και κάποια στιγμή τα αποκωδικοποιεί εισάγοντας τον εαυτό του στα άδυτα. Ποιος είναι ο αρχηγός της Εταιρίας του Φοίνικα, μήπως ο Καποδίστριας; Μηχανορραφίες για να ανέβει από τον Μιχαήλ Σούτσο ο Γρηγόριος ο Ε΄ στην έδρα του Πατριαρχείου. Πεσκέσια από το Σουλτάνο (συνήθεια από το 1467). Στοιχεία που παρουσιάζονται ως εικασίες ή υποψίες των ηρώων, αλλά ίσως αξίζουν την έρευνα. Παρακολουθούμε και την τελετή μύησης στη Φιλική Εταιρία. Ήτανε η συντροφία των Φιλικών ωσάν πυραμίδα. Όσο πιο ψηλά, τόσα περισσότερα ηξεύρανε.Προδοσίες, συλλήψεις, έρευνες. Μετά τις προδοσίες και την κήρυξη της επανάστασης στη Μολδοβλαχία, ούτε λόγος να γίνει πράξη το σχέδιο για τον ξεσηκωμό της Πόλης. Μαθαίνουμε πώς το ξέσπασμα της επανάστασης στοίχισε την ανελέητη σφαγή των ρωμιών στην Κων/λη, τον Απρίλη του 1821, αλλά ακούμε και τη «φωνή» του Τσελεμπή Χαϊντάρ: αλλά να ξεύρεις αυτό. Το αίμα δεν το έχυσαν οι πολλοί και αγαθοί μουσουλμάνοι. Κι ας τους πότισανν με μίσος. Τις μέρες εκείνες οι περσότεροι μουσουλμάνοι κλείνονταν στα σπίτια τους. Από τους τετρακόσιες χιλιάδες μουσουλμάνους της πόλης, κείνοι που κάμανε τα κακά δεν ξεπερνούσαν τους δέκα με δεκαπέντε χιλιάδες. Και δεν είναι σωστό να φορτώνονται όλοι το άδικο. Οι καταστροφές στην Πόλη και την ευρύτερη περιοχή είναι ανυπολόγιστες. Μέσα απ τα μάτια του γραμματισμένου και ευσεβούς αδερφού του Τζανή, Δημητράκη, παρακολουθούμε το μαλλιοτράβηγμα των ιερέων για την εκλογή του Ευγένιου, του Πατριάρχη που αντικατέστησε τον Γρηγόριο τον Ε΄ (γενειάδαι εξεριζώνοντο, καλημαύκια εξεσφενδονίζοντο, άμφιαδιερρηγνύοντο και βλασφημίαι αρμόζουσαι εις θαμώνας καταγωγίων εξήρχοντο εκ των «ιερών» εκείνων χειλέων.
Οι φρικαλεότητες συνεχίζονται κι απ τις δυο πλευρές. Μέσα απ τα μάτια του Ανθία μαθαίνουμε και για την επανάσταση στη Μολδοβλαχία, την εκ/ση των ηγεμόνων της Βλαχίας, ενώ τα ιστορικά γεγονότα που αποτελούν το φόντο της αφήγησης περιλαμβάνουν με πολύ ανάγλυφο τρόπο και την καταστροφή της Χίου. Το βιβλίο που γράφει ο Τζανής, είναι αυτό που κρατάμε στα χέρια μας και φτάνει μέχρι το 1831.

Τα πρόσωπα

Η πρώτη λέξη του μυθιστορήματος είναι μια κραυγή: «γιαγκίν!», δηλαδή φωτιά. Μια από τις πυρκαγιές που κατέστρεφαν μέρος της πόλης κατά δεκάδες πριν την επανάσταση, καταστρέφει και το βιος της οικογένειας του Τζανή και αναγκάζει όλη την οικογένεια να σκορπίσει. Σ αυτό το έκτακτο σκηνικό ο συγγραφέας μάς σκιαγραφεί το γενικότερο πνεύμα των κατοίκων (οι μουτεβελήδες των τζαμιών και τα ρουφέτια των μουσουλμάνων βοηθούσαν και παραστέκονταν στους ομόθρησκούς τους. Αμά πουθενά δεν άκουγες θρήνους και κλάματα. Άλλοι άνθρωποι οι Οθωμανοί. Τέτοια θεομηνία, τέτοια καταστροφή και λαλούσαν: «Σιουκιούρ Αλλάχ». Κι άμα τους ερωτούσες τι θα κάμουν, σου αποκρίνονταν: «Αλλάχ κερίμ»), και μας παρουσιάζει παράλληλα τα μέλη της οικογένειας και τις σχέσεις τους: ο πατέρας γιατρός, σπουδασμένος στην Ιταλία, δε θεωρήθηκε άξιος γαμπρός του παχάρνικου (αξίωμα Φαναριώτικο) Μιχαλάκη Αραμή, γιατί δεν είχε ευγενική καταγωγή, ωσότου τον τελευταίο τον «σχόλασε» ο Υψηλάντης και, γυρίζοντας στην Πόλη πνιγμένος στα χρέη, υποχώρησε προσωρινά. Ο πατέρας του Τζανή προσπαθεί να τα σπουδάσει τα αγόρια του (έχουμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε τους δρόμους που ανοίγονταν τότε στους πεφωτισμένους αστούς), αλλά ενώ ο ήρωάς μας ξεκίνησε με ενθουσιασμό τις σπουδές στο κοινό σχολείο του Τζουμπαλί, αρνήθηκε να ξαναπάει ύστερα από μια ταπεινωτική φάλαγγα που έφαγε ως τιμωρία. Ο πόλεμος με τον πατέρα τον σπρώχνει προς το βιοπορισμό και βρίσκει γρήγορα τον δρόμο που θα του ταιριάζει και θα τον αναδείξει: καταφεύγει στον αχτάρη (= ψιλικατζής) πάππο του, και γίνεται με τον καιρό παρασκευαστής μύρων, τουρκιστί μελχέλμ. Παρά το νεαρό της ηλικίας του γρήγορα γίνεται «ουστά», δηλαδή μάστορας, μάγος των μύρων. Μαθαίνουμε μαζί με τον Τζανή τα βοτάνια, τον αγώνα που κάνει με τα φυτά, τις αμπούλες, τα αιθέρια έλαια από ραδίκια, γρασίδι, ηλιοτρόπιο κλπ., το κυριότερο όμως είναι ότι ο συγγραφέας μάς βάζει στη μαγεία της Πόλης μέσα από τον πλούτο της και τις μυρωδιές της.
Το πιο τραγικό πρόσωπο της οικογένειας είναι ο Λεωνής, του οποίου τα ίχνη χάνονται με την πυρκαγιά. Όπως αποκαλύπτεται αργότερα, ο έρωτάς του για μια μικρή Τουρκάλα, και μάλιστα παντρεμένη, τον έχει βάλει στο στόχαστρο των Τούρκων. Η μόνη του σωτηρία είναι να «τουρκέψει», αλλιώς τον περιμένει ο θάνατος (πολύ δυνατή η σκηνή της μεταστροφής, μετά όμως μαθαίνουμε ότι ήταν σχεδιασμένο). Κλάψαμε τον Λεωνή ωσάν αποθαμένο. Θα τον δούμε μετά από πολλά, αγνώριστο, Τούρκο κανονικό ή μάλλον κατά τον ίδιο, Μουσουλμάνο (οι μουσουλμάνοι είναι άνθρωποι αγαθοί και πλιότερο πιστοί από τους Ρωμιούς και τους Φράγκους ) να ισχυρίζεται ότι τούρκεψε για να μπορεί να προσφέρει στον αγώνα, να μαθαίνει μυστικά για τη « συντροφία» (Πρόκειται για την Εταιρία του Φοίνικα[1]). Τον βλέπουμε όμως στο τέλος να είναι μετανιωμένος για τον δρόμο που πήρε («δε με βαστούσε άλλο η ψυχή μου, Τζανή. Μια στιγμή ακόμα ήταν, και δεν άντεξα…μείναμε στα σκοτεινά δίχως να συντυχαίνουμε ώρα πολλή. Πόσες βασανισμένες ψυχές υπήρχαν στην ιστορία του»).
Συμπρωταγωνιστής, φίλος και σύντροφος σε όλες τις περιπέτειες ο γοητευτικός, αγγελικός και δαιμονικός Ανθίας (τούτο το πλάσμα θαρρείς πως το γέννησαν όλοι οι θεοί του κόσμου και το βάφτισαν οι διαβόλοι), που με την εξώκοσμη ομορφιά του κάνει όλες τις γυναίκες να «σπαρταράνε» για χάρη του. Αυθάδης, απρόβλεπτος και αδίστακτος, γίνεται «δίδυμο» με τον Τζανή καθώς γνωρίζονται από παιδιά, μεγαλώνουν μαζί και μαθαίνουν τον κόσμο. Προς το τέλος του βιβλίου αποκαλύπτεται ότι έχει το χάρισμα του θεραπευτή, αλλά το πιο διασκεδαστικό του επάγγελμα ήταν του «αρζουχαλτζή», δηλαδή του επιστολογράφου κατά παραγγελία, όπου, με τα κολοβογράμματα που ήξερε καταπιανόταν να επινοεί απαντήσεις στους ταλαίπωρους που τον εμπιστεύονταν! Τέλος, ακολουθεί τον Αλέξανδρο Υψηλάντη, επιβεβαιώνοντας την ηρωική προδιάθεση που έχουν οι άνθρωποι που είναι ξεχωριστοί (Αυτός είναι ο Ανθίας. Άγιος δαίμονας, άγιος και δαίμονας).
Ο Παυλής-Μελέκ, «μυθιστορηματικός», απρόβλεπτος, μουσουλμάνος κρυπτοχριστιανός, είναι ένας γίγαντας (ένα θεώρατο πλάσμα, ένας γίγαντας ξυπόλυτος και μαυρισμένος ωσάν το καμένο ψωμί), σα βγαλμένος από παραμύθι της ανατολής ή από κόμικς. Όσο μπόι είχε, άλλο τόσο μάλαμα ήταν η καρδιά του. Γίνεται αχώριστος με τον ΤΖανή σ’όλη του την περιπέτεια που ο ΤΖανής κυκλοφορεί σα. Μουσουλμάνος.
Τέλος, μέσα από τα άπειρα πρόσωπα που διαπλέκονται σ αυτόν τον καμβά, νομίζω ξεχωρίζει ο σοφός, «αιρετικός» Μποκρουζέ (όλοι ξέρουν τις ιδέες μου. Οι Οθωμανοί με θεωρούν αιρετικό, όπως τους μπεσαχτήδες[2] ή τους ταρικάτ) , που εκπροσωπεί την πολιτιστική παράδοση των Τούρκων, τον φωτισμένο διανοούμενο που μας θυμίζει με την παρουσία του ότι ο τούρκικος/μουσουλμανικός πολιτισμός είχε σπουδαίους στοχαστές, ποιητές, αξιόλογους πνευματικούς ανθρώπους που ξέφευγαν απ τον φονταμενταλισμό που επικράτησε με τον κεμαλισμό. Όπως λέει κι ο ίδιος ο Τζανής, ανήκε σ’ έναν άλλον κόσμο, τον ιδικό του. Παίζει νέι στα εκατοντάδες πουλιά που μαζεύει κι αγαπά και το καθένα έχει τη δική του ιστορία. Με τους σύγχρονους όρους θα λέγαμε ότι είναι διεθνιστής, κι οι ιδέες του δεν απέχουν από τον κομμουνισμό, εφόσον ισχυρίζεται ότι ο νους πρέπει να μαθαίνει, να διασταυρώνει πληροφορίες και καταλήγει: ο σουλτάνος, οι ουλεμά, ο στρατός, οι πασάδες, τα Πατριαρχεία, οι αρχιραβίνοι, οι καλόγεροι, οι τσιφλικάδες, οι κοτζαμπάσηδες, οι πλούσιοι έμποροι, οι τοπάρχες Οθωμανοί και οι Φαναριώτες ηγεμόνες απολαμβάνουν τους καρπούς που καλλιεργεί ο φτωχός λαός. (…) Όποιος έχει την εξουσία θέλει να κυριαρχήσει ενάντια στους άλλους και να πλουτίζει σε βάρος του λαού.

 

cretalive

Στο βιβλίο σας κύριε Καλπούζο κυριαρχεί ένας ελληνισμός χαμένος, μια Πόλη που βρίσκεται πια μόνο στην ιστορία και στις μνήμες μας…Πιστεύετε ότι έχουν πια όλα αυτά αντίκρισμα στις εποχές μας, που μοιάζουν απολίτικες και…απολίτιστες;

Το παρελθόν υπάρχει μέσα μας αλλά και στην καθημερινή μας ζωή ακόμη κι όταν δεν το αντιλαμβανόμαστε. Λέξεις που τις μιλάμε και δεν γνωρίζουμε από πού έρχονται και τι σημαίνουν, όπως, για να αναφέρω ένα μόνο παράδειγμα, το κλοτσοσκούφι· συμπεριφορές οι οποίες αναπαράγονται μέσα από την παραδοσιακή λογική της ανατροφής μας, εννοώ σε επίπεδο ιδεών και κοσμοαντίληψης· οι γνώσεις μας για την ιστορία οι οποίες επηρεάζουν τις σκέψεις μας, τις αποφάσεις μας, τις κρίσεις μας και τα συναισθήματά μας προς άλλους λαούς, μα και προς εμάς τους ίδιους· το παρελθόν που κτίζει τη συλλογική μας μνήμη· και πόσα άλλα. Ένα βιβλίο λοιπόν σαν το «Άγιοι και δαίμονες» έρχεται ακριβώς για να πυροδοτήσει τον προβληματισμό και την αναζήτηση γύρω από αυτά τα ζητήματα, να υπενθυμίσει και να αναθερμάνει το δέσιμο με τις ρίζες μας. Γιατί πραγματικά πιστεύω ότι υπάρχει αντίκρισμα στην εποχή μας κι η ανταπόκριση την οποία ήδη έχει αυτό το βιβλίο το αποδεικνύει. Άλλωστε μόνο αν οπλιστούμε από το χθες θα μπορέσουμε να δούμε πιο καθαρά και πιο αισιόδοξα το σήμερα και το αύριο. Γιατί όπως λέει κι ο βασικός μου ήρωας, ο Τζανής: «Δεν γίνεται πριν κάμεις το βήμα σου (αυτό που δίνει νόημα στην πατημασιά σου σ’ αυτόν τον κόσμο) να μη θωρείς πού πάταγες χθες και που πατούσαν οι γεννημένοι πρωτύτερα από σένα. Είναι σαν να στεριώνεις το μαδέρι μονάχα από τη μια μεριά και να θέλεις να διαβείς αντίκρυ».

-Ειδικά η Πόλη γιατί ασκεί τέτοια γοητεία ακόμη όχι μόνο σε μας τους έλληνες , αλλά στο δυτικό κόσμο ολόκληρο; Είναι ο θρύλος που τη συνοδεύει αιώνες ή έχει μια πραγματική εσωτερική δύναμη εκείνος ο Τόπος;

Δεν νομίζω ότι στις μέρες μας ασκεί ιδιαίτερη γοητεία στον δυτικό κόσμο, πλην ορισμένων εξαιρέσεων. Η Πόλη γοητεύει, γητεύει, πληγώνει και ελκύει κυρίως τους Έλληνες γιατί υπήρξε το κέντρο του ελληνισμού επί αιώνες. Έχει καταγραφεί στη συλλογική μας μνήμη κι αυτό είναι πολύ πιο δυνατό από όποια μεταφυσική διάσταση ή ενεργειακή δυναμική προσπαθήσει να προσδώσει κανείς στον τόπο.

Οι Άγιοι και Δαίμονες ξεκινούν με τη φωτιά και τελειώνουν με τη φωτιά! Δεν είναι προφανώς τυχαίο και άσχετο με τις…μέρες μας…

Όντως το βιβλίο ξεκινά και τελειώνει με μια φωτιά, τη δύναμη της καταστροφής αλλά και της αναγέννησης. Πολύ εύστοχα παρατηρείτε ότι δεν είναι άσχετο με όσα συμβαίνουν στις μέρες μας, όπως όμως και τόσα άλλα που πραγματεύεται αυτό το βιβλίο. Για παράδειγμα τον φόβο, αυτό το διαλυτικό στοιχείο της προσωπικότητας, του αυτόβουλου, του στοχασμού και της σκέψης, πάνω στον οποίο ανέκαθεν έχουν επενδύσει πολιτικές εξουσίες, θρησκείες, οι κατέχοντες τον πλούτο και κάθε μορφής εξουσία. Ο φόβος τον οποίο η ελληνική κοινωνία βιώνει στο έπακρο εδώ και δύο χρόνια. Φόβος που επιβλήθηκε και εδραιώθηκε στις ψυχές όλων κατόπιν σχεδίου. Ωστόσο, όπως γίνεται με τη φωτιά στους Άγιους και δαίμονες, είμαι αισιόδοξος ότι μετά την καταστροφή θα έρθει η αναγέννηση. Όχι όμως από μόνη της. Απαιτείται η δική μας συνειδητοποίηση, προσπάθεια και αγώνας. Αγώνας και προς την κατεύθυνση της εσωτερικής καλλιέργειας, γιατί αλλιώς όλα πάνε στο βρόντο. Γίνονται μόνο συνθήματα και καπνός που συσκοτίζει και τυφλώνει.

Αλήθεια πότε ανακαλύψατε το ταλέντο σας για τη γραφή; Είναι πραγματικά ένα ταλέντο ή κάτι που καλλιεργείται;

Θαρρώ πως έγραφα από πάντα μέσα μου. Είχα μια ευκολία να γράφω στίχους και να πλάθω ιστορίες, αλλά μέχρις εκεί. Κάποιοι άνθρωποι οι οποίοι βρέθηκαν στη ζωή μου, περί τα τριάντα μου, με παρακίνησαν να ασχοληθώ αρχικά με την ποίηση και το τραγούδι και στη συνέχεια με τον πεζό λόγο κι έτσι ανακάλυψα αφενός το κρυμμένο μου ταλέντο, αφετέρου την αγάπη μου για τη γλώσσα. Χωρίς ταλέντο δεν μπορείς να γράψεις με τρόπο που η γραφή σου να γίνεται γοητευτική στον αναγνώστη. Όμως το ταλέντο είναι σαν το ακατέργαστο διαμάντι. Αν δεν το καλλιεργήσεις, αν δεν μελετήσεις και δεν δουλέψεις πολύ σκληρά θα μείνεις στο επίπεδο του λαϊκού ποιητάρη ή του παραμυθά παλαιότερων εποχών.

Όταν ήσασταν μικρός φανταζόσασταν ένα βιβλίο σας ευπώλητο, να φιγουράρει στις προθήκες των βιβλιοπωλείων; Ποια ήταν τα όνειρά σας;

Ποτέ δεν είχα σκεφτεί ότι θα γίνω συγγραφέας. Ούτε είχα όνειρα. Κυνηγούσα τη ζωή και σπαταλούσα την ενέργειά μου στον αγώνα της επιβίωσης. Δεν πρόφταινα να κάνω όνειρα ή περιοριζόμουν στα τετριμμένα. Εξάλλου, δεν βλέπω την επιτυχία μου στη λογοτεχνία ως όνειρο. Η λογοτεχνία είναι πέρα από το τι ορίζουν ως επιτυχία ή αποτυχία τα καθιερωμένα πρότυπα. Η λογοτεχνία είναι μεράκι και πάθος, είναι καημός και ταξίδι, είναι ζωή που καίει, δροσίζει, πονά και λυτρώνει. Είναι και δρόμος μέσα στους αιώνες και η όποια αξία της δεν κρίνεται πάντοτε στον τρέχοντα χρόνο.

Σε ένα πίνακα κάθε άνθρωπος βλέπει διαφορετικά πράγματα…Πιστεύετε ότι συμβαίνει αυτό και με τα βιβλία;

Είναι πίστη μου πως κάθε αναγνώστης βάζοντας τη δική του φαντασία, στοχασμό και θυμικό διαβάζει ένα διαφορετικό βιβλίο. Είναι κατά κάποιο τρόπο συνδημιουργός. Για μένα υπάρχουν ακριβώς τόσα διαφορετικά Ιμαρέτ ή Άγιοι και δαίμονες όσοι και οι αναγνώστες τους. Και κάθε ένα έχει την ιδιαίτερη αξία του γιατί περιέχει την αλήθεια, το πνευματικό επίπεδο και την αισθητική αυτού που συνέβαλλε στο κτίσιμο του.

Ο Καζαντζάκης έλεγε ότι φυτεύοντας ένα δέντρο, κάνοντας ένα παιδί και γράφοντας ένα βιβλίο ο άνθρωπος είναι πλήρης- ο ίδιος δεν τα κατάφερε! Εσείς σε ποιο στάδιο βρίσκεστε;

Έχω δυο παιδιά. Έγραψα εννιά βιβλία. Φύτεψα μερικά δέντρα, όμως δεν τα φρόντισα και χάθηκαν. Ελπίζω πως κάποια μέρα θα φυτέψω ένα δέντρο, θα το φροντίσω και θα το δω να μεγαλώνει προτού κατάρτι απόστρατο να γείρω σε ξυλοκόπους ουρανούς. Ωστόσο, για να μιλήσω για το κυριολεκτικό περιεχόμενο της ρήσης, αισθάνομαι ότι πλήρης δεν θα νιώσω ποτέ. Γιατί ό,τι συμβαίνει γύρω μου δεν με αφήνει ανεπηρέαστο. Βέβαια η εν λόγω ρήση θεωρώ ότι έχει συμβολικό χαρακτήρα. Το δέντρο συμβολίζει το γήινο μέρος της ζωής, ενώ το βιβλίο το πνεύμα, το άυλο. Όσο για το παιδί, συμβολίζει τη συνέχειά της. Σαφώς και ο Καζαντζάκης τα κατάφερε, μιας και η συνέχεια της ζωής και της δημιουργίας δεν εξαρτάται από τα δικά μας και μόνο παιδιά. Κι ακόμα, γιατί τα πνευματικά του παιδιά είναι τέτοιου βεληνεκούς που υπερκαλύπτουν τα βιολογικά παιδιά τα οποία δεν έκανε.

LIFO

Έχει παρατηρηθεί κάποια αύξηση του ενδιαφέροντος του ελληνικού κοινού για συγγραφείς που προέρχονται από την Τουρκία αλλά και από τις αραβικές χώρες.

Γιατί πιστεύετε ότι έχει συμβεί αυτό; Παραθέστε μας συγκεκριμένα παραδείγματα συγγραφέων/βιβλίων που βοήθησαν σε αυτή την μεταστροφή των συνηθειών του ελληνικού αναγνωστικού κοινού.

Ειλικρινά δεν γνωρίζω εάν υπάρχει η αύξηση του ενδιαφέροντος στην οποία αναφέρεστε.

Ειδικά σε τούρκους συγγραφείς, πέρα από τον Ορχάν Παπούκ, ο οποίος κάνει παγκόσμια επιτυχία και μάλλον οι πωλήσεις του είναι ποσοστιαία πολύ περισσότερες σε άλλες χώρες απ’ ότι στην Ελλάδα, δεν έχω υπόψη μου κάποιον άλλον να κερδίζει στη χώρα μας σημαντικό αριθμό αναγνωστών τα τελευταία χρόνια. Όσο για τους άραβες συγγραφείς πολλοί μεταφράζονται και διαβάζονται από τους Έλληνες αναγνώστες εδώ και δεκαετίες. Το γυμνό ψωμί του Μοχάμεντ Σουκρί μεταφράστηκε το 1981, ο Ναγκίμπ Μαχφούζ τουλάχιστον από το 1997, η (ο) Γιασμίνα Χάντρα το 2001 και πόσοι άλλοι.

Επίσης είναι αρκετοί οι έλληνες συγγραφείς πια που ασχολούνται με θέματα του ελληνισμού της Κωνσταντινούπολης. Γιατί πιστεύετε ότι συμβαίνει αυτό;

Η Πόλη υπήρξε το κέντρο του ελληνισμού επί αιώνες και φυσικό είναι να απασχολεί τους δημιουργούς, αλλά να κινεί και το ενδιαφέρον των αναγνωστών. Ωστόσο σε αντίθεση με αυτό που λέτε, την περίοδο 1808-1831, κατά την οποία εξελίσσεται το νέο μου μυθιστόρημα, μια χρονική περίοδος τόσο ενδιαφέρουσα και ιδιαίτερη, κανένας μέχρι σήμερα δεν την έχει αποδώσει μυθοπλαστικά. Εξ’ όσων γνωρίζω μόνο ο Πετσάλης Διομήδης έχει κάνει ένα φευγαλέο πέρασμα στους Μαυρόλυκους. Σε κάθε περίπτωση σημασία έχει τι γράφει κανείς, τι πραγματεύεται και αν αυτό μετουσιώνεται σε λογοτεχνία.

Ήταν ταμπού μέχρι πριν μερικά χρόνια η ανάγνωση Τούρκων και αράβων συγγραφέων; (αν ναι, γιατί ήταν ταμπού και πως ξεπεράστηκε;)

Δεν νομίζω ότι ήταν ταμπού, τουλάχιστον για το ψαγμένο αναγνωστικό κοινό. Ο Ναζίμ Κιχμέτ, ο Αζίζ Νεσίν, αλλά και ο Γιλμάζ Γκιουνέι διαβάζονταν εδώ και δεκαετίες, ενώ και ο Ορχάν Παμούκ, αν δεν κάνω λάθος, μεταφράστηκε για πρώτη φορά το 1994 και από τότε απέκτησε αναγνώστες στη χώρα μας. Όσο για τις ιστορίες του Νασρεντίν Χότζα μεταφράζονταν από τον 18ο αιώνα. Δεν ξέρω αν στις μέρες μας υπάρχουν νέα ονόματα τούρκων συγγραφέων με τόση ανταπόκριση στο ελληνικό κοινό, αλλά και ουσιαστικό περιεχόμενο στα κείμενα τους.

Οι πρόσφατες εξεγέρσεις στις αραβικές χώρες έχουν επηρεάσει σε κάποιο βαθμό την αύξηση της αναγνωσιμότητας βιβλίων από (ή για) αυτές τις χώρες;

. Ίσως συμβαίνει σε κάποιο βαθμό, καθώς κινητοποιείται το ενδιαφέρον μέσω της επικαιρότητας. Είναι φυσικό να θέλει κάποιος να μάθει περισσότερα για χώρες τόσο κοντινές μας και παράλληλα τόσο άγνωστες. Όμως ό,τι έχει ως αφετηρία το συρμό ή τη μόδα της επικαιρότητας, στερείται συνήθως και της πνευματικής βαρύτητας την οποία απαιτεί η λογοτεχνία αλλά και η έρευνα. Ωστόσο υπάρχουν και οι εξαιρέσεις.

Τι πραγματεύεται το δικό σας βιβλίο Άγιοι και δαίμονες;

Μέσα από τις περιπετειώδεις διαδρομές των ρωμιών ηρώων του, την αναπαράσταση της ανθρωπογεωγραφίας, της τοπιογραφίας και του λαογραφικού μωσαϊκού της Πόλης και όχι μόνο, καθώς και τη συμπόρευση της μυθοπλασίας με τα ιστορικά γεγονότα από το 1808 μέχρι το 1831, το «Άγιοι και δαίμονες» υπόσχεται την περιπλάνηση στο μαγικό κόσμο του λόγου και της φαντασίας, παρέχει τη δυνατότητα για μια επανεκτίμηση ή διαφορετική αποτίμηση των ιστορικών περιπετειών και γεγονότων, κι επιπλέον είναι μια σπουδή πάνω σε ποικίλους θεματικούς πυρήνες. Πάνω στην αλαζονεία της εξουσίας, στη φιλία, στην αγάπη που φθάνει στα όρια της αυτοθυσίας, στην τύχη των ανένταχτων οραματιστών και άλλα. Όμως πάνω απ’ όλα πραγματεύεται το τρίπτυχο πόθος, φόβος όχλος. Τέλος ψηλαφεί τη διαφορετικότητα μεταξύ ατόμων, φυλών, θρησκευτικής πίστης και πιο επισταμένα μέσα στον ίδιο άνθρωπο. Γι’ αυτό και ο τίτλος του, Άγιοι και δαίμονες, που διαβάζεται και Άγιοι δαίμονες παραλείποντας το και, μιας και το άγριο, το ανήθικο ή το αδιάφορο προς τα κοινά, είναι δυνατό να συνυπάρχει σε διάφορες εκφάνσεις της ζωής του ίδιου ατόμου με το ήμερο, το ηθικό ή το ηρωικό και πατριωτικό στοιχείο.

 

ΓΙΟΥΛΗ ΤΣΑΚΑΛΟΥ

Είστε νέος στην ηλικία αλλά με μια πολύ δημιουργική πέννα. Έχετε βραβεία και γνωρίζω καλά το πόσο σας εκτιμούν οι Αναγνώστες αλλά κυρίως το πόσο σας παραδέχονται οι ομότεχνοί σας συγγραφείς.

Ότι γράφετε οι Αναγνώστες το διαβάσουν «απνευστί» και περιμένουν το επόμενο. Τι σας ώθησε να αφήσετε την σκέψη σας, την φαντασία σας αλλά σαφώς τις γνώσεις σας να «τακτοποιηθούν» σε ένα βιβλίο; Στο πρώτο σας βιβλίο;

Αν τα πενήντα δύο χρόνια της ζήσης μου με κατατάσσουν ακόμα στους νέους, αυτό είναι πολύ ευχάριστο.

Η αλήθεια βέβαια είναι ότι δεν ξεκίνησα να γράφω από μικρή ηλικία, οπότε η τοποθέτησή σας εύστοχα αντανακλάται  στον χρόνο του συγγραφικού μου βίου. Όσο για το ερώτημά σας με έχει απασχολήσει πολλές φορές και η απάντηση δεν είναι εύκολη. Η αγάπη μου για τη γλώσσα και η επιθυμία μου ν’ ακουστεί και η δική μου φωνή ήταν το πρώτο κίνητρο. Ακολούθησαν οι παρακινήσεις φίλων και κοντινών μου ανθρώπων, τις οποίες εισέπραξα ως δημιουργική πρόκληση. Όμως πολλές φορές τα της ψυχής των ανθρώπων είναι ανεξερεύνητα και γι’ αυτό κάποτε συμπύκνωσα και μια άλλη διάσταση ως προς το ξεκίνημα και την περεταίρω πορεία των λογοτεχνών, σε ένα ποίημά μου. «Όλοι ξεκινούν για τη δόξα. Στο δρόμο κάποιοι γίνονται ποιητές». Η ελπίδα μου είναι οι αναγνώστες να με κατατάξουν στο δεύτερο σκέλος του ποιήματος.

Όταν ένας Συγγραφέας γράψει ένα βιβλίο όπως εσείς το ΙΜΑΡΕΤ και έρθει η καταξίωση από όλους, πόσο “βάρος” προσθέτει στην μετέπειτα συγγραφική πορεία; Νοιώθει ίσως κάποια ευθύνη απέναντι στο Αναγνωστικό κοινό;

Εξέλαβα την επιτυχία ως αφορμή και κίνητρο να εργαστώ ακόμη πιο σκληρά για να μην φανώ κατώτερος των προσδοκιών που δημιούργησε το Ιμαρέτ στους αναγνώστες. Η ευθύνη υπάρχει ούτως ή άλλως. Πώς την κατανοεί βέβαια ο καθένας είναι άλλο ζήτημα. Συνάμα η επιτυχία του Ιμαρέτ απελευθέρωσε το σύνολο των πνευματικών δυνάμεών μου, ή σχεδόν το σύνολο, δεδομένου ότι ένα μέρος τους εγκλωβίζεται, αφού κανένας δεν μπορεί να μείνει ανεπηρέαστος από το ιδιωτικό και το γενικότερο γίγνεσθαι.

Το βιβλίο σας Άγιοι και δαίμονες με υπότιτλο Εις ταν Πόλιν διαδραματίζεται στην Κωνσταντινούπολη, τι είναι αυτό που σας ώθησε να γράψετε για αυτήν την πόλη αλλά κυρίως για αυτή την χρονική περίοδο; Και μάλιστα όταν τα περισσότερα βιβλία που κυκλοφορούν δεν μπόρεσαν να κατανοήσουν και επομένως να καταγράψουν τα ήθη, την γλώσσα, να πάρουν αλλά και να δώσουν την “μυρωδιά” της;

Να σημειώσω ότι η περίοδος 1808-1831 με κέντρο την Κωνσταντινούπολη είναι η πρώτη φορά που αποδίδεται μυθοπλαστικά. Όλα τα μυθιστορήματα που αναφέρονται στην Πόλη εξελίσσονται σε προγενέστερους ή μεταγενέστερους χρόνους.
Η τόσο ενδιαφέρουσα και άγνωστη εποχή και η δυνατότητα που μου προσέφερε αφενός να αναμετρηθώ με το τρίπτυχο πόθος, φόβος, όχλος και αφετέρου για μια διαφορετική αποτίμηση των ιστορικών περιπετειών και γεγονότων που σχετίζονται με την προεπαναστατική και την μεταεπαναστατική περίοδο του 1821 με οδήγησαν στη συγγραφή του βιβλίου και στην Κωνσταντινούπολη, η οποία ήταν το κέντρο των εξελίξεων επί Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η πολυπληθέστερη πόλη ακόμη και για τους Ρωμιούς, καθώς και το κέντρο του ελληνισμού για αιώνες.

Πριν ασχοληθείτε και γράψετε αυτό το 2ο βιβλίο σας είχατε κάνει έρευνα είχατε πάει στην Κωνσταντινούπολη, γιατί είναι τόσο σωστά δομημένο αλλά και αληθές, που εγώ προσωπικά πιστεύω πως έχετε αφιερώσει χρόνο πολύ αλλά και χρήματα για να έχετε την “απόλυτη” άποψη !Ο Αναγνώστης ως γνωστόν έχει βομβαρδιστεί με διάφορα “κατασκευάσματα βιβλίων” με θέμα την Κωνσταντινούπολη που όταν διαβάζει δικά σας βιβλία έχει την σιγουριά πως μαθαίνει και ιστορία αλλά απολαμβάνει και την λογοτεχνία ταυτόχρονα!

Χρειάστηκα επτά χρόνια με καθημερινή δουλειά τουλάχιστον οκτώ ωρών για την συγγραφή των δύο βιβλίων «Ιμαρέτ» και «Άγιοι και δαίμονες». Αναφέρω και τα δύο βιβλία γιατί ένα μεγάλο μέρος της έρευνας, η οποία απαιτήθηκε για την συγγραφή τους, είχε πολλά κοινά σημεία. Κυρίως σε ό,τι αφορά τους Οθωμανούς, το Ισλάμ, τις ενδυμασίες, την αρχιτεκτονική, την γλώσσα, τον ρόλο στη ζωή των Ρωμιών της ορθόδοξης εκκλησίας και τις κοινωνικές και επαγγελματικές σχέσεις.
Στην Κωνσταντινούπολη φυσικά και ταξίδεψα, αφότου όμως είχα ολοκληρώσει δύο γραφές του βιβλίου. Κι αυτό γιατί δεν ήθελα να μου καταστρέψει η νέα όψη της Πόλης τις εικόνες του χίλια οκτακόσια, τις οποίες σχημάτισα μέσα από περιγραφές περιηγητών, συγγράμματα και απομνημονεύματα Κωνσταντινοπολιτών, γκραβούρες, πίνακες μικροζωγραφικής και με πολλούς άλλους τρόπους. Γνώριζα, δηλαδή, ότι σχεδόν τίποτε δεν υπάρχει πλέον από εκείνη την εποχή. Οι αλλεπάλληλες πυρκαγιές προκάλεσαν ολοκληρωτική καταστροφή – δεδομένου ότι όλα τα οικήματα ήσαν ξύλινα, πλην των μεγάλων τεμενών, της Αγίας Σοφίας και άλλων ναών, των κλειστών αγορών, ορισμένων χαμάμ και ελάχιστων ακόμη κτιρίων – ενώ η εικόνα είχε αλλοιωθεί και από το γκρέμισμα των τειχών της Πόλης και του Γαλατά, καθώς και από την όλη μεταγενέστερη και την σύγχρονη αρχιτεκτονική.
Το πλέον δύσκολο για όποιον ερευνά παλαιότερες εποχές είναι να ανακαλύψει στοιχεία για την καθημερινή ζωή των ανθρώπων, μιας και η επίσημη ιστορία καταγράφει μόνο τα μεγάλα γεγονότα. Όμως η κοινωνική ιστορία που γράφουν οι λαοί, έχει για μένα εξίσου και ίσως μεγαλύτερη αξία. Εξάλλου είναι πεποίθησή μου ότι μέρος της λογοτεχνίας είναι και να αποκομίζει γνώσεις ο αναγνώστης μέσα από ένα βιβλίο. Γι’ αυτό και κοπίασα πολύ στον τομέα αυτό, ψάχνοντας για στοιχεία στις πιο απίθανες πηγές και συλλέγοντας όπως το μυρμήγκι το ελάχιστο.

Τι γνώμη έχετε για το ότι συνεχώς γράφονται νέα βιβλία, τα πιο πολλά επίπεδα, χωρίς προηγούμενη έρευνα με θέματα απλώς της εποχής, κοινώς “πιασιάρικα”, τα οποία μάλιστα κάποιοι τα κατατάσσουν στα “ευπώλητα” γιατί απλά είναι όπως λένε εύπεπτα και γεμάτα γεγονότα που δεν κάνουν τον αναγνώστη να σκεφτεί;

Υπάρχουν συγγραφείς απλά καταστροφείς των δασών – για όσο τουλάχιστον υπάρχει ακόμα το χάρτινο βιβλίο – μια άλλη κατηγορία συγγραφέων συρραφέων, οι οποίοι καρπούνται τα γεννήματα άλλων και τα παρουσιάζουν ως δικά τους και υπάρχουν οι συγγραφείς που αφενός διαθέτουν το τάλαντο της γραφής κι έχουν συγγραφικό όραμα, αφετέρου σέβονται τον εαυτό τους και τους αναγνώστες τους. Στους τελευταίους εναπόκειται να ξεχωρίσουν την ήρα απ’ το στάρι.

Στην εποχή μας μπορεί κάποιος Αναγνώστης να ξεχωρίσει ένα βιβλίο εάν έχει ενδιαφέρον η όχι; Μήπως είναι εγκλωβισμένος στο “μάρκετινγκ” όπως μου είπε ομότεχνός σας;

Ο αναγνώστης βομβαρδίζεται από την πληθώρα των εκδόσεων, από την συντεχνιακή πρακτική πλειάδας κριτικών, οι οποίοι όπως κάθε εξουσία επιδιώκει να επιβάλλει την δική της άποψη, και φυσικά από τις μεθόδους προβολής και προώθησης των βιβλίων. Άλλωστε γενικότερα η κοινωνία μας άγεται και φέρεται από παρόμοιες καταστάσεις και φαινόμενα και φυσικά ο αναγνώστης δεν είναι άμοιρος ευθυνών ως προς τις επιλογές του. Ωστόσο πιστεύω ότι ο καλός αναγνώστης καταφέρνει σε σημαντικό βαθμό να ξεφεύγει από τις παγίδες της αγοράς.

Η έμπνευση για εσάς πως λειτουργεί; Είστε άνθρωπος που απομονώνεστε για να “συλλάβετε” μια ιδέα, είστε άνθρωπος που θέλετε τον “χρόνο ” του για να αποφασίσετε να γράψετε, ή όπως έχω ακούσει να λέγεται “ο Δημιουργός πρέπει να ζει μέσα στο πλήθος, να γράφει και να συλλαμβάνει τις ιδέες του μέσα στην καθημερινή ζωή, χωρίς να απομακρύνεται από τα “εγκόσμια”;

Έμπνευση για μένα δεν είναι μια στιγμιαία ιδέα, αλλά να εισέλθω στην ατμόσφαιρα όπου νιώθω πως φτάνω στην μετουσίωση. Είναι αποτέλεσμα ιεροτελεστίας. Προετοιμάζω το έδαφος να με επισκεφτεί η έμπνευση. Όπως ο νηστευτής, προκειμένου να κοινωνήσει των αχράντων μυστηρίων. Ακούω ηπειρώτικα τραγούδια, μπλουζ, τζαζ, διαβάζω ποιήματα ή κείμενα που μου αρέσουν και παράλληλα απομονώνομαι. Γράφω μόνο στον χώρο μου, άσχετα αν προκύψει μια ιδέα οπουδήποτε αλλού, μιας και για όσο διαρκεί η γραφή ζω στην παράλληλη πραγματικότητα του κόσμου των ηρώων μου. Όμως η συγγραφή ενός μυθιστορήματος δεν είναι μονάχα ζήτημα έμπνευσης. Γίνεσαι χειρώνακτας, χρειάζεται πειθαρχία, αφιέρωση και ατέλειωτες ώρες δουλειάς.

Η συγγραφή ενός βιβλίου είναι μια διαδρομή από μόνη της μέσα στις ζωές ,στα πάθη, στην ιστορία. Πόσο χρόνο χρειάζεστε εάν χρειάζεστε για να αποφορτιστείτε και να ξεκινήσετε κάτι νέο;

Είναι τέτοια κάθε φορά η καταπόνηση του πνεύματος αλλά και του σώματος, αφού απαιτείται η αφύσικη για τον άνθρωπο πολύωρη και καθημερινή ακινησία, που χρειάζομαι τουλάχιστον έξι μήνες ν’ αποφορτιστώ και να είμαι σε θέση να πιάσω πάλι μολύβι και χαρτί.. Όμως και σ’ αυτό το διάστημα δεν παύω να παλεύω με διάφορες ιδέες.

Αν κάποια στιγμή σταματήσετε να γράφετε, για κάποιον λόγο, τι θα σας έλειπε περισσότερο. Οι ώρες που σχηματίζετε τον “μύθο” σας, οι ώρες που βρίσκεστε σε αέναο ψάξιμο μέσα σε μονοπάτια ιστορίας, οι ώρες που θα περιμένετε τις αντιδράσεις του Αναγνώστη; Οι ώρες της καταξίωσης μετά από μερόνυχτα δουλειάς; Ίσως κάτι άλλο;

Η γραφή είναι άκρως εθιστική. Δεν ξεφεύγεις εύκολα από αυτή και προσωπικά δεν θέλω να ξεφύγω. Δεν μπορώ να ξέρω τι θα σκεφτόμουν σε μια τέτοια υποθετική περίπτωση. Ίσως τις ντομάτες που θα καλλιεργούσα στον κήπο μου.

Κάποιος άνθρωπος κατά την γνώμη σας πότε μπορεί να αυτοονομαστεί “συγγραφέας”; Τι πρέπει να έχει κάνει;

Να γράψει ένα καλό βιβλίο.

Έχετε κάποια στιγμή σκεφτεί με “ζήλεια” το καλό βιβλίο κάποιου ομότεχνού σας; Και αν ναι ποιό;

Με την δημιουργική ζήλεια, η οποία εμπεριέχει τον θαυμασμό κι όχι τον φθόνο, πάρα πολλά. Από τη σύλληψη του θέματος μέχρι το πώς ο εκάστοτε συγγραφέας το αναπτύσσει. Αν είναι να πω μόνο ένα θα έλεγα «Το Θείο τραγί» του Σκαρίμπα.

Πιστεύετε πως ο Συγγραφέας είναι απλά ένα ταλέντο, η χρειάζεται διαρκή προσπάθεια στην γνώση, σε κάθε τι που θα βοηθούσε να εκφράσει καλύτερα αυτό που θέλει;

Πιστεύω ότι ένας άνθρωπος γεννιέται με εκείνα τα συστατικά του νου και της ψυχής, τα οποία επιτρέπουν να κτισθεί το ταλέντο. Γιατί κατά τη γνώμη μου το ταλέντο πλάθεται στην παιδική ηλικία. Έχει σημασία πώς ζωγραφίζεται η ψυχή του μέχρι τα δεκαοχτώ χρόνια και ποια είναι η ψυχοσύνθεσή του και οι δυνατότητες της φαντασίας του. Πώς εισπράττει όλα όσα συμβαίνουν γύρω του, πώς τα διηθεί, τα αναπλάθει και τα μεταβολίζει μέσα του. Ανεξάρτητα εάν αυτό γίνεται με συνειδητό ή ασυνείδητο τρόπο. Και φυσικά αυτό δε σημαίνει πως έχει εξαρχής γνώση του ταλέντου του. Το ταλέντο όμως, σε κάθε περίπτωση, είναι ακατέργαστο διαμάντι. Στη συνέχεια, και εφόσον οι συγκυρίες και οι συνθήκες επιτρέψουν να το ανακαλύψει, απαιτείται καλλιέργεια, πολλή και σκληρή δουλειά, συνεχής άσκηση και μαθητεία και πάνω απ’ όλα σε βάθος παρατήρηση του έσω και έξω κόσμου.

Ζούμε σε μια εποχή κρίσης. Πρωτόγνωρης θα έλεγα! Πόσο επιθετικοί μπορεί να γίνουν οι άνθρωποι και ειδικά οι συγγραφείς για να κρατήσουν την δημοσιότητά τους, μια θέση στο κομμάτι που λέγεται πώληση βιβλίου; Μπορεί να είναι επιθετικοί έως κακόβουλοι και να σπιλώνουν υπολήψεις ομότεχνών τους προκειμένου να εμφανίζονται ως “καλοί” και να κερδίζουν πολλές φορές ανάξια την αγάπη του κοινού; Ρωτώ γιατί γνωρίζω από κουβέντες άλλων συγγραφέων πως όσο λιγοστεύει το κοινό τόσο πιο πολύ οι ενδιαφερόμενοι θα γίνονται επιθετικοί; Εσείς τι άποψη έχετε;

Όλα όσα λέτε είναι η πικρή πραγματικότητα, με την διαφορά ότι δεν αφορούν τον αληθινά πνευματικό άνθρωπο και τον οραματιστή λογοτέχνη. Τα φαινόμενα αυτά υπήρχαν και πριν από την κρίση και φυσικά οξύνονται και μεγεθύνονται στην συγκεκριμένη περίοδο.
Παίρνοντας όμως αφορμή απ’ την αναφορά σας στην οικονομική κρίση θα ήθελα να τοποθετηθώ γύρω από αυτό το κεφαλαιώδες ζήτημα, μιας και πολλοί αναρωτιούνται για το τι πιστεύουν και πώς αντιδρούν οι πνευματικοί άνθρωποι.
Δυστυχώς μάθαμε να μιλάμε, να εκφραζόμαστε, να αντιδρούμε, να σκεφτόμαστε και να αγωνιζόμαστε μόνο με συνθήματα. Να ψάχνουμε πάντοτε «αυτούς», τους «τρίτους», κάποιους συγκεκριμένους, οι οποίοι σίγουρα φέρουν το μεγαλύτερο κομμάτι ευθύνης, όμως δεν είναι ένας, δεν είναι εκατό, ούτε καν μερικές χιλιάδες. Όσοι μετέχουν της άμεσης εξουσίας είναι τουλάχιστον εκατοντάδες χιλιάδες, ενώ επιμεριζόμενες οι ευθύνες που αναλογούν σε κάθε πολίτη έχουμε το μερίδιό μας, μικρό ή μεγαλύτερο, όλοι. Κάποτε πρέπει να πούμε τις πικρές αλήθειες. Ζήσαμε για πολλές δεκαετίες σε μια χώρα η οποία πάσχει βαρέως στο επίπεδο των αξιών και του πολιτισμού. Σε μια χώρα που δυστύχησε να κυβερνηθεί από εγκάθετους, αργυρώνητους κι άλλοτε παντελώς ανίκανους πολιτικούς, αλλά και με απλούς πολίτες, οι οποίοι στην μεγάλη τους πλειοψηφία, έμαθαν να έχουν μονάχα δικαιώματα και ποτέ υποχρεώσεις. Σε μια χώρα όπου η διαφθορά κυριαρχεί σε πάμπολλες υπηρεσίες του Δημοσίου, όπως και η αισχροκέρδεια και η εξαπάτηση στον ιδιωτικό τομέα, και με πολίτες έτοιμους ή αναγκασμένους να συναινέσουν στην κλοπή του δημοσίου χρήματος ή στην δωροδοκία, και στην καλύτερη περίπτωση να παραμείνουν απαθείς. Σε μια χώρα όπου η φοροκλοπή ή η μη εφαρμογή των νόμων θεωρείται μαγκιά και οι πελατειακές σχέσεις μεταξύ πολιτευόμενων και πολιτών δίνουν και παίρνουν. Σε μια χώρα όπου απαξιώσαμε τα σχολεία και τα πανεπιστήμια καταστρέφοντας την ιδέα και την ουσία της παιδείας, καθώς και την υλικοτεχνική υποδομή – κι εδώ οι ευθύνες δεν βαρύνουν μόνο τους κυβερνώντες – όταν εμείς οι ίδιοι θαυμάζουμε και εξάρουμε στις μεταξύ μας συζητήσεις τα σχολεία και τα πανεπιστήμια της Αγγλίας, της Γαλλίας, των Η.Π.Α., της Ιταλίας μέχρι και της Τουρκίας. Απαξιώσαμε την παιδεία και την μάθηση με συνεχείς καταλήψεις γυμνασίων, λυκείων και πανεπιστημίων με μια αυτοκαταστροφική διάθεση και με «φιλοσοφία» την επαναστατική προπόνηση και την συσπείρωση των μελών των κατά περίπτωση κομματικών μηχανισμών και ονομάζοντας «προοδευτικό» την οπισθοδρόμηση και τον συντηρητισμό ως προς τα μέσα και τον τρόπο πάλης και διεκδίκησης των κατά καιρούς δίκαιων αιτημάτων. Αφεθήκαμε και δοθήκαμε σε ένα σύστημα αξιών όπου από τη μια κυριαρχεί ο χαβαλές, η μπάλα, τα αυτοκίνητα, ο άκρατος καταναλωτισμός, το shopping therapy, οι διάφοροι κίναιδοι, μόδιστροι και χαζοχαρούμενες τηλεπαρουσιάστριες, κι από την άλλη τα πρότυπα της επιτυχίας, τα οποία είναι συνδεδεμένα απόλυτα με το χρήμα και την κατοχή θέσεων εξουσίας. Αφεθήκαμε σε έναν στείρο και καταγέλαστο εθνικισμό, ο οποίος δεν μας επέτρεψε να δούμε την πραγματικότητα, ούτε καν να επιδοκιμάσουμε την διορατικότητα ορισμένων πολιτικών (έστω και σε μεμονωμένα θέματα) και υποκινούμενοι από διάφορες φανατικές ομάδες απωλέσαμε εθνικά συμφέροντα κι άλλοτε αποτρέψαμε την ένταξη στην ελληνική κοινωνία όσων θα γίνονταν οι καλύτεροι πρεσβευτές της Ελλάδας. Ζούμε σε μια χώρα όπου ο πατριωτισμός φυλλοροεί διαρκώς και όσοι τολμούν να αναδείξουν το πρόβλημα κατηγορούνται δημαγωγικά και κακόβουλα ως εθνικιστές. Σε μια χώρα όπου συχνά πυκνά οι εξουσίες υποδύονται τους επαναστάτες, όπως στους χώρους των μέσων πληροφορίας ή ακόμη και στους λεγόμενους πνευματικούς και καλλιτεχνικούς χώρους. Σε μια χώρα όπου η δημαγωγική τρομοκρατία και ο λαϊκίστικος καταγγελτικός λόγος επιβάλλει σιωπή και απραξία σε πλήθος θεμάτων ζωτικής σημασίας για την καθημερινότητα, αλλά και για την πνευματική πορεία του τόπου. Τέλος, ζούμε σε μια χώρα όπου ο προσανατολισμός μας στα «οικονομικά» και στην «μικροπολιτική» δεν αποτελεί μόνο το άλφα και το ωμέγα, αλλά όλα τα γράμματα του αλφαβήτου του ιδιωτικού και δημόσιου βίου μας, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων.
Όσο για τη λύση του προβλήματος, βρίσκεται στο να αλλάξουμε κατεύθυνση ως άτομα και ως ελληνική κοινωνία. Να εισπράξουμε με έναν άλλο τρόπο τη ζωή, να επανεξετάσουμε τα πρότυπά μας και τις επιδιώξεις μας, να ξανασκεφτούμε τι σημαίνει αποτυχία και επιτυχία – έχοντας και κατά νου την παροιμία «κάθε μάνας γέννα πεσκέσι του θανάτου» ώστε να καταλαγιάζει μέσα μας η αλαζονεία και το κυνήγι του εφήμερου – να παλέψουμε για πολιτισμικές αξίες, να δουλέψουμε μέσα στο σπίτι αφιερώνοντας χρόνο στα παιδιά μας, να καταλάβουμε ότι η όποια αλλαγή ξεκινά από τον έναν και φτάνει στους πολλούς και στη συνέχεια είναι σίγουρο ότι θα καταφέρουμε να εμβολίσουμε το σύστημα αξιών που καταδυναστεύει τη χώρα μας και επέφερε και τα δεινά της οικονομικής κρίσης.
Από την μεριά μου πιστεύω στον καλλιεργημένο λαό κι όχι στους ηγέτες και τους κομματικούς μηχανισμούς. Η εσωτερική καλλιέργεια είναι εκείνη που μπορεί να διασώσει τους λαούς και πρέπει να είναι ζητούμενο για τον καθένα. Έτσι θα γεννηθεί το καλύτερο αύριο. Όσο θα αναμένουμε πεφωτισμένους σωτήρες ή θαυματοποιούς θα είμαστε τα πιόνια κάθε εξουσίας. Μέχρι στιγμής χάσαμε τη μάχη ή καλύτερα η μάχη δεν δόθηκε ποτέ. Αντί να καρτερούμε και να αναζητούμε ηγέτες, ας ποτιστούμε με τη νοοτροπία του μετανάστη, εδώ του μετανάστη του πνεύματος, και να δουλέψουμε για τις επόμενες γενιές. Εμείς, για να λέμε την πικρή αλήθεια, το χάσαμε το παιγνίδι, δεν προλαβαίνουμε πια. Γιατί αυτή η μάχη θέλει χρόνο, χρόνια άσκησης και μαθητείας. Κι αυτό είναι το δύσκολο.

Τι σημαίνει για εσάς “Λαός, έθνος χωρίς μνήμη”; Και τι μπορεί να φταίει ώστε ένας ολόκληρος λαός να “χάσει” την μνήμη του;

Λαός χωρίς μνήμη σημαίνει ότι βρίσκεται σε παρακμή και τείνει προς την εξαφάνιση. Ως προς το τι φταίει σας παραπέμπω σε όσα προανέφερα.

Υπάρχει ελεύθερος χρόνος για εσάς; Και πως τον καταναλώνετε;

Ελάχιστος. Λίγα ταξίδια και επιδιώκοντας την ηδύτητα της συζήτησης με φίλους όποτε αυτό είναι εφικτό.

Ποιο πράγμα θεωρείται πιο ανεπίτρεπτο στην ζωή;

Δεν υπάρχει μόνο ένα. Οι βιασμοί παιδιών, ο πόλεμος με ό,τι συνεπάγεται, η πείνα και η εξαθλίωση και τόσα άλλα. Ίσως όμως όλα θα μπορούσαν να συνοψισθούν σε δυο λέξεις: απώλεια ελευθερίας. Είτε αυτή είναι σωματική, είτε πνευματική.

Στους ανθρώπους ο Γιάννης Καλπούζος τι συγχωρεί και τι όχι;

Δεν συγχωρώ την βία, το τυφλό μίσος, την υπέρμετρη φιλαυτία, την έπαρση, το υπερφίαλο, την ειρωνεία.

 

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΛΑΡΙΣΑ

Κύριε Καλπούζο το τελευταίο σας βιβλίο, «Άγιοι και Δαίμονες Εις ταν Πόλιν», θεωρείται από τα πιο ευπώλητα των τελευταίων χρόνων και όχι άδικα καθώς από την πρώτη κιόλας έκδοση σημείωσε ρεκόρ πωλήσεων φτάνοντας τα 40.000 αντίτυπα.

Περιμένατε ότι και αυτό το βιβλίο σας θα κέρδιζε το ενδιαφέρον του αναγνωστικού κοινού;

Ήλπιζα ότι οι αναγνώστες θα στηρίξουν το νέο μου πόνημα καθώς από την πλευρά μου κατέθεσα το σύνολο των πνευματικών δυνατοτήτων μου και παράλληλα των σωματικών, αφού απαιτήθηκαν ατέλειωτες ώρες, μήνες, και χρόνια κοπιαστικής εργασίας.

Τι αναμένει τον αναγνώστη στις σελίδες του βιβλίου σας;

Στις σελίδες του βιβλίου μαζί με την πρόοδο της μυθιστορίας αναπαριστάνεται η ανθρωπογεωγραφία, η τοπιογραφία και το λαογραφικό μωσαϊκό της εποχής, ενώ αναμένουν τον αναγνώστη οι περιπετειώδεις ζωές των ρωμιών ηρώων του· έρωτες με την απρόβλεπτη εξέλιξή τους· δυνατές φιλίες· η μετάλλαξη των χαρακτήρων και η απογύμνωση των συναισθημάτων εμπρός στα δεινά· η αγριότητα του πολέμου, ο φανατισμός και η μισαλλοδοξία· δεισιδαιμονίες, απόκρυφες παγανιστικές τελετές, ερωτικά ξόρκια και μάγια· μηχανορραφίες Φαναριωτών, η αστυνομία και το μπουντρούμι του Πατριαρχείου· παιχνίδια των παιδιών όπως το κλοτσοσκούφι, συμμορίες των δρόμων, ερωμένες πατριαρχών, κρυπτοχριστιανοί, χοροεσπερίδες, η Μεγάλη του Γένους Σχολή και τα Κοινά Σχολεία· ο Πόντος, το Δραγατσάνι, η Χίος, το Μανιάκι κι άλλοι τόποι-σταθμοί στην ιστορία μας· οι φυλές, οι θρησκείες και η γλώσσα μας μέσα στο χρόνο· μάχες, ανταρσίες γενιτσάρων, αποσιωπημένες αλήθειες, οι φοβερές σφαγές των χριστιανών το 1821 στην Πόλη με τα χιλιάδες πτώματα να επιπλέουν στον Κεράτιο και στον Βόσπορο· και πάρα πολλά ακόμη.

Το βιβλίο αυτό γράφτηκε μετά από κάποια έρευνα; Τι σας οδήγησε στη συγγραφή του και γιατί επιλέξατε την Κωνσταντινούπολη;

Πολύ μεγάλη έρευνα, η οποία ξεκίνησε από το Ιμαρέτ, σε ό,τι αφορά την Οθωμανική Αυτοκρατορία και το Ισλάμ, και συνεχίστηκε επί τρία χρόνια εστιάζοντας στην Πόλη και στα θέματα που πραγματεύεται το βιβλίο.
Η τόσο ενδιαφέρουσα και άγνωστη εποχή του 1808-1831 και η δυνατότητα που μου προσέφερε αφενός να αναμετρηθώ με το τρίπτυχο πόθος, φόβος, όχλος και αφετέρου για μια διαφορετική αποτίμηση των ιστορικών περιπετειών και γεγονότων που σχετίζονται με την προεπαναστατική και την μεταεπαναστατική περίοδο του 1821 με οδήγησαν στη συγγραφή του βιβλίου και στην Κωνσταντινούπολη, η οποία ήταν το κέντρο των εξελίξεων, η πολυπληθέστερη πόλη ακόμη και για τους Ρωμιούς, καθώς και το κέντρο του ελληνισμού για αιώνες. Να σημειώσω ότι για πρώτη φορά αποδίδεται μυθοπλαστικά αυτή η εποχή στην Πόλη.

Μέσω της συγγραφής νιώθετε ότι επικοινωνείτε με το αναγνωστικό κοινό, ότι υπάρχει μία αμεσότητα;

Η ανάγνωση είναι συμμετοχική διαδικασία. Μεταξύ αναγιγνωσκόμενου και αναγνώστη αναπτύσσεται και επικοινωνία και διάλογος. Γινόμαστε ταξιδευτές στο ίδιο πλοίο της λογοτεχνίας και των ιδεών.

Θα σας ενδιέφερε η μεταφορά ενός βιβλίου σας στην τηλεόραση;

Εάν είναι να αποδώσει τα σημαντικά μηνύματα του βιβλίου, την ατμόσφαιρά του και αναπαραστήσει με πειστικότητα την εποχή, όπως αυτή περιγράφεται στο κείμενο, σαφώς και με ενδιαφέρει. Κι ο λόγος, γιατί θα γίνει αφορμή να φτάσει το βιβλίο σε πολύ περισσότερους αναγνώστες, αλλά και γιατί θα έχω την ευκαιρία να δω πώς μια άλλη τέχνη προσεγγίζει τη δική μου τέχνη.

Η οικονομική κρίση πιστεύετε ότι επηρεάζει την αγορά των βιβλίων; Και ακόμη θα γράφατε κάτι για την οικονομική κρίση;

Έχει επηρεάσει σε μικρότερο βαθμό από ό,τι άλλους κλάδους. Οι Άγιοι και δαίμονες, αν και εξελίσσονται σε παλαιότερες εποχές, διασταυρώνονται σε ποικίλους θεματικούς πυρήνες με τη διαχρονική ανθρώπινη πορεία και συμπεριλαμβάνουν, τηρουμένων των αναλογιών, ζητήματα που αφορούν και την κρίση των ημερών μας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο φόβος, στον οποίο επένδυαν οι εκάστοτε εξουσίες και φυσικά επενδύουν και σήμερα.

Γράφετε με εξαιρετική επιτυχία μυθιστορήματα, ποιήματα ακόμη και στίχους τραγουδιών. Τι από όλα σας κερδίζει περισσότερο;

Όλα είναι λόγος και κάθε γραφή έχει τη δική της γοητεία. Με κερδίζουν οι στιγμές που το Θείο πυρ και η Θεία μανία της έμπνευσης κατακλύζουν τον δημιουργό και τον κάνουν να υπερίπταται του συνηθισμένου εαυτού του και να αισθάνεται ωσάν μικρός Θεός. Αυτές οι στιγμές είναι συχνότερες στην ποίηση, ωστόσο δεν λείπουν από κανένα είδος γραφής.

Ποια είναι κατά τη γνώμη σας τα συστατικά ενός καλού βιβλίου;

Η περιπλάνηση του αναγνώστη στο μαγικό κόσμο του λόγου και της φαντασίας· η δυνατότητα που παρέχει για καταβύθιση στις ψυχές των ηρώων του αλλά και της δικής του· η γλώσσα, η οποία είναι το κύριο εργαλείο για να τον γοητεύσει και να τον κερδίσει· και η αντανάκλαση όσων διαδραματίζονται στο κείμενο με την πραγματικές καταστάσεις που βιώνει, ανεξάρτητα σε ποια εποχή διαδραματίζεται η μυθιστορία.

Ποια βιβλία θα συμβουλεύατε στους αναγνώστες να διαβάσουν;

Όσα έχουν τα παραπάνω χαρακτηριστικά και μπορούν να χαρακτηρισθούν ως λογοτεχνία.

Και για τους μικρούς αναγνώστες, τι προσφέρουν τα βιβλία στα μικρά παιδιά, και πως μπορεί ένας γονιός να καλλιεργήσει στο παιδί του την επιθυμία να διαβάσει ένα λογοτεχνικό βιβλίο;

Προσφέρουν την απόλαυση της ανάγνωσης, την οποία όποιος δεν έχει ανακαλύψει χάνει τη σπουδαιότερη ψυχαγωγία της ζωής. Επίσης, κόσμους τους οποίους δεν έχουν τη δυνατότητα με κανέναν άλλο τρόπο να ανακαλύψουν και να προσεγγίσουν, ενώ εξασκείται η φαντασία τους, καλλιεργείται η αισθητική και γενικότερα κτίζεται η ψυχή τους και ο χαρακτήρας τους. Όσο για το πώς θα τους καλλιεργήσει ο γονιός την ανάγνωση, δεν υπάρχει άλλος τρόπος από το να διαβάζει ο ίδιος και να συζητά μαζί τους. Δυστυχώς λείπει από τη σύγχρονη ελληνική οικογένεια ο διάλογος μεταξύ γονιών και παιδιών, αλλά και με τους παππούδες και τις γιαγιάδες.

 

 

ΧΡΟΝΙΚΑ ΔΥΤΙΚΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ ΓΡΕΒΕΝΑ

Από τη σκιά του ρολογιού μιας πιο οικείας Άρτας, στην Πόλη του 1800.

Γοητεύει η μνήμη και οι καθημερινές της περιπέτειες στην Ρωμιοσύνη του 19ου αιώνα;

Γοητεύει, πονά, εκπλήττει και κυρίως γίνεται αφορμή για παίδεμα του νου και της ψυχής καθώς αντανακλά στο σήμερα. Ο αναγνώστης, μέσα από το «Άγιοι και δαίμονες» αλλά και το «Ιμαρέτ»  έχει την ευκαιρία να ταξιδέψει σε μια άγνωστη εποχή, να αφεθεί στη μαγεία της, να αποκομίσει γνώσεις, να κατανοήσει τον τρόπο ζωής και σκέψης των ανθρώπων συγκρίνοντας εποχές και νοοτροπίες, να γνωρίσει το κοντινό του παρελθόν το οποίο ακόμη και ασυνείδητα ενυπάρχει στην καθημερινή μας ζωή, καθώς και να μετέχει στο αεί ζητούμενον και το αεί απορούμενον κατά τον Αρισοτέλη, δηλαδή τη φιλοσοφία. Γοητεύει και μόνο από την μη προσήλωση του ανθρώπου στο αφύσικο που οι σύγχρονοι ονομάσαμε φυσικό, από την μη προσήλωση στο μη αναγκαίο που έγινε στις μέρες μας αναγκαίο, ενώ οι ιστορικές περιπέτειες και τα γεγονότα προβάλλουν καθάριες βοηθώντας μας να δούμε και το σήμερα πιο καθαρά και πιο αισιόδοξα.

Ποιητικές συλλογές, διηγήματα και τώρα μια δυναμική παρουσία στο
μυθιστόρημα. Η γραφή, ο μόχθος και η οδύνη της, τι κυνηγά;

Μπορώ να μιλήσω μόνο για μένα. Κυνηγώ το λογοτεχνικό μου όραμα, την ασύλληπτη εικόνα, το ανεξερεύνητο της έμπνευσης, το ίδιο το ταξίδι της γραφής, την καταβύθιση στα μύχια της ψυχής μου αλλά και στα μύχια των ψυχών άλλων ανθρώπων, την τέχνη του λόγου αρχής γενομένης από τη γλώσσα, μα και όλα εκείνα τα στοιχεία που μπορούν να μεταπλάσουν ή να μπολιάσουν την πεζότητα της ζωής μας με την ενόραση και το όνειρο.

Φαίνεται πως σε γοητεύει το ιδίωμα, η γλώσσα που μιλούσαν κελαρυστά,
στην εποχή που σκιαγραφείς;

Η ρωμαίικη γλώσσα του 1800 έγινε το όχημα το οποίο κατάφερε να με μεταφέρει στα σοκάκια της Πόλης αλλά και στις ψυχές των ανθρώπων εκείνης της εποχής. Το ίδιο όχημα θέλησα να το μοιραστώ με τους αναγνώστες. Πέραν αυτού, όντως η συγκεκριμένη γλώσσα ασκεί πάνω μου ιδιαίτερη γοητεία, ενώ από την πλευρά μου πρόσθεσα πολλές λεκτικές συνομωσίες και όλα εκείνα τα στοιχεία τα οποία υψώνουν κατά την άποψή μου την ίδια τη γλώσσα σε τέχνη.

Οι λεπτομερείς χάρτες, το καλοστημένο «σκηνικό» εις ταν Πόλιν,
προδίδουν βασανιστική έρευνα. Τι προηγήθηκε του πολυσέλιδου νέου
μυθιστορήματος;

Αυτό ακριβώς που αναφέρετε. Επίπονη και πολυετής έρευνα. Για τα δυο βιβλία, το «Ιμαρέτ» και το «Άγιοι και δαίμονες», απαιτήθηκαν επτά χρόνια με οκτώ, δέκα, δεκαπέντε και μέχρι δεκαοκτώ ώρες δουλειάς το εικοσιτετράωρο.

Ποια τα σχέδια της γραφής για το μέλλον; Πώς βλέπεις τη συνέχεια της
περιπέτειας του γραψίματός σου;

Ποιος ξέρει πού μπορεί να με οδηγήσει αυτό το Θείο πυρ και η Θεία μανία της έμπνευσης. Μελετώ, σχεδιάζω, οραματίζομαι αλλά ο τελικός δρόμος είναι ακόμη και σε μένα άγνωστος. Αυτή άλλωστε είναι και μια από τις ομορφιές και τις γοητείες της γραφής, να μην γνωρίζεις, δηλαδή, για πού ακριβώς θα τραβήξεις και που θα φτάσεις.

 

 

Άγιοι και Δαίμονες – Γκραβούρες Φωτογραφίες


Δείτε τις φωτογραφίες-γκραβούρες

 


 

 

ΤΥΠΩΘΗΤΩ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ

Γιάννης Καλπούζος, Άγιοι (και) δαίμονες
Μυθιστόρημα, Εκδόσεις Μεταίχμιο

Η τόσο ενδιαφέρουσα εποχή του 1808-1831 στην Πόλη, μια χρονική περίοδος πολύ διαφορετική για την Οθωμανική Αυτοκρατορία από αυτή στην οποία αναφέρεται το προηγούμενο βιβλίο μου, το Ιμαρέτ· η δυνατότητα να προσεγγίσω το τρίπτυχο πόθος, φόβος, όχλος· και η πίστη μου ότι ο αναγνώστης «έχει να ωφεληθεί ανάβοντας το φιτίλι του στο καντήλι των καιρών μου», όπως λέει ο κεντρικός ήρωας Τζανής Κομνάς, με οδήγησαν στη συγγραφή του μυθιστορήματος Άγιοι (και) δαίμονες.

    Τον βασικό του κορμό υφαίνουν οι περιπετειώδεις διαδρομές των ρωμιών ηρώων του, η καταβύθιση στα μύχια της ψυχής τους, η καθημερινή ζωή, καθώς και τα ιστορικά γεγονότα όπως βιώθηκαν από απλούς ανθρώπους, αυτούς που γράφουν την κοινωνική ιστορία των λαών. Πρωταγωνιστές και δευτεραγωνιστές αλληλοδιαδέχονται στη σκυτάλη της αφήγησης, ο καθένας με ξεχωριστό ύφος και τη δική του γλώσσα, η οποία αποπνέει το άρωμα του καθημερινού λόγου εκείνων των χρόνων.

    Μέσα στο πεδίο της δράσης και των παθών των ηρώων αναπαριστάνεται –προάγοντας και υπηρετώντας τη μυθοπλασία– η ανθρωπογεωγραφία, η τοπιογραφία και το λαογραφικό μωσαϊκό της εποχής, έτσι ώστε ο αναγνώστης να μεταφερθεί σ’ αυτή, να κατανοήσει τον τρόπο ζωής και σκέψης των ανθρώπων, αλλά και να συμμετέχει παραστατικά στα δρώμενα.

ΚΟΡΜΟΣ

 Στις σελίδες του βιβλίου μαζί με την πρόοδο της μυθιστορίας αναμένουν τον αναγνώστη έρωτες με την απρόβλεπτη εξέλιξή τους· ζωές ανθρώπων που αντιφεγγίζουν ωσάν σε μαγικό καθρέφτη και δεν αξιώνονται να βυζάξουν το γάλα και τ’ αρώματα της ζήσης· η μετάλλαξη των χαρακτήρων και η απογύμνωση των συναισθημάτων εμπρός στα δεινά· η αγριότητα του πολέμου, ο φανατισμός, η μισαλλοδοξία, η μοναξιά κλεισμένη σε μεταξένια μπουντρούμια, η αυτοθυσία, η αλληλεγγύη, ο σπαραγμός και η ανάταση.

Κι ακόμη ήθη, έθιμα, παροιμίες και τραγούδια, πολλά από τα οποία λέγονταν πάνω σε εκκλησιαστικές ψαλμωδίες· απόκρυφα παγανιστικά έθιμα, ερωτικά ξόρκια, δεισιδαιμονίες και μάγια· κονάκια, αρχοντικά, καφενέδες, φαρμακεία με ζωντανές οχιές και καπηλειά των 1.000 τ.μ. στις εισόδους των οποίων στέκονταν ομοφυλόφιλα αγόρια και χαμάληδες έτοιμοι να μεταφέρουν με κοφίνια τους μεθυσμένους στα σπίτια τους· οραματιστές, δολοπλόκοι, μηχανορραφίες Φαναριωτών, η αστυνομία και το μπουντρούμι του Πατριαρχείου· παρελάσεις συντεχνιών, βεγγαλικά, παραμυθάδες, ο Αχμέτ Κάραγκιοζ και παιχνίδια όπως το κλοτσοσκούφι· οπιομανείς, συμμορίες των δρόμων, φυλακισμένοι στο τρομερό Μπάνιον, βασανιστήρια και αγγαρείες· ερωμένες πατριαρχών, ομοφυλόφιλες μουσουλμάνες, οι λεγόμενες σεβιτζί, γυναίκες κρυμμένες πίσω από τα σαχνισιά, αλλά και οι τρόποι που έβρισκαν να έχουν εραστές.

ΠΟΤΕ ΚΑΙ ΠΟΥ ΔΙΑΔΡΑΜΑΤΙΖΕΤΑΙ

Η φοβερή πανώλη του 1812-13 κατά την οποία πέθαναν 300.000 άνθρωποι· κρυπτοχριστιανοί, δερβίσηδες σε αυτοβασανιστικές τελετές και ιερωμένοι που κερδοσκοπούν περιφέροντας ιερά λείψανα· χοροεσπερίδες, πανηγύρια των Ρωμιών, η Μεγάλη του Γένους Σχολή και τα Κοινά Σχολεία· ο Πόντος, το Δραγατσάνι, η Χίος, το Μανιάκι κι άλλοι τόποι-σταθμοί στην ιστορία μας. Οι φυλές, οι θρησκείες και η γλώσσα μας μέσα στο χρόνο· μάχες, ανταρσίες γενιτσάρων, αποσιωπημένες αλήθειες, η Φιλική Εταιρεία, το σχέδιο ξεσηκωμού της Πόλης, προδοσίες, ο απαγχονισμός του Γρηγορίου του Ε΄, οι φοβερές σφαγές των χριστιανών με τα χιλιάδες πτώματα να επιπλέουν στον Κεράτιο και στον Βόσπορο· και πόσα άλλα.

    Συνάμα, το μυθιστόρημα συνδαυλίζει την αναζήτηση γύρω από τον πόθο, ο οποίος αποτελεί ανάσα για τη ζωή, όμως γίνεται και μαχαίρι που μπορεί να την κόψει. Πυροδοτεί τον προβληματισμό αναφορικά με τον όχλο, μέσα στον οποίο το άτομο χάνει την ταυτότητά του, ομαδοποιείται και σύρεται από τη γενική αντίληψη ή την καθοδήγηση. Κι επιπλέον είναι μια σπουδή πάνω στον φόβο, αυτό το διαλυτικό στοιχείο της προσωπικότητας, του αυτόβουλου, του στοχασμού και της σκέψης.

    Τέλος, ψηλαφεί τη διαφορετικότητα μεταξύ ατόμων, φυλών, θρησκειών και κυρίως μέσα στον ίδιο άνθρωπο. Γι’ αυτό και ο τίτλος του, Άγιοι (και) δαίμονες, μιας και το άγριο ή το ανήθικο είναι δυνατό να συνυπάρχει σε διάφορες εκφάνσεις της ζωής του ίδιου ατόμου με το ήμερο, το ηθικό ή το ηρωικό στοιχείο.

 

KALPOUZOS

Γιάννης Καλπούζος

 

ΚΑΛΠΟΥΖΟΣ

Αρέσει σε %d bloggers: