ΙΜΑΡΕΤ

 

ΙΜΑΡΕΤ
Στη σκιά του ρολογιού

Εξώφυλλο Οπισθόφυλλο
Έκδοση Α’

imaret_exwfyllo

Έκδοση Β’

ΙΜΑΡΕΤ ΝΕΟ ΕΞΩΦΥΛΛΟ                                          imaret_exwfyllo2

Άρτα 1854, Οθωμανοκρατία. Δυο αγόρια, που μέλλει να γίνουν αδελφικοί φίλοι, imaret-exwfyllo-350x527 γεννιούνται την ίδια νύχτα, ο Λιόντος και ο Nετζίπ. Το μυθιστόρημα παρακολουθεί διαδοχικά και από τη σκοπιά του καθενός τη ζωή τους σε ήρεμους χρόνους, αλλά και σε καιρούς εντάσεων και επαναστάσεων, αναπαριστώντας με μοναδικό τρόπο μια ολόκληρη εποχή.

Αλληλοδιδακτικό σχολείο, παιγνιώδεις φάρσες στον διά βίου ορκισμένο εχθρό τους  Φάσγανο, οι δίδυμοι Εβραίοι Γιοσέφ και Μεναχέμ, ο έρωτας που και για τους δύο φίλους θα έχει απρόσμενη εξέλιξη, οι μορφές των δύο μανάδων της Αγνής και της Σαφιγιέ, η κοσμοπολίτισσα Αναστασία, χοροεσπερίδες, Καφέ Αμάν, πετροπόλεμος, Ραμαζάνι, χαμάμ, τούρκικος Καραγκιόζης, πορνεία, αφορισμοί, κολίγοι, τσιφλικάδες, μάγκες της εποχής, εθνικισμός και μισαλλοδοξία, πλούτος και εξαθλίωση, γλυκιά και πικρή ζωή.

Όλα έχουν θέση στο ιμαρέτ του Θεού, όπως λέει ο παππούς Ισμαήλ, ο θυμόσοφος, ανθρωπιστής και προεξάρχων του χορού των ηρώων, που καταδικάζει με σκωπτικό τρόπο την ανθρώπινη ματαιοδοξία και τις μικροπρεπείς συμπεριφορές. Στη σκιά του ρολογιού που χτυπά τις οθωμανικές ώρες, Έλληνες, Οθωμανοί και Εβραίοι καταφέρνουν, σε πείσμα των όποιων εξουσιών απεργάζονται τη διχόνοια και παρά τις διαφορές τους να συνυπάρξουν, να ονειρεύονται, να ελπίζουν, να ερωτεύονται και να αναπτύξουν στέρεες σχέσεις φιλίας.

 

ΙΜΑΡΕΤ – Βίντεο
Όλα έχουν θέση στο Ιμαρέτ του Θεού

 

 

 

 

ΙΜΑΡΕΤ – Τραγούδια


1.»Τα Τραγούδια του ΙΜΑΡΕΤ» ζωντανή ηχογράφηση με το ηπειρώτικο συγκρότημα Λαλητάδες στη μουσική σκηνή Χαμάμ, συμμετέχει η Καίτη Μακρή

Η ΑΡΤΑ ΠΕΤΡΑ ΝΑ ΓΙΝΕΙ    ΣΤΗΝ ΠΑΛΑΜΗΝ ΤΟ ΣΠΑΘΙ    ΔΕΥΤΕ ΠΑΙΔΕΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ    ΒΑΡΙΑ ΒΑΡΟΥΝ ΤΑ ΣΗΜΑΝΤΡΑ    ΠΟΥΛΑΚΙ ΞΕΝΟ    ΜΠΑΙΝΩ ΜΕΣ Τ’ΑΜΠΕΛΙΝ
ΜΙΑ ΒΟΣΚΟΠΟΥΛΑ ΑΓΑΠΗΣΑ    ΑΜΑΝ ΜΕΜΟ ΑΜΑΝΕΣ    ΔΟΝΤΙΑ ΠΥΚΝΑ    ΜΗΛΟ ΜΟΥ ΚΑΙ ΜΑΝΤΑΡΙΝΙ    ΜΑΡΙΟΛΑ

2. Αμάν Μέμο ηχογράφηση 1928

 

ΑΜΑΝ ΜΕΜΟ ΚΩΣΤΑΣ ΝΟΥΡΟΣ 1928

 

 

 

ΙΜΑΡΕΤ – Κριτικές


Απόψεις αναγνωστών

Πρόκειται για ιστορικό μυθιστόρημα που επιβεβαιώνει ότι το λογοτεχνικό αυτό είδος στα κατάλληλα χέρια, προσφέρεται ιδιαίτερα για την ιστορική γνώση και τη νοηματική τροφοδοσία που έχει ανάγκη ο κουρασμένος, παραπληροφορημένος και ζαλισμένος σημερινός αναγνώστης. Το «Ιμαρέτ» θυμίζει το «ρόδο» του Έκο, τόσο στην πολυεπίπεδη οπτική του όσο και στη γραφή του.
http://www.filimantis.gr ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΖΟΥΒΑΝΟΣ

Έχεις γράψει ένα μνημειώδες βιβλίο.
Το Ιμαρέτ σου είναι η Ελλάδα, έτσι όπως δεν την ξέρουμε οι περισσότεροι ή όπως ποτέ δεν μας την δίδαξαν στο σχολείο.
Αντικατέστησες την Ιστορία και τη Γεωγραφία για χώρους, που όσοι ζούμε στο Νομό Αττικής αγνοούμε, και όσοι έχομε πελοποννησιακή καταγωγή θεωρούμε τούρκικους ή βουλγάρικους. Προσδιορισμοί που δεν σημαίνουν μόνον σύνορα ή θρησκεία ή φυλή, αλλά και ένα αντιδραστικό πολιτικό πνεύμα.
Διαβάζω τις σελίδες σου και μαθαίνω. Σ’ ευχαριστώ.
Νομίζω ότι διάλεξες έναν αφηγηματικό τρόπο που σου επέτρεψε να μη χάσεις το νήμα του ιστορικού χρόνου και των γεγονότων.
Έτσι η πλοκή, χωρίς να αφαιρεί δευτερεύοντα και λιγότερης σημασίας πρόσωπα, δεν δυσκολεύει τον αναγνώστη, εξαιτίας του τόσου πλούσιου υλικού και πολλών πληροφοριών να την παρακολουθήησει.
Οι σελίδες για το ρολόι και το καμπαναριό είναι εξαιρετικές.
Καθώς διαβάζω τη μια σελίδα μετά την άλλη, περίπου 120, βλέπω ότι καθώς γράφεις μαθαίνεις από το γράψιμο σου, που γίνεται όλο και καλύτερο και πιο ελεύθερο.
Λέω, συνήθως, πως η λογοτεχνία είναι μαθηματικά, εξισώσεις. Το εννοώ βαθύτατα.
Οι γλωσσολόγοι λένε πως υπάρχουν τρία μέρη, που καμιά γλώσσα δεν μπορεί να παραλείψει: υποκείμενο, ρήμα, αντικείμενο. Από εκεί και πέρα είναι η προφορική ή η γραπτή γλώσσα που σχετίζεται με τη σχολική παιδεία και την εγκυκλοπαιδική.
Υπάρχουν δυο γλώσσες, η μια, αυτή που ακούς στο δρόμο και η άλλη που τη μαθαίνεις από τους μεγάλους συγγραφείς.
Στη δική σου γραφή υπάρχει ένας καλοζυγισμένος συνδυασμός. ΄Η κάτι περισσότερο: η σοφία των ανθρώπων. Η υπέρβαση της κοινής αντίληψης.
Εύχομαι το βιβλίο σου να μπει σε κάθε σπίτι όχι σε κάθε ράφι, αλλά μπροστά σε εκατοντάδες χιλιάδες ζευγάρια μάτια.

Ιωάννα Καρατζαφέρη

Βρήκα τελικά εναν προτότυπο τροπο να συγκεντρώνομαι στη δουλειά! Βιβλία σε μορφή αφήγησης!!! Το ξέρω ότι είναι ανορθόδοξος τρόπος αλλά όσο λιγότερο σκέφτομαι τόσο καλύτερα δουλεύω!!! Ακούω το Ιμαρέτ: Στη σκιά του ρολογιού του Γιάννη Καλπούζου το οποίο είχε πάρει το Βραβείο αναγνωστών του 2009. Μέχρι ώρας είναι πολύ ενδιαφέρον και αντικατροπτίζει την ζωή στην Άρτα μετά το 1821 με τρόπο πολύ περιγραφικό και ζωντανό!!! Δεν μπόρεσα να συγκρατηθώ και έκανα ενα σκετσάκι με τους βασικούς χαρακτήρες!

Αγγελική Σαλαμαλίκη

Κύριε Καλπούζο,

Έχοντας ολοκληρώσει την δεύτερη ανάγνωση του Ιμαρέτ, αμελώ να βγώ εδώ και πολλές ημέρες από τη σκιά του ρολογιού.

Απολαμβάνω ήρεμα την ατμόσφαιρα μιας περασμένης Άρτας που δεν θα μπορέσω να ζήσω ποτέ στην πραγματικότητα χωρίς αυτό να με πονά καθόλου.

Η πένα σας ( ή ίσως το πληκτρολόγιό σας ) με επιβίβασε μαλακά πάνω σ’ ένα μικρό σύννεφο απ’ όπου ξαπλωμένος μπρούμυτα με τα χέρια στο πηγούνι πέταξα σε χαμηλό ύψος πάνω από την Άρτα του χάρτη στην αρχή του βιβλίου σας. Προτιμώ να φαντάζομαι την πένα σας με μελάνι στο χρώμα του κυκλάμινου σε λεπτό υπογαλάζιο χαρτί. Μέσα στις σελίδες του πόσες φορές δεν διάβηκα απ το ρωμιοπάζαρο στο τουρκοπάζαρο, πόσες φορές δεν ατένισα την Άρτα από το σπίτι του μητροπολίτη και πόσες νύχτες δεν χάθηκα περπατώντας και ‘γω σκανταλιάρικα και επίτηδες χωρίς φανάρι μέχρι την βαριά ξύλινη εξώπορτα του Φάσγανου με τα γυφτόκαρφα για να ξαλαφρώσω και να συνεχίσω να σας ακολουθώ σ’ αυτό το εξαιρετικό αφήγημα βήμα βήμα . Αφετηρία και τέρμα στις περισσότερες περιπλανήσεις ήταν η πλατεία του ρολογιού.

Από τη μία τα πολύ δυνατά επεισόδια όπως η σκυλο’κνιά και ο αφορεσμός στα οποία δίνετε με αφηγηματικό αλλά εξαιρετικό τρόπο στον αμύητο αναγνώστη απαραίτητες πληροφορίες για να εννοήσει τα αφηγούμενα και από την άλλη η διακόσμηση του κειμένου με αποσπάσματα δημοτικής ποίησης , παροιμιών , εμμέτρων αστειευμάτων και διαλόγων δίνουν στο αφήγημα , αμέσως μετά τις στιγμές όπου η μεστότητα του αναγκάζει τον αναγνώστη να προσηλωθεί στην πλοκή, τα απαραίτητα ιντερμέδια που δεν διακόπτουν την απόλαυση της ανάγνωσης λόγω κόπωσης.

Ο εξαιρετικός χρωματισμός των γαμήλιων πομπών, της τελετής του σουνετιού και των «ευρωπαϊκών» δεξιώσεων που τόσο παραστατικά μας αφηγείστε γίνεται άκρως ρεαλιστικός όπως τον συνοδεύετε με χαρακτήρες της «μικρής» Άρτας όπως η Δέσπω , η Μαρούλα και ο «ουτιδανός ούτος ανήρ».

Όμως, ψάχνοντας τρόπο να επικοινωνήσω μαζί σας βρήκα στο διαδίκτυο τόσες γνώμες και κριτικές για το σύνολο του έργου σας πέραν της « Σκιάς του ρολογιού» που νομίζω δεν χρειάζεται να προσθέσω εγώ τίποτα παραπάνω.

Ας επικεντρωθώ στην δική μου σχέση με το βιβλίο σας. Κατ’ αρχήν στο ράφι λογοτεχνίας της προσωπικής μου βιβλιοθήκης σας τοποθέτησα ανάμεσα σε δύο κυρίες. Και οι τρεις μου έχετε δώσει πολλά πράγματα. Εκ δεξιών σας η Ισμήνη Καπάνταη με το «Απειρωτάν και Τούρκων». Εξ ευονύμων (Άλα του!!) η Μάρω Δούκα με τους «Αθώους και φταίχτες». Πόσα μου έχετε μάθει και οι τρεις ! Δεν μπορώ να αρνηθώ πως και άλλοι συγγραφείς θα είχαν θέση δίπλα σας αλλά δεν παρακολουθώ εκ των πραγμάτων δυστυχώς όλη την ελληνική εκδοτική κίνηση. Όμως απ όσα ξέρω είστε εξαιρετικοί παραμυθάδες και οι τρεις. Είμαι βέβαιος πως θα κάνουν καλή παρέα οι ήρωες των βιβλίων και των τριών σας στο ράφι μου. Ξέρετε, είμαι απ τους αναγνώστες που επιστρέφουν στα βιβλία ξανά και ξανά. Δεν είναι για μένα συγγράμματα σχολής που αφού περάσουμε το μάθημα τα ξεχνάμε σ’ ένα ράφι πίσω μας ώστε να βλέπουν αυτοί που κάθονται αντίκρυ μας πόσο σπουδαίοι είμαστε και τι πολλά διαβάσαμε και κατέχουμε. Στο από κάτω ράφι στέκεται ο Ηρακλής Μήλλας με τις «Εικόνες Ελλήνων και Τούρκων» . Κρίμα που δεν συγχρονιστήκατε στην έκδοση. Θα έγραφε πολλά για εσάς.

Στις 10 Αυγούστου ο νονός μου σε επίσκεψή του στη Ρόδο μου ενεχείρησε το βιβλίο σας. Στην αιχμή της τουριστικής περιόδου με εβδομήντα κλήσεις κατά μέσο όρο την ημέρα στο ταξιδιωτικό γραφείο που διατηρώ και με τον έντονο ρυθμό της δουλειάς ξέρει πως η λογοτεχνία μου θυμίζει πως είμαι άνθρωπος και όχι μηχανή έκδοσης εισιτηρίων. Το πρωτοάνοιξα στις 11 Αυγούστου. Τι έκπληξη !! Στην ελληνική γραμματεία να υπάρχει ήρωας με το όνομα Νετζίπ. Πολύ κολακεύτηκαν δυο γνωστοί μου , πρώτα ξαδέρφια μεταξύ τους. Ο Νετζίπ Ντουρούκανλι και ο Νετζίπ Ατακλί. Μουσουλμανόπαιδα της Ρόδου, ποτά πουλάει ο ένας , κλιματιστικά εγκαθιστά ο άλλος, ότι στοίχημα θέλετε, αποκλείεται να διαβάσουν το βιβλίο. Αυτοί είναι χαρακτήρες για τους οποίους γράφονται βιβλία ενώ αυτοί διαβάζουν μόνο αθλητικές εφημερίδες. Πάμε παρακάτω λοιπόν….

Στις 12 Αυγούστου και έχοντας φθάσει στο κεφάλαιο 14, όπου η γνωριμία του αναγνώστη με τους ήρωες είναι επαρκής και η δέση του μύθου γίνεται απολαυστική αναρωτήθηκα εάν ο Καλπούζος γράφει για την Άρτα ή τη Ρόδο… Κοιτάζοντας ξανά την φωτογραφία σας στο εσώφυλλο δεν μπόρεσα να ανιχνεύσω κάτι τέτοιο. Μπά! Ηπειρώτης είναι .. για την πατρίδα του γράφει με νοσταλγία και λατρεία σκέφτηκα… Πάντως για εμένα η δωδεκάτη Αυγούστου του 2010 συμβάδιζε πια με την δευτέρα Σα’αμπάν του 1431 απ’ όπου άρχισα να κυλώ αντίστροφα στο χρόνο για να συναντήσω τον Λιόντο και τον Νετζίπ στις 25 Ζιλκαδέ του 1289 ή 24 Ιανουαρίου του 1872. Έτσι πήγα μέχρι το τέλος της αφήγησης σαν να λάμβανα τακτική αλληλογραφία εσωτερικού εκείνης την εποχής στη Ρόδο της οθωμανικής Ανατολής.

Τη βραδυά της πανσελήνου είχαμε φθάσει στις δέκα τέσσερεις του ιερού μήνα Ραμαντάν του 1431 (24 Αυγούστου 2010) και έννοιωθα πια πως ο ηπειρώτης Καλπούζος έγραφε για κάποιους σαν και εμένα. Υπερηφάνεια και θράσος; Ω!! ναι!!! .. αναγνωστική αδεία….

Σχόλασα απ το γραφείο μου στις οκτώ το βράδυ, περπάτησα αργά περί τα τριακόσια πενήντα μέτρα και μπήκα στην παλιά πόλη της Ρόδου από την πύλη Ντ’ Αμπουάζ . Διέσχυσα το τριπλό οχυρωματικό τείχος, προσπέρασα τους υπαίθριους ζωγράφους, αγνόησα αριστερά μου το κολλάκιο την μεσαιωνική ιπποτική γειτονιά και κατευθύνθηκα προς τα τούρκικα…. Με την ατραπό που μου δίδαξε ο Καλπούζος έσβησα από τα μάτια μου τους ηλιοκαμένους γερμανούς και άγγλους επισκέπτες που μεθούσαν χαζοχαρούμενα αγνοώντας τις σκιές των σιδερόφρακτων προγόνων τους που πατούσαν βαρυά στις πλάκες. Έσβησα τους θορύβους των σερβιτόρων που επιδίδονται σε άγρα πελατών διαφημίζοντας greek salad και suvlaki 5,99 euros σε κατάφωτες αυλές με όλες τις σημαίες του κόσμου σε κορδέλλες κρεμασμένες πάνω απ τα κεφάλια τους και μέσα σε μια γαλανή νύχτα στάθηκα πού αλλού; Στον πύργο του ρολογιού της Ρόδου. Ο πύργος γειτονεύει με το τζαμί του Σουλεϊμάν του μεγαλοπρεπή ο εξαιρετικός αναστηλωμένος μιναρές του οποίου είχε αναμμένα τα φώτα και στους δύο εξώστες του. Ραμαζάνι γαρ…

Αργά και αθόρυβα ένα λελέκι ήρθε και στάθηκε πάνω στη σκεπή του πύργου του ρολογιού. Μετά, από το κέντρο της πανσελήνου ένα γεράκι με ταχύτητα κατέβηκε και αυτό πάνω στον μιναρέ. Τα κοίταξα και τα δύο χαμογελόντας….

« Τι κοιτάς ρε;» μου φώναξε το λελέκι. «Τι ψάχνεις ; Εσύ μας κάλεσες.» Γύρισα στο γεράκι. «Σωστά στα είπε ο Αντώναρος» μου είπε κι αυτό. «Εσύ μας κάλεσες.». «Άστονα ρε Ντογάν,» είπε το λελέκι, «Ξενέρωτοι άνθρωποι του εικοστού πρώτου» . Το διασκέδαζα. «Και σεις τι κάνετε εδώ τώρα; » ρώτησα πιο πολύ για να τους κρατήσω. «Εμείς ρε φίλε» είπε ο Αντώναρος «Είμαστε πια όλοι φιλαράκια στον παράδεισο της παλιάς Άρτας. Ο Καλπούζος δεν ανέδειξε καμιά φιλία ανάμεσά μας αλλά εσύ κατάλαβες πως είμαστε οι δυο πλευρές του ίδιου νομίσματος». Το λόγο πήρε ο Ντογάν «Για αυτό μας κάλεσες εσύ, για αυτό ήρθαμε και εμείς».
Το λελέκι άνοιξε τα φτερά του και μαλακά πέταξε από τον πύργο. Το γεράκι φτερούγησε δυνατά και σηκώθηκε από το μιναρέ. «Χαιρετάτε μου την Άρτα » ψυθήρισα και τους καμάρωσα να πετούν ανταμωμένοι προς την πανσέληνο.

Περπατώντας αργά πέρασα μπροστά από την πόρτα του τζαμιού. Το εζάνι είχε τελειώσει και ο κύριος Νουρί έβαζε τα παπούτσια του μαζί με άλλους ομόδοξούς του στο προαύλιο. Τον χαιρέτησα στον μαντρότοιχο της μουσουλμανικής βιβλιοθήκης. Bayramlarınız mutlu ve mubarek olsun ευχήθηκα. Sağ ol! Με ευχαρίστησε.
Κατηφόρησα αργά αργά την οδό Σωκράτους και συνέχισα για το δεύτερο συντριβάνι με τους ιππόκαμπους . Η κυρία Άννα ήταν στο τουριστικό της κατάστημα. Την καλησπέρισα και μιλήσαμε λίγο. Μια γερόντισσα με μπαστούνι υποβασταζόμενη από έναν νεαρό σταμάτησε και την ευχαρίστησε σε σπαστά ελληνικά. Ο εγγονός της ευχαρίστησε στα αγγλικά. Όταν απομακρύνθηκε η κυρία Άννα μου εξήγησε πως η γερόντισσα ήταν απ τους λίγους εβραίους της Ρόδου που είχαν γλυτώσει τότε. « Ήταν από τουρκόφωνη οικογένεια και μπόρεσαν να φύγουν στη Μάκρη. Με ρωτούσε πολλά πράγματα, πού να ξέρω και εγώ; Εμείς από το Βόλο είμαστε. Ο πατέρας μου ήρθε με την απελευθέρωση το ’48 και η μάνα μου μας γέννησε εδώ. Ούτε το σπίτι της ούτε το μαγαζί του πατέρα της βρήκε η κακομοίρα. Μόνο τη Συναγωγή της έδειξα και προσπάθησε να προσανατολιστεί λίγο.»
Την καληνύχτισα και συνέχισα. Σε μια στροφή κοντά στη μισογκρεμισμένη φραγκοκλησιά της Παναγίας της Νίκης μια αρχοντογυναίκα κρατώντας απ το χέρι έναν μελαχρινό οκτάχρονο αγόρι συνομιλούσε σιγανά με έναν καλόγερο. Το ζεύγος Δαμιανού και Αναστασίας Μέγη με χαιρέτησαν με το κεφάλι ευγενικά. Χωρίς να ανταλλάξουμε ούτε μια κουβέντα ανταπέδωσα τον χαιρετισμό και συνέχισα αργά προς το χώρο που είχα σταθμεύσει το αμάξι μου.
Χτύπησε το κινητό μου. Ένας παλιός συμμαθητής είχε οργανώσει την τελευταία στιγμή γλεντάκι «της Πανσελήνου» και με κάλεσε για σούμες –το ροδίτικο τσίπουρο- σε έναν παραδοσιακό καφενέ στη νέα πόλη. Μπήκα στο αμάξι και άναψα τη μηχανή κεφάτα.

Στην υγειά σου ρε μάγκα!!

Ευάγγελος

ΛΕΣΧΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗΣ ΚΑΙ ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΛΠΟΥΖΟΣ

Κυριακή 16 Ιανουαρίου 2011 η Λέσχη Ανάγνωσης του ΣΑΑΚ Ανατόλια είχε την πρώτη της συνάντηση για τη νέα χρονιά με το μυθιστόρημα για συζήτηση “Ιμαρέτ. Στη σκιά του ρολογιού” από τις εκδόσεις Μεταίχμιο. Προσκεκλημένος στη Λέσχη ο ίδιος ο συγγραφέας κ. Γιάννης Καλπούζος, ο οποίος ήρθε από την Αθήνα για να μοιραστεί μαζί μας το προσωπικό του ταξίδι της συγγραφής.
Το 2009 το βιβλίο του είχε πάρει το βραβείο Αναγνωστών, διάκριση που τον έκανε γνωστό στο ευρύ κοινό, ανεβάζοντας τις πωλήσεις στα 60.000 αντίτυπα μέχρι σήμερα.
Το “Ιμαρέτ” είναι ένα μυθιστόρημα με έντονο ιστορικό φόντο που διαδραματίζεται στην Άρτα τη χρονική περίοδο 1854 – 1882, μέχρι δηλαδή την προσάρτηση της Άρτας στο ελληνικό κράτος. Περιγράφει την καθημερινότητα των απλών ανθρώπων της εποχής, Τούρκων Ελλήνων και Εβραίων, αναδεικνύοντας μέσα από την ιστορία δυο κεντρικών ηρώων, ενός Τούρκου κι ενός Έλληνα, μια ολόκληρη εποχή που αναπαριστάνεται με μοναδικό τρόπο και χωρίς προκατάληψη παράλληλα με την περιπέτεια, τη δράση, τον έρωτα, τις κωμικές ή τις τραγικές καταστάσεις. Δυο φίλοι ομογάλακτοι ο Λιόντος κι ο Νετζίπ. Μια δολοφονία μυστήριο. Ο θυμόσοφος παππούς Ισμαήλ, η “μικρή” ακόμα Ελλάδα, η Οθωμανική Αυτοκρατορία, ο φανατικός Ντογάν, το ελεύθερο πνεύμα του Μπεχζάτ, η θαρραλέα και τολμηρή Αναστασία Μέγη, συγκρούσεις, επαναστάσεις, συνύπαρξη. Χοροεσπερίδες, Καφέ Αμάν, πετροπόλεμος, Απόκριες, Ραμαζάνι, αφορισμοί. Ο “άλλος” στα πρόσωπα και στις συνήθειες των κατοίκων των τριών φυλών. Λαθρεμπόριο, κολίγοι, τσιφλικάδες, πλούτος και εξαθλίωση, γλυκιά και πικρή ζωή. Όλα έχουν θέση στο Ιμαρέτ του θεού.
Ένα βιβλίο με ατμοσφαιρική αφήγηση, με σκηνές γλαφυρές γεμάτες από συναίσθημα. Ένας συγγραφέας που δια ζώσης ενίσχυσε κατά πολύ τη γεύση αλλά και τη γνώση που αποκομίσαμε από το γραπτό του. Ζεστός, προσηνής, συζητήσιμος αλλά και καταρτισμένος στο θέμα του και όχι μόνο, συνομίλησε με κέφι κι ευχάριστη διάθεση με τα μέλη της Λέσχης αλλά και όσους ήρθαν να τον γνωρίσουν από κοντά.
Η συζήτηση κράτησε μέχρι αργά με κρασάκι και μεζέδες, με τον συγγραφέα να υπογράφει μια ιδιαίτερη αφιέρωση στον καθένα που το επιθυμούσε. Μια μεστή βραδιά ψυχαγωγίας του πνεύματος…

Μαρία Ψωμά ’80.

Arta, I say!
Τον Γιάννη Καλπούζο δεν τον γνωρίζω προσωπικά, άκουσα γι’ αυτόν από μία συνάδελφο και πριν λίγο καιρό διάβασα το τεράστιο, επικό βιβλίο του, Ιμαρέτ.

Τη λέξη ιμαρέτ την πρωτόμαθα πριν από 12 ή 13 χρόνια, τον καιρό που τριγύριζα, επαγγελματικά, στη βόρεια Ελλάδα. Σημαίνει πτωχοκομείο, αν και αυτή η μετάφραση θα ήταν μάλλον πτωχή για το πραγματικό φάσμα κοινωνικής προσφοράς αυτού του, ας πούμε, πολυχώρου. Ιμαρέτ (μελωδική, αραβογενής κατά τα φαινόμενα λέξη, όπως και οι περισσότερες τούρκικες που τελειώνουν σε -ετ και -ατ) είχε η Καβάλα, στην αρχή (βορειοδυτικό μέρος) της παλιάς της πόλης.
Το βιβλίο δεν μιλά τόσο για το ομώνυμο ίδρυμα της Άρτας, αλλά κυρίως για την ίδια την πόλη και τη ζωή της, στα τελευταία 30 περίπου χρόνια της πολυεθνοτικής της ύπαρξης (με μουσουλμάνους, ελληνορθόδοξους και εβραίους), που τελείωσαν με την ένταξή της στην Ελλάδα το 1881. Είναι ένα βιβλίο ήδη πολύ πετυχημένο και τα καλά μου λόγια ας μην εκληφθούν ως διαφήμιση (δεν την έχει ανάγκη ο συγγραφέας) αλλά ως έκφραση θαυμασμού. Με εντυπωσίασαν πολλά, μεταξύ άλλων η επιλογή ονομάτων (ο ένας βασικός ήρωας έχει το επώνυμο Θερσίτης, και ένας από τους κακούς λέγεται Φάσγανος – από τη μυκηναϊκή λέξη που σημαίνει ξίφος), η γλαφυρή αφήγηση (χωρίς καμία κοιλιά, σε αυτό νομίζω υπερτερεί από την εξίσου “τεράστια, επική” Σκιά της Πεταλούδας του Ζουργού που είχα διαβάσει πρόπερσι), το πλουσιότατο λεξιλόγιο, η ισορροπημένη ματιά στα ιστορικά γεγονότα μέσα από το βλέμμα του ελληνοτουρκικού διδύμου φίλων (του Λιόντου και του Νετζίπ).

Πιο πολύ απ’ όλα, με εξέπληξε ευχάριστα το ότι χάρη σε αυτό το βιβλίο μου φάνηκε ενδιαφέρουσα η Άρτα, μια πόλη που μου ήταν μάλλον άγνωστη μέχρι τώρα. Ίσως χάρη σε ένα Ιμαρέτ (όχι απαραίτητα με τη μορφή του μυθιστορήματος, ούτε μόνο με ιστορικές αναφορές, αλλά με κάποια άλλη αξιόλογη αφορμή) θα μπορέσουν κι άλλες πόλεις μας να προβάλουν άγνωστες, μέχρι και όμορφες πτυχές τους και να μη χαρακτηρίζονται μόνο από την αδιάφορη σύγχρονη αρχιτεκτονική τους.

“Ιμαρέτ στη σκιά του ρολογιού” Γιάννης Καλπούζος, Μεταίχμιο
γράφει η Ελένη Ντιβέρη.

Αγόρασα αυτό το βιβλίο επηρεασμένη από τον τόπο που εξελίσσεται. Την Άρτα. Ναι γιατί κατάγομαι από εκεί αλλά μένω κάπου αλλού. Έγινε όμως ένα από τα αγαπημένα μου βιβλία.
Το «ΙΜΑΡΕΤ» είναι ένα ιστορικό μυθιστόρημα που μας θυμίζει την συνύπαρξη Ελλήνων και Τούρκων. Αφηγείται τη ζωή δύο οικογενειών μιας ελληνικής και μιας οθωμανικής που οι πρωταγωνιστές μοιράστηκαν τα πάντα. Ο δεσμός με το γάλα θα τους δέσει σαν αίμα. Η περιγραφή ηθών, εθίμων και συνηθειών που επιζούν από τότε. Η συγκατοίκηση Ελλήνων, Τούρκων και Εβραίων.
Η διαδοχική αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο εναλλάξ με συνεπήρε. Εξαίρεση αποτελούν το πρώτο και το τελευταίο κεφάλαιο που ανήκουν στον αφηγητή. Ξεκινά με μια γέννηση και τελειώνει με ένα θάνατο. Οι χαρακτήρες ολοκληρωμένοι που νομίζεις ότι τους συναντάς.
Η γλώσσα είναι αυτή που χρησιμοποιούσαν οι άνθρωποι εκείνα τα χρόνια και ομολογώ ότι δε χρειάστηκα το λεξικό στο τέλος του βιβλίου,καθώς θυμήθηκα λέξεις προσαρμοσμένες στην καθημερινότητα.
Πρόκειται για ένα βιβλίο που διάβαζα και ευχόμουν να μην τελειώσει!

Ελένη Ντιβέρη

 

ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΠΑΠΑΓΓΕΛΗ

Πρόκειται για ένα χορταστικό ιστορικό μυθιστόρημα, από τα καλύτερα στο είδος τους, που μας μεταφέρει στην πολυεθνική οθωμανική Άρτα από τα μέσα του 19ου αι. (πριν δηλαδή την προσάρτηση της Θεσσαλίας και της Άρτας στο ελληνικό κράτος/1881) μέχρι τα τέλη του αιώνα, οπότε η Άρτα ανήκει πια στην Ελλάδα και οι διαφορετικές εθνότητες έχουν διακριτές πορείες.

Στην οθωμανική  αυτή πόλη[1] (“τουρκόπολη” ονομαζόταν ακόμα κι όταν έφυγαν πια οι μουσουλμάνοι) ζούσαν χίλιες οικογένειες Ελλήνων, 250 Οσμανλήδων και 100 Εβραίων, καθώς και λίγοι Αλβανοί (όπως άλλωστε σ’ όλα τα πολυεθνικά κράτη της εποχής -αυστριακή αυτοκρατορία/μετέπειτα αυστροουγγρική, ρωσική αυτοκρατορία, το γερμανικό κράτος αργότερα που ονομάστηκε Γερμανική Ομοσπονδιακή Αυτοκρατορία). Περί τις εξίμισι χιλιάδες ψυχές. Κάθε φυλή κι ένας ξεχωριστός κόσμος, με τους δικούς του κώδικες και κανόνες. Με αντιθέσεις, διαμάχες, έχθρες, διαφωνίες αλλά κι εκείνα τα στοιχεία που αναμφίβολα επιτρέπουν τη συνύπαρξη. Μπλέκονταν οι κόσμοι, έσμιγαν, όμως την ίδια στιγμή το μικρό ή το μεγάλο γεγονός σ’ έφερνε αντιμέτωπο με την ταυτότητα του «άλλου». Είναι η δύσκολη εποχή κατά την οποία αρχίζουν και φουντώνουν οι  εθνικισμοί σ’ όλη την Ευρώπη, ενώ έχει ήδη αρχίσει να στέκεται στα πόδια του το νεοσύστατο ελληνικό κράτος που γίνεται σιγά σιγά φυτώριο αλυτρωτικών βλέψεων. Ο παλμός της ζωής σ’ αυτήν την  ιστορική συγκυρία και οι σταδιακές μεταβολές μέχρι την ένωση με την Ελλάδα, και η μετάβαση σε εθνικό κράτος (με «φυλετική καθαρότητα») αποδίδεται με εξαιρετική δεξιοτεχνία και, απ’ όσο μπορώ να κρίνω, με ιστορική υπευθυνότητα εφόσον τηρήθηκαν κάποιοι μεθοδολογικοί όροι και φαίνεται ότι προηγήθηκε ενδελεχής έρευνα (ο συγγραφέας  κατάγεται από χωριό της περιοχής, και φαίνεται να έχει βαθιά γνώση, μεράκι αλλά και πρόσβαση σε ποικίλες ιστορικές και λαογραφικές πηγές).  Η προσεγμένη δουλειά αποτυπώνεται και στον πολύ απαραίτητο χάρτη της παλιάς πόλης που παρατίθεται στην αρχή, όπως και το «γραικικο- τουρκικό» γλωσσάρι, στο τέλος του βιβλίου.

Η πλοκή χτίζεται γύρω από τη ζωή δύο ομογάλακτων αρτινών, του  Οσμανλή[2] Νετζίπ και του έλληνα Λιόντου, που γεννήθηκαν την ίδια μέρα, τον Απρίλη του 1854 ενώ μια προδομένη εξέγερση αναστατώνει πάλι την περιοχή, και τους ενώνει ως παιδιά και ως έφηβους σπάνια φιλία. Το ίδιο βράδυ βρίσκεται δολοφονημένος ο πατέρας του Λιόντου στην είσοδο του χωριού, παίρνοντας μαζί του το μυστικό της δολοφονίας του, μυστήριο που θα κουβαλάει σ’ όλη του την πορεία ο γιος του και θα στοιχειώσει τη ζωή του.

Παρακολουθούμε κεφάλαιο παρά κεφάλαιο την αφήγηση των δυο νέων, και μέσα από τη διαφορετική ματιά του καθένα χτίζουμε σιγά σιγά το παζλ των προσωπικών τους ιστοριών αλλά και των ιστορικών γεγονότων. Οι διαφορετικές εκδηλώσεις της θρησκείας είναι αυτές που πρώτα γίνονται αισθητές στα εξάχρονα παιδιά  ως σημάδια της διαφορετικής τους κουλτούρας. Οι τελετές, τα έθιμα, οι νηστείες, και λιγοστές λέξεις που τις γνωρίζουν και οι δυο εθνότητες, αν και οι μωαμεθανοί ακόμα και μεταξύ τους μιλούσαν ελληνικά. Στη συνέχεια οι διαφορές επεκτείνονται στον τύπο των σχολείων: ο Λιόντος π.χ. μετά το 1860 παρακολουθεί την Αλληλοδιδακτική Σχολή και στη συνέχεια το Ελληνικό Σχολείο, ενώ ο Νετζίπ αντίστοιχα το Μεχτέμπ και τη σχολή Ρουστιέ. Ανταλλάσσουν, σαν παιδιά, τις γνώσεις τους, και, όπως λέει ο Λιόντος «με τον τρόπο μας εξοβελίζαμε την εικόνα του “άλλου”». Ο συγγραφέας τονώνει το ενδιαφέρον του αναγνώστη παραθέτοντας με αρκετές λεπτομέρειες τις διαφορές στην κουλτούρα των δυο πολιτισμών (χωρίς φυσικά να «αξιολογεί»), ενώ γίνονται αναφορές και στην κουλτούρα των Εβραίων, εφόσον μάλιστα οι δυο φίλοι κάνουν παρέα και με δυο δίδυμα εβραιόπουλα. Έχει πάντως ενδιαφέρον το ότι είχαν το δικαίωμα  τα παιδιά των Οσμανλήδων να παρακολουθήσουν μαθήματα και στο Ελληνικό Σχολείο, και το αντίστροφο.

Μορφή εμβληματική ο παππούς του Νετζίπ, ο Ισμαήλ, που με την εμπειρία του, τις γνώσεις του αλλά και τη λαϊκή σοφία περι-γράφει, σχολιάζει κάθε περίσταση φωτίζοντάς την με τη δική του οπτική.  Είχε το χάρισμα της αφήγησης ο παππούς Ισμαήλ, έτσι που και οι πιο απλές ιστορίες να μεγεθύνονται στη σκέψη μας και ν΄ αποκτούν άλλη διάσταση. (…) Για όλα κάτι είχε να πει ο παππούς Ισμαήλ. Σε κάθε περίπτωση, είχε τον τρόπο να μας κερδίζει. Εννοώ εμένα και τον Νετζίπ. Εκτός του ταλέντου να διηγείται ιστορίες, να αναλύει γεγονότα, να μας πλησιάζει με ζεστασιά και να μας ξετρελαίνει με πικάντικα αστεία και παροιμίες, ήταν σπουδαγμένος. Η ζωή του κέντριζε τη φαντασία μας, και όσα εξιστορούσε φάνταζαν στα μάτια μας μαγικά. Ο παππούς Ισμαήλ αγαπά την ιστορία του τόπου του, τις ιδιαιτερότητες, τις παροιμίες, τους μύθους και προσπαθεί να είναι όσο «αντικειμενικός» γίνεται. Δε διστάζει, φερειπειν να αναφερθεί στις αγριότητες των Οθωμανών με κορυφαίο  τον Αλή Πασά (σαν μ’ ακούν οι μουσουλμάνοι, πικραίνονται και με κακίζουν. Σαν μ’ ακούν οι χριστιανοί, το ίδιο. Γιατί λέω αλήθειες. Και συνήθως στη ζωή είσαι ή με τον έναν, ή με τον άλλοΝα λες τα πράγματα με το όνομά τους δεν αρέσει σε κανέναν)

Μέσω της μορφής του σοφού παππού Ισμαήλ, ο συγγραφέας έχει την ευκαιρία, απομυθοποιώντας την ιστορία όπως διδάσκεται στα ελληνικά σχολεία,  να δείξει ότι στη βυζαντινή περίοδο δεν υπήρχαν κράτη όπως σήμερα. Υπήρχαν λαοί που ζούσαν όλοι μαζί σε μια αχανή έκταση. Η ανάμειξη των φυλών ήταν τέτοια που έχασαν κάπως το αρχικό τους χρώμα, χωρίς βέβαια να εξαφανιστούν.  Στις αντιρρήσεις του Λιόντου ότι οι έλληνες υπήρχαν πάντα, άσχετα αν ονομάζονταν Ρωμιοί ή χριστιανοί, αντιπαραθέτει ιστορικά στοιχεία για να δείξει ότι οι Οθωμανοί κατέκτησαν μια αυτοκρατορία μισοκατακτημένη από Φράγκους, Σέρβους, Αλβανούς, Βούλγαρους κ.α. κι η αλήθεια είναι πως σ’ αυτό τους βοήθησαν οι ίδιοι οι λαοί της βυζαντινής αυτοκρατορίας, Βυζαντινοί και μη (περιοχές συνθηκολόγησαν χωρίς πόλεμο, ο Ιωάννης ο Καντακουζηνός πάντρεψε την κόρη του με τον σουλτάνο Ορχάν, χριστιανοί πολέμησαν με το μέρος των Οθωμανών ή αλλαξοπίστησαν με τη θέλησή τους κ.α.).

Ο παππούς Ισμαήλ είναι αυτός που θα προσπαθήσει να ανακόψει τον εθνικιστικό φανατισμό του αδερφού του Νετζίπ,  του Ντογάν, που από νωρίς με την παρέα του σκορπά νταηλίκι, προκαλεί και δημιουργεί φασαρίες σ’ όλη την πόλη, και φυσικά δεν ανέχεται τη σχέση Νετζίπ- Λιόντου. Διαφορετική και πολύ ιδιαίτερη προσωπικότητα είναι ο άλλος αδερφός, ο Μπεχζάτ (λειτουργούσε με τους δικούς του κώδικες, τους οποίους ο Ντογάν δεν αντιλαμβανόταν).

Ο άλλος «πνευματικός οδηγός» του Λιόντου ήταν ο θείος και νονός του, ο Δαμιανός Μέγης που έχει αναλάβει και ουσιαστικά την κηδεμονία του. Δεν έχει την ευρύτητα του Ισμαήλ, κι ως εκ τούτου αντιπαθεί τους Τούρκους, αγαπά όμως τον Λιόντο και δεν αντιτίθεται στη φιλία του με τον Νετζίπ. Δεν χάνει πάντως ευκαιρία να του κάνει μαθήματα περί οθωμανικής αυτοκρατορίας∙ μιλά για τους βίαιους εξισλαμισμούς, τις άδικες φορολογίες όπου στηρίχτηκε όλο το σύστημα, το παιδομάζωμα και… φυσικά εξιδανικεύει  τον αρχαιοελληνικό πολιτισμό (όλα τα σύγχρονα έθιμα με κάτι τα συνέδεε ο νονός μου). Σαγηνεύει τον Λιόντο με τις αφηγήσεις του σχετικά με τα αρχαιοελληνικά έθιμα και την επιβίωσή τους στην εποχή τους. Σ’ αυτό το πλαίσιο, ο Καλπούζος έχει την ευκαιρία να μας περιγράψει ένα έθιμο της περιοχής (του χωριού Πέτρα), την «σκυλοκ’νιά»,  όπου την Καθαρά Δευτέρα «εξάγνιζαν» ένα σκύλο (κατά τον Δαμιανό, μετεξέλιξη των ανθρωποθυσιών του Πάσχα).

 Έτσι, ο αναγνώστης γεύεται όλες τις τάσεις, όλες τις ιδεολογίες που αλληλοσυμπλέκονται σ’ έναν ιστορικό καμβά.

Αυτό είναι το πνεύμα, το σκηνικό και οι βασικοί χαρακτήρες του έργου, κι από κει και πέρα με βάση όλα αυτά τα δεδομένα,  εξελίσσονται… κατά το εικός. Οι δυο έφηβοι ενηλικιώνονται, ωριμάζουν κι οι δρόμοι τους κάποτε χωρίζουν. Μαζί τους ωριμάζουν κι οι ιστορικές συνθήκες που οδηγούν στο βασικό ορόσημο, το 1881 (προσάρτηση Άρτας/Θεσσαλίας), ενώ οι αντιθέσεις της εποχής τους τους οδηγούν σε εσωτερικές συγκρούσεις . Για παράδειγμα, ο έρωτας στην περίπτωση του Νετζίπ αποβαίνει μοιραίος, εφόσον ο έρωτάς του για την όμορφη χορεύτρια Καμίλα τον φέρνει σε σύγκρουση με τον πατέρα του κι όλη την οικογένεια, ενώ χωρίς τη στήριξή τους εξαθλιώνεται οικονομικά. Αναγκάζεται να πιάσει δουλειά  στον τσιφλικούχο[3]Κ. Καραπάνο, που μαζί με κάποιον ακόμα Κων/λίτη έχουν αγοράσει όλη την περιοχή (εικοσιοκτώ χωριά, το 70% της επαρχίας της Άρτας !), έχουν αγοράσει δηλαδή το «τεσσαρούφ», τη μερική κυριότητα και εξουσία της κάρπωσης των δημόσιων κτημάτων (η ψιλή κυριότητα ανήκει στο οθωμανικό κράτος). Έτσι οι Καραπάνοι εισπράττουν τον ίμορο, δηλαδή το ένα τρίτο της σοδειάς. Ο Νετζίπ ανέλαβε την επίβλεψη των εισπρακτόρων.Ξαφνικά βρέθηκα μέσα σ’ έναν τεράστιο μηχανισμό ο οποίος με τρόμαξε. Έπρεπε να υπολογίζει την σοδειά πριν από τη συγκομιδή για να αποφεύγεται η απόκρυψη εκ μέρους των αγροτών… Φυσικά, υπάρχουν πολλές κοινωνικές συγκρούσεις  και τρομακτική εκμετάλλευση και αδικίες. Ο Νετζίπ συγκλονίζεται από την εξαθλίωση των χωρικών αλλά μετά τις πρώτες φορές περιήλθε σε κατάσταση συναισθηματικής ανοσίας. Σαν να μην έφτανε αυτό, άρχισα να συμμετέχω, λέει, στις απειλές που εκτόξευαν οι εισπράκτορες περί συλλήψεων και φυλακίσεων κι έφτασα να δικαιολογώ την αντίδρασή μου, καταλογίζοντας ευθύνες και παραβατική συμπεριφορά στους αγρότες γιατί δεν σέβονταν τους νόμους.

Ωστόσο η κοινωνική εξαθλίωση και το μίσος των καταπιεσμένων δεν μπορεί να αφήσει αδιάφορο τον Νετζίπ. Η εσωτερική πάλη που νιώθει τον κάνει για πρώτη φορά νατάσσεται καθαρά στην απέναντι όχθη και να λέει από τη μια οι Ρωμιοί, κι από την άλλη οι Οσμανλήδες. Ο αποκλεισμός από την οικογένεια κι η ανέχεια φθείρουν και τη σχέση του με την Καμίλα, που τον εγκαταλείπει αγαπώντας τον…

Δεν μπορώ να ζήσω άλλο μαζί σου. Με χτύπησες, μ’ έσυρες στο δρόμο, με είπες «πουτάνα» μπροστά στο φίλο σου κι ας δόθηκα μόνο σε σένα. Θα ξαναγίνει. Δεν είσαι για τα δύσκολα, Νετζίπ, δεν αντέξαμε, κι ούτε κι αλλού θ’ αντέξουμε. Κι ούτε θέλω όταν σ’ αγκαλιάζω να σκέφτομαι κείνες τις άρρωστες στιγμές και τους καβγάδες μας. Θέλω να τα ξεχάσω όλα. Θέλω να πάρω μαζί μου μόνο το όνειρο. Όπως τον πρώτο καιρό.

Έπιασα τον Νετζίπ από το μπράτσο και τραβήξαμε για το σπίτι μου. Έμοιαζε να’ χει χαθεί κάθε ζωή από μέσα του, κλπ κλπ.

«Άστον να πονέσει», είπε ο παππούς Ισμαήλ πριν φύγει. «Κι αυτό ζωή είναι».

«Ζωή ο πόνος;» αντέτεινα.

«Όλα ζωή είναι, ό, τι σε κάνει να νιώθεις, και πιο πολύ ό, τι σε αρπάζει με δύναμη. Για καλοσκέψου το, κι άλλη φορά μου λες».

Τα γεγονότα λίγο πριν το 1881 πυκνώνουν σε ένταση και  ενδιαφέρον, εφόσον και οι δυο αντίπαλες πια εθνότητες έρχονται σε συνεχείς αντιπαραθέσεις. Η είσπραξη των φόρων γίνεται όλο και πιο καταπιεστική αλλά οι μουσουλμάνοι πια έχουν αρχίσει να δρομολογούν το φευγιό τους, μαζί μ’ αυτούς κι ο Νετζίπ για την Κων/πολη. Ο συγγραφέας «κλείνει» όλες τις ανοιχτές υποθέσεις, με κεντρικό επεισόδιο την αποκάλυψη του μυστικού του Λιόντου, της δολοφονίας του πατέρα του.  Θα λέγαμε ότι τα τελευταία κεφάλαια παίζουν το ρόλο «εξόδου». Η ιστορία αλλάζει κεφάλαιο, και μαζί μ’ αυτήν και για τους ήρωές μας σημαίνει το ξεκίνημα μιας νέας ζωής.

«Πού ήρθαμε Νετζίπ; Πού είναι η πόλη μας;» Ψιθύρισε η Χουλγιά.

«Αυτή είναι πια η πόλη μας» απάντησα και μέσα μου παρακαλούσα να είναι όλα ένα κακό όνειρο.

Ν’ ανοίξω ξαφνικά τα μάτια και να βρεθώ στην Άρτα, στο σπίτι μου, στην αυλή μου.

 

 

flowmagazine.gr ΑΡΗΣ ΓΑΒΡΗΙΛΙΔΗΣ

Όταν πριν από λίγα χρόνια εκδόθηκε το Ιμαρέτ: Στη σκιά του ρολογιού κερδίζοντας το βραβείο αναγνωστών του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου Ε.ΚΕ.ΒΙ, το επιλέξαμε για να το συζητήσουμε στη λέσχη ανάγνωσης που συμμετέχω. Κάποια μέλη εξέφρασαν επιφυλάξεις για την επιλογή ενός ιστορικού μυθιστορήματος ισχυριζόμενα ότι έχει την ευκολία του έτοιμου πλαισίου σε αντίθεση με τα άλλα στα οποία ο συγγραφέας πρέπει να επινοήσει τα πάντα. Τελικά, το βιβλίο δικαίωσε την επιλογή μας για πολλούς λόγους. Πριν τους παρουσιάσω, ας πάρουμε μιαν ιδέα για αυτό από το σημείωμα του οπισθόφυλλου.
Άρτα 1854. Τουρκοκρατία. Δύο αγόρια γεννιούνται την ίδια νύχτα, ένας Έλληνας κι ένας Τούρκος, και η μοίρα τους κάνει ομογάλακτους. Το μυθιστόρημα παρακολουθεί τη ζωή τους με φόντο την άγνωστη στο πλατύ κοινό ιστορία της περιοχής, και όχι μόνο. Μια ολόκληρη εποχή αναπαριστάνεται με μοναδικό τρόπο και χωρίς προκατάληψη παράλληλα με την περιπέτεια, τη δράση, τον έρωτα, τις κωμικές ή τις τραγικές καταστάσεις. Στη σκιά του ρολογιού που χτυπά τις οθωμανικές ώρες Έλληνες, Τούρκοι και Εβραίοι. Οι δύο φίλοι, ο Λιόντος και ο Νετζίπ, μια δολοφονία μυστήριο, ο παππούς Ισμαήλ, η «μικρή» ακόμη Ελλάδα, η Οθωμανική Αυτοκρατορία, ο φανατικός Ντογάν, συγκρούσεις, επαναστάσεις, συνύπαρξη, καθημερινή ζωή, χοροεσπερίδες, Καφέ Αμάν, πετροπόλεμος, Απόκριες, Ραμαζάνι, χαμάμ, ο τουρκικός μπερντές του Καραγκιόζη, αφορισμοί, ο «άλλος» στα πρόσωπα και στις συνήθειες των κατοίκων των τριών φυλών, λαθρεμπόριο, κολίγοι, τσιφλικάδες, πλούτος και εξαθλίωση, γλυκιά και πικρή ζωή. Όλα έχουν θέση στο ιμαρέτ του Θεού.
Από την πρώτη σελίδα ο συγγραφέας σε πιάνει από το μανίκι και σε ρίχνει σε έναν άλλο τόπο, σε μιαν άλλη εποχή. Εκεί σε αφήνει να ζήσεις την ιστορία του, να νιώθεις ότι παρίστασαι στους διαλόγους και μετέχεις στην πλοκή.
Τα δύο κεντρικά πρόσωπα, οι φίλοι, αφηγούνται εκ περιτροπής την ιστορία. Τα σημαντικότερα γεγονότα στη ζωή του ενός συνήθως περιγράφει ο άλλος. Όμως, το λεξιλόγιο και το ύφος προσιδιάζει στον εκάστοτε αφηγητή. Κάποτε έγραψα ένα ολόκληρο διήγημα στην αργκό προκειμένου να ταιριάζει στο προφίλ του ήρωα.
Ο μίτος που διατρέχει τα πάμπολλα περιστατικά του μυθιστορήματος παραμένει ο άγνωστος δολοφόνος του πατέρα του ήρωα ο οποίος αποκαλύπτεται φυσικά στο τέλος.
Το έργο είναι μαστορικά γραμμένο σε στρωτή γλώσσα που αποδίδει με επιτυχία την περιρρέουσα ατμόσφαιρα του κάθε επεισοδίου. Έξοχο το κεφάλαιο 23 όπου ο Λιόντος γνωρίζει τη Μαρία.
Το μυθιστόρημα είναι εμπλουτισμένο με πολλές λαογραφικές και ιστορικές πληροφορίες που μαρτυρούν προηγηθείσα εμβριθή μελέτη εκ μέρους του συγγραφέα για την Άρτα του δεύτερου μισού του 19ου αιώνα, ακόμη υποδουλωμένη στους Τούρκους. Εδώ ο Καλπούζος παίζει στο γήπεδό του όντας Αρτινός. Δεν συνέβη το ίδιο με τα επόμενα ιστορικά μυθιστορήματά του που διαδραματίζονται στην Κωνσταντινούπολη (Άγιοι και δαίμονες), την Κύπρο (Ουρανόπετρα) και Αθήνα με άλλα μέρη (Ό, τι αγαπώ είναι δικό σου).
Σε αντίθεση με άλλα “ουδέτερα” μυθιστορήματα που αποβλέπουν κυρίως στην αναγνωστική ευφορία, το Ιμαρέτ δεν διστάζει να θίξει σημαντικά κοινωνικά προβλήματα που δυνάστευαν τους Έλληνες του 1870, όπως τον βαθύ συντηρητισμό, τον αφορισμό από την εκκλησία μόνο των φτωχών (η άρση του κόστιζε 500 γρόσια), το δικαίωμα φόνου της συζύγου, τη ληστεία, την υποκρισία, τους οπλαρχηγούς – λαμόγια και πολλά άλλα, κάποια από τα οποία ισχύουν αναλλοίωτα με την ίδια ή άλλη μορφή έως τώρα.
Ο Γιάννης Καλπούζος έχει γράψει ποιητικές συλλογές, μία συλλογή διηγημάτων και τους στίχους εβδομήντα τραγουδιών, πολλά από τα οποία ερμήνευσαν γνωστοί καλλιτέχνες. Είχα την ευκαιρία να τον γνωρίσω από κοντά όταν τον καλέσαμε να παρευρεθεί στη συζήτηση που κάναμε για το Ιμαρέτ στη λέσχη ανάγνωσης. Είναι όπως ακριβώς φαντάζεται κάνεις έναν συγγραφέα: γλυκύτατος, ευφυής, ευγενής, φιλικός.
Το Ιμαρέτ εκδόθηκε αρχικά από τις εκδόσεις Μεταίχμιο και επανεκδόθηκε τώρα από τις εκδόσεις Ψυχογιός. Έχει πουλήσει πάνω από εκατό χιλιάδες αντίτυπα, έχει μεταφραστεί σε ευρωπαϊκές γλώσσες και τώρα ετοιμάζεται να κυκλοφορήσει στα τούρκικα. Άφεριμ, Γιάννη μπέη!

 

 

radioblogspot

Στο έργο αυτό του Γιάννη Καλπούζου, κυριαρχεί η ομορφιά της ζωής, ακόμη και όταν οι συνθήκες είναι τραγικές. Θα προσπαθήσω να αναδείξω αυτό ακριβώς. Θα αναζητήσω την βοήθεια στην μουσική.
Όταν αφηγείται ο Λιόντος, θα τον συνοδεύει η μουσική της Ηπείρου.
Όταν ο Νετζίπ, μουσικές και τραγούδια που χαρακτηρίζουν την φυλή του.
Και επειδή στην Άρτα εκείνης της εποχής, υπήρχαν κα οι Εβραίοι, τα σεφεραδίτικα θα μας βάζουν στο κλίμα τους.
Κάποτε, κάποιος βρέθηκε και στα καφέ Αμάν, μή χάσω την ευκαιρία!
Λίγο – πολύ, θα ταξιδέψουμε σε μια άλλη, δύσκολη εποχή, όπου η αξία της ανθρώπινης ζωής, ήταν υποδεέστερη των ζώων
Παρ’ όλα αυτά, είχε την δική της ομορφιά και το μυθιστόρημα του Γιάννη Καλπούζου μας την δίνει απλόχερα, πότε μέσα από την σοφία του Ισμαήλ και πότε μέσα από την αγάπη δύο παιδιών που οι αντιξοότητες την δυνάμωσαν αντί να την διαλύσουν.
Στην προσπάθειά μου να αντλήσω κεντρικές ιδέες απο τα κεφάλαια του μυθιστορήματος του Γιάννη Καλπούζου, προκειμένου να τα χρησιμοποιήσω στην εκπομπή του σαββάτου, αντιλήφθηκα δυο πράματα, που στην αρχική ανάγνωση δεν είχα δώσει την σημασία που τους έπρεπε.
Ο Γιάννης Καλπούζος, πρέπει να μπήκε στην διαδικασία επιστροφής στον χρόνο.
Έφτασε να ζει, στο δεύτερο μισό του δέκατου ένατου αιώνα, ανάμεσα στους ήρωες του μυθιστορήματός του.
Δεν εξηγείτε αλλιώς το αποτέλεσμα αυτής, της τόσο αναλυτικής περιγραφής, στην καθημερινότητα των ανθρώπων.
Είναι σημαντικό για τον αναγνώστη να έχει μια καθαρή εικόνα της ζωής των ηρώων στην ιστορία που διαβάζει.
Και ακόμη πιο σημαντικό είναι, με την ίδια καθαρότητα, να σταλάζει και η σκέψη του συγγραφέα, μέσα από τα λόγια των ηρώων, και να διαμορφώνει την κατάλληλη υποδομή στο μυαλό του αναγνώστη, ώστε πρόσωπα, πράγματα και καταστάσεις, να αφομοιώνονται σαν να ήταν ο ίδιος αυτόπτης αυτής της ιστορίας.
Το δεύτερο, και απείρως σημαντικότερο, ο συγγραφέας, δεν στάθηκε σε εθνικές, πατριωτικές, θρησκευτικές και εθνολογικές θέσεις, προβάλλοντας την δική του πραγματικότητα ως Έλληνας, αλλά ζύγιασε με μεγάλη μαεστρία τον λόγο του και μας έδωσε μια πανανθρώπινη φωνή, μέσα από την σοφία του παππού Ισμαήλ.
Τον λάτρεψα στην κυριολεξία.
Συμπυκνωμένη αυτή η σοφία βρίσκεται στο παρακάτω απόσπασμα:
Ένα ιμαρέτ είναι η γη.
Το ιμαρέτ του Θεού.
Κι εμείς οι φτωχοί, τα ορφανά και οι ταξιδιώτες της ζωής , που μας φιλοξενεί.
Μας τρέφει, ανοίγει την αγκαλιά του, μας δέχεται και μας επιτρέπει να απολαύσουμε και να χαρούμε την ζωή.
Κι εμείς θαρρούμε πως το διαφεντεύουμε.
Το μοιράσαμε, είπαμε “αυτός ο τόπος δικός μας, εκείνος δικός σας” κι ύστερα ορμήσαμε ο ένας στον τόπο του άλλου, χωρίς να νογάμε ότι δεν ανήκει σε κανέναν.
Μας άφησε ο Θεός αυτό το ιμαρέτ να το διαχειριστούμε κι εμείς αρπάζουμε, κλέβουμε, αδικούμε, εκμεταλλευόμαστε, διεκδικούμε όλο και περισσότερα, μέχρι την ώρα που θα επιστρέψουμε το τομάρι μας εκεί όπου ανήκει, στο χώμα.
Και θα αξίζει τότε με όσο ενός βοδιού ή ενός προβάτου, τίποτε παραπάνω.

 

ΝΑΤΑΣΑ ΒΟΥΡΛΑΚΟΥ THE BOOKEATER

Σήμερα ανεβήκαμε από την Πάργα στα Σύβοτα. Είχα πάρει μαζί μου το αγαπημένο μου μπλε τετράδιο και ξάπλωσα στην παραλία ατενίζοντας το απέραντο πράσινο και το γαλάζιο της θάλασσας για να γράψω δυο λόγια γι’αυτό το υπέροχο μυθιστόρημα. Μα καθώς προσπαθούσα να βρω τις λέξεις, χανόμουν μέσα στις εικόνες που γέννησε το μυαλό μου καθώς το διάβαζα.
Ένα παραμύθι ήταν αυτό το βιβλίο. Ένα παραμύθι που με ταξίδεψε στην τουρκοκρατούμενη Άρτα του 1854. Δυο αγόρια γεννιούνται την ίδια νύχτα, ένας Έλληνας και ένας Τούρκος, και η μοίρα τους κάνει ομογάλακτους. Το μυθιστόρημα παρακολουθεί τη ζωή τους με φόντο την άγνωστη στο πλατύ κοινό ιστορία της περιοχής, και όχι μόνο. Το βιβλίο έχει αφηγηματικό χαρακτήρα. Οι δυο πρωταγωνιστές, ο Λιόντος και ο Νετζίπ, αφηγούνται σε πρώτο πρόσωπο εναλλάξ ανά κεφάλαιο, τα γεγονότα της καθημερινότητάς τους που σημάδεψαν τη ζωή τους από τα νεανικά τους χρόνια. Μια ολόκληρη εποχή αναπαριστάνεται με μοναδικό τρόπο και χωρίς προκατάληψη παράλληλα με την περιπέτεια, την δράση, τον έρωτα, τις κωμικές ή τραγικές καταστάσεις. Κάθε ήρωας, κάθε πρόσωπο του βιβλίου είναι τόσο αληθινό που νιώθεις πως το βλέπεις μπροστά σου ολοζώντανο. Οι διάλογοι είναι τόσο ζωντανοί και νιώθεις σαν θεατής που παρακολουθεί κάποιο θεατρικό έργο. Έμαθα τόσα πράγματα διαβάζοντας αυτό το βιβλίο αφού ο συγγραφέας μεταδίδει συγκλονιστικές πληροφορίες για τις συνήθειες, τον τρόπο ζωής και την συνύπαρξη των διαφορετικών λαών στην Άρτα. Αυτό είναι που με κάνει να θέλω να διαβάσω ξανά αυτό το βιβλίο, κι ας το έχω μόλις τελειώσει.
Στη σκιά του ρολογιού που χτυπά τις οθωμανικές ώρες ζουν Έλληνες, Τούρκοι, και Εβραίοι. Οι δυο φίλοι, ο Λιόντος και ο Νετζίπ, μια δολοφονία μυστήριο, ο παππούς Ισμαήλ- η κορυφαία για μένα φιγούρα του βιβλίου- , η «μικρή» ακόμα Ελλάδα, η Οθωμανική Αυτοκρατορία, ο φανατικός Ντογάν, συγκρούσεις, επαναστάσεις, συνύπαρξη, καθημερινή ζωή, χοροεσπερίδες, Καφέ Αμάν, πετροπόλεμος, Αποκριές, Ραμαζάνι, χαμάμ, ο τουρκικός μπερντές του Καραγκιόζη, αφορισμοί, ο «άλλος» στα πρόσωπα και στις συνήθειες των κατοίκων των τριών φυλών, λαθρεμπόριο, κολίγοι, τσιφλικάδες, πλούτος και εξαθλίωση, γλυκιά και πικρή ζωή. Όλα έχουν θέση στο ιμαρέτ του Θεού. Τι είναι ιμαρέτ;
Κυριολεκτικά πρόκειται για φιλανθρωπικά ιδρύματα εντός ή εκτός των πόλεων που προσέφεραν τροφή σε ταξιδιώτες, ενώ λειτουργούσαν και σαν ορφανοτροφεία και πτωχοκομεία. Τα πιο πλούσια προσέφεραν και τροφή για τα ζώα – υποζύγια. Θα παραθέσω εδώ τα λόγια του παππού Ισμαήλ : «Ένα ιμαρέτ είναι η γη. Κι εμείς οι φτωχοί, τα ορφανά και οι ταξιδιώτες της ζωής, που μας φιλοξενεί. Μας τρέφει, ανοίγει την αγκαλιά του, μας δέχεται και μας επιτρέπει να απολαύσουμε και να χαρούμε τη ζωή». Θα μπορούσα να παραθέσω πάρα πολλές φράσεις από αυτό το βιβλίο μα θα έγραφα ώρες. Για αυτό θα αναφέρω αυτές που μου έκαναν την μεγαλύτερη εντύπωση. Θυμάμαι μία πολύ ωραία που είπε κάποιος Έλληνας στον Τούρκο Νετζίπ όταν ο τελευταίος απόρησε με τους Ευρωπαίους φιλέλληνες που έφυγαν από τη χώρα τους για να έρθουν να πολεμήσουν έναν εχθρό που δεν γνώριζαν και που δεν τους απειλούσε και να πεθάνουν για την ελευθερία μιας άλλης χώρας. Τότε ο Έλληνας του είπε : «Όταν ο λαός που γέννησε τον Σωκράτη, τον Πλάτωνα, τον Περικλή, τον Λεωνίδα και τόσους άλλους είναι σκλαβωμένος, κανένας δεν δικαιούται να λέει πως ζει ελεύθερος. Σε κάθε γωνιά της γης, όλοι θα πρέπει να αισθάνονται ένα μερίδιο της σκλαβιάς μας.» Παρακάτω, κι όταν τελικά γίνεται η ένωση της Άρτας με την υπόλοιπη ελεύθερη Ελλάδα και βλέποντας ο Νετζίπ την συμπεριφορά ορισμένων Ελλήνων απέναντί τους, συλλογίζεται : «Αντί να οργιστώ ένιωσα οίκτο για το πρόσωπό του (για κάποιον Έλληνα που τώρα τον υποτιμούσε). Γιατί όποιος μέσα στη χαρά του αφήνει να εκδηλωθεί το μίσος του και η κακία του, αντί να γίνεται καταδεκτικός και ανεκτικός, θα πει πως είναι αξιολύπητος.» Ο Έλληνας φίλος του όμως, ο Λιόντος, βλέποντας την λύπη του θα πει : «Αδέρφι… εμείς χαιρόμαστε κι εσύ λυπάσαι. Δε μπορώ να σου δώσω κάτι από αυτή τη χαρά ούτε θέλω να σου κρυφτώ πως τάχα δε χαίρομαι. Όμως περάσαμε πολλά καλά και πολλά κακά μαζί. Εγώ χόρτασα τη χαρά μου για σήμερα. Αν κερνάς καφέ, τον πίνουμε στην αυλή σου.» Κι ο Νετζίπ ρωτάει : «Επειδή με συμπονάς ή επειδή με λυπάσαι;» Ο Λιόντος με τη σειρά του απαντά : «Επειδή είσαι φίλος μου και σε αγαπάω», δείχνοντας πως μπορεί να υπάρξει πραγματική φιλία ανάμεσα σε ανθρώπους που τους χωρίζουν τόσο πολλά.
Προτίμησα να παραθέσω ορισμένες φράσεις του βιβλίου γιατί όπως σας είπα έχει αφηγηματικό χαρακτήρα και περικλείει πολλά γεγονότα που θα ήταν αδύνατον να απαριθμήσω σε λίγες γραμμές. Το σίγουρο πάντως είναι πως αυτό το βιβλίο το λάτρεψα και θα το θυμάμαι για πάντα! Γρήγορα θα το ξαναδιαβάσω με την ίδια ευχαρίστηση!

Να μην παραλείψω να προσθέσω πως το βιβλίο τιμήθηκε με το βραβείο αναγνωστών για το 2009 από το ΕΚΕΒΙ και πραγματικά πιστεύω πως άξιζε αυτή τη βράβευση χωρίς να θέλω να υποτιμήσω κανένα από τα υπόλοιπα που βρίσκονταν στη λίστα με τα υποψήφια.

Κάντε το ταξίδι… Αξίζει!

 

ΒΑΝΤΑ ΚΟΥΤΣΟΚΩΣΤΑ ΠΥΡΡΟΣ

Ούτε ο Τούρκος, ούτε ο Έλληνας, μα ο άνθρωπος. Ο άνθρωπος και η αληθινή φιλία. Το υπέρτατο αυτό συναίσθημα που μας διακρίνει από τα άλλα όντα πάνω στη γη, μα  δοκιμάζεται σε χαλεπούς καιρούς. Όπως τότε, στην τουρκοκρατούμενη ακόμα Άρτα. Όταν ο Λιόντος που, όταν έχασε τον πατέρα του τη μέρα της γέννησής του και η μάνα του αδυνατούσε να τον θρέψει, βρήκε τον παράδεισό του στο βυζί της Σαφιγιέ της μάνας του Νετζίπ που τον γέννησε την ίδια νύχτα ένα βήμα πιο κει, στον τούρκικο μαχαλά. Τρία χρόνια βύζαινε η Αννέ Σαφιγιέ τον Λιόντο μαζί με το γιο της αδιακρίτως και αδιαλείπτως και τα δυο ομογάλακτα αγόρια δέθηκαν με δεσμούς αδελφικής φιλίας για όλη τους τη ζωή. Συμβολισμός τολμηρός θα πει κανείς, απαραίτητος ωστόσο για τον συγγραφέα που παρακολουθεί με μοναδικό τρόπο στις 556 σελίδες του βιβλίου του, σαν ζωντανή αναπαράσταση θαρρείς, την παράλληλη ζωή των δύο οικογενειών και μαζί τη ζωή και την ιστορία της Αρτας εν έτει 1854. Μιας πόλης η οποία καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα σε φιλίες και έχθρες, έριδες και συμφιλιώσεις, συγκρούσεις, αναταραχές και επαναστάσεις, προδοσίες και απαγοητεύσεις ενός κόσμου που τους δένει η κοινή πορεία για τα ανθρώπινα και τα καθημερινά της ζωής, όπως ο μόχθος της επιβίωσης, η γέννηση ή ο θάνατος, τους χωρίζουν όμως τα προδιαγεγραμ- μένα ενίοτε συμφέροντα της φυλής και της ιστορίας. Έλληνες, Τούρκοι και Εβραίοι. Ίδια η γη που πατάνε, ο ήλιος που μοιράζονται, ο ουρανός που τους σκεπάζει. Ίδια και τα βάσανά τους, καθώς αυτά τους βρίσκουν, αδιακρίτως, αν ζουν στην Ελληνική γειτονιά, στον Τούρκικο μαχαλά ή στην
Εβραϊκή συνοικία. Ούτε λογαριάζουν ποιον θεό προσκυνάνε και ποια νηστεία τούς εκφράζει, οι απόκριες ή το ραμαζάνι. Η μεγαλύτερη διαφορά, πέρα κι απ’ τη θρησκεία, πέρα κι απ’ τη φυλή, τις συνήθειες και τα έθιμα είναι το αν ανήκουν στους προνομιούχους της ζωής ή τους εξαθλιωμένους. Αν είναι τσιφλικάδες, ή κολίγοι, για παράδειγμα. Ο συγγραφέας, στρέφοντας συνεχώς το βλέμμα του προς όλες τις κατευθύνσεις, προσπαθεί να διακρίνει χωρίς προκαταλήψεις και την άλλη πλευρά του φεγγαριού. Περνοδιαβαίνοντας διαρκώς από τη μία όχθη στην άλλη, εξερευνά, ανακαλύπτει, μαθαίνει, νιώθει και τολμά να μιλήσει χωρίς δισταγμό από τη θέση του « άλλου», καταφέρνοντας να τραβήξει έστω και λίγο το κουρτινάκι της ιστορίας και να φωτίσει το «απέναντι σπίτι». Ακριβώς επειδή δεν εστιάζει στον Τούρκο ή στον Ρωμιό, στον Μουσουλμάνο, στον Χριστιανό ή στον Εβραίο. Εστιάζει στον άνθρωπο. Και εδώ βρίσκεται το μεγαλείο αυτού του βιβλίου, το οποίο εκτός των άλλων για τους Ηπειρώτες και δη τους Αρτινούς, έχει ακόμα μεγαλύτερη αξία, αφού φέρνει τον αναγνώστη κοντά στην Άρτα και την ιστορία μιας εποχής, άγνωστης σε πολλούς. Εικόνες γεμάτες χρώματα, λόγος με όλη την ένταση και τη ζωηράδα της εποχής, να τρέχει και να μην τον φτάνεις, θεατρικός όταν χρειάζεται, σκηνές που εκτυλίσσονται μπροστά σου αυθεντικές, έτσι που να νομίζεις ότι ήσουν κάπου και συ εκεί, σε άλλο χρόνο, αλλά στον ίδιο τόπο όπου έζησες και μεγάλωσες. Και αρχίζεις να περνοδιαβαίνεις κι εσύ από τη μια όχθη στην άλλη, να κοιτάς συ νεχώς από το τραβηγμένο κουρτινάκι και να βλέπεις τα πράγματα με άλλο μάτι. Επιθυμείς να βρεθείς στο καφέ Αμάν, στο γυφτοπάζαρο, στο χαμάμ, στον τούρκικο
μπερντέ του καραγκιόζη, να φτάσεις ως το Ιμαρέτ και να απολαύσεις την φιλοξενία του, ίσως ακόμα να πάρεις και μέρος στον πετροπόλεμο, καθώς αθώος σου φαίνεται

 

ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΤΙΚΕΣ

Άρτα 1854. Έρωτας, θάνατος, γέννηση και ζωή, γέλιο και δάκρυ, δημιουργία και καταστροφή, επανάσταση… Όλα τα έχει συμπεριλάβει ο Γιάννης Καλπούζος στο μυθιστόρημά του, «Ιμαρέτ: Στη σκιά του ρολογιού».
Η ιστορία του τοποθετείται στην Άρτα στο β’ μισό του 19ου αιώνα, όταν τα εδάφη της περιοχής κατέχουν οι Τούρκοι και η Ελλάδα είναι ένα μικρό ανεξάρτητο κράτος.
Το βιβλίο, βασιζόμενο σε δύο πρόσωπα, τον Έλληνα Λιόντο και τον Τούρκο Νετζίπ και την άρρηκτη αδελφική φιλία τους, εξιστορεί την πορεία της μεικτής εθνολογικά κοινωνίας της Άρτας από 1854 μέχρι και το 1882.
Έλληνες, Τούρκοι και Εβραίοι ζουν κάτω από το ίδιο Ιμαρέτ, το πολύπλοκο μηχανικό ρολόι, αγαπημένο των δύο φίλων και του παππού του Νετζίπ.
Το ραντεβού με τον πιο σκοτεινό μας εαυτό, σε δύσκολες εποχές δίνεται, και επιτυγχάνεται αφού πρώτα να δοκιμαστούμε με τον εαυτό μας μέχρι να φτάσουμε στα όρια.
Και το 1854 στην Αρτα, την εποχή της Τουρκοκρατίας, δοκιμάστηκαν, έφτασαν στα όριά τους. Ζούσαν σε μια διαρκή δοκιμασία για χρόνια.

Το βιβλίο που είναι ταυτόχρονα ιστορικό μυθιστόρημα και οικογενειακή βιογραφία. Παρακολουθεί καλειδοσκοπικά την ιστορία της πόλης της Άρτας μέσα από δυο οικογένειες τη Ζωή και τη ζωή τους.

Με αφήγηση που εναλλάσσεται ανάμεσα στα αφορούντα το Λιόντο και τον Νετζίπ ο αναγνώστης έχει τη σπάνια τύχη να διαβάζει και να βλέπει διαρκώς και την απέναντι όχθη. Με μοναδική εξαίρεση το πρώτο και το τελευταίο κεφάλαιο που ανήκουν δικαιωματικά στον αφηγητή, η ιστορία ξεκινά αριστουργηματικά με μια γέννηση κι έναν θάνατο. Την ώρα που ο μικρός Λιόντος στο αρχοντικό των Λιόντων γεννιέται, ο πατέρας του πέφτει βαρύτατα χτυπημένος από χέρι φονικό. Λες και θα πρέπει να απαιτηθεί ένας θάνατος για να επιτραπεί μια γέννηση.

Την ίδια ώρα, στο απέναντι σπίτι γεννιέται κι ο Τούρκος Νετζίπ. Τρία χρόνια θα θηλάσει διπλά η Ανέ Σαφιγιέ και τον Νετζίπ και τον Λιόντο. Και το γάλα της αυτό θα τους δέσει για πάντα σαν αίμα.

Η ζωή και η σχέση τους, ζωή και σχέση ταυτόχρονα της Άρτας Συμβιώνουν ζώντας αρμονικά με όλες τις διαφορές τους, Ρωμιοί, Οθωμανοί κι Εβραίοι. Με τα δικά τους ήθη κι έθιμα ο καθείς, με τα δικά τους βάσανα κι εμμονές, με τους δικούς του Θεούς και δαίμονες. Και με κοινές χαρές: χοροεσπερίδες, καθημερινότητα, πετροπόλεμος, αλλά κι αποκριές και χαμάμ και Ραμαζάνι, με του καραγκιόζη τον τούρκικο μπερντέ, με μοιχείες και αφορισμούς και με τις επώδυνες φάρσες στο Φάσγανο που τον θεωρούν υπ’ αριθμόν ένα ύποπτο για τη δολοφονία του πατέρα του Λιόντου,. Με τους έρωτες, την οικογενειακή ακμή και παρακμή και με τον τροχό της τύχης να τους ανεβοκατεβάζει. Με εξεγέρσεις κι αληθινό πόλεμο κάποια στιγμή, με λαθρεμπόρια, κολίγους και τσιφλικάδες.

Σε αντίθεση, το «Ιμαρέτ» έχει μια γλυκόπικρη γεύση πεπρωμένου όλα τα χωρά: έρωτα, θάνατο, γέννηση και ζωή, γέλιο και δάκρυ…
Ο Γιάννης Καλπούζος μοιράζεται ακριβοδίκαια στους δυο λαούς, εξάλλου τους ενώνει η Πόλη, είναι ως ένας. Αναδεικνύοντας ταυτοχρόνως το ίδιο συναίσθημα, το ίδιο δίλημμα, το ίδιο πρόβλημα, το αυτό γεγονός και έτσι κι αλλιώς, με ήρωες απτούς, και εν πολλοίς – παρά τις όποιες διαφορές, όμοιους.

Το «Ιμαρέτ», τελικά, είναι ένα ιστορικό μυθιστόρημα που έρχεται την να μας υπενθυμίσει το ομογάλακτον και τη συνύπαρξη τόσων αιώνων μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων.

Το αποτέλεσμα, ένα βιβλίο με διάθεση επική, για μια πόλη, τη γενέθλια πόλη, και για μιαν εποχή, ό,τι συνέβη στην Αρτα συνέβη παντού, ας μην ξεχνάμε τι έγινε με τους Κρήτες μουσουλμάνους. Η μοίρα δυο οικογενειών, μιας οθωμανικής και μιας ρωμαίικης, ελληνικής, που μοιράστηκαν γη κι ουρανό, χαρά και δάκρυ και αίμα και γάλα. Με αφήγηση ατμοσφαιρική, συχνά σχεδόν κινηματογραφική, με καθημερινές σκηνές γεμάτες συναίσθημα και σχεδόν θεατρικούς διαλόγους ο συγγραφέας μας προσφέρει αυτήν τη δυνατότητα, να ζήσουμε τις δικές τους ζωές απ’ την αρχή σχεδόν μέχρι το τέλος.

Η εικόνα που δίνει το βιβλίο είναι πως η συμβίωση είναι δυνατή, με τα προβλήματα βέβαια που αυτό συνεπάγεται. Διαφορετικοί άνθρωποι, με τρεις διαφορετικές θρησκείες, διαφορετικές γλώσσες, ήθη, έθιμα, παραδόσεις, πορεύονται το δρόμο της ζωής, ελπίζουν το ίδιο, ερωτεύονται, ιδρώνουν για τον επιούσιο, ονειρεύονται, κινδυνεύουν, αγαπιούνται, μισούνται, εχθρεύονται, συγχωρούνται, αλληλοβοηθιούνται Κάθε ομάδα κρατά το δικό της πολιτισμό, είναι όμως ανοιχτή και στον πολιτισμό των άλλων. Καμία φορά δανείζονται από τον’ ” ξένο πολιτισμό”. Όπως ο τούρκος Νετζίπ που τραγουδούσε το ‘’πουλάκι ξένο/ξενιτεμένο, /πουλί χαμένο /που να σταθώ’’ τις στιγμές της νοσταλγίας του για την αγαπημένη του Καλίλα, τραγούδι που γενικώς τραγουδούσαν οι μουσουλμάνοι.
Από την άλλη, η εκμετάλλευση των ραγιάδων και η εξαθλίωση τους –η οποία περιγράφεται και αναλύεται διεξοδικά βασιζόμενη σε πολλά ιστορικά στοιχεία- φαίνεται να μην έχει εθνικότητα. Είναι το ίδιο βάρβαρη και ανάλγητη είτε προέρχεται από Τούρκους, είτε από Έλληνες είτε από τα μοναστήρια. Και γίνεται ξεκάθαρο ότι για τη μοίρα των δύο λαών αποφασίζουν όχι οι ίδιοι αλλά κάποιοι άλλοι: Είτε οι ξένοι είτε κάποιες φανατικές, διεφθαρμένες ή ανίκανες ηγεσίες.
Το βιβλίο είναι γεμάτο από πολλά λαογραφικά, πολιτιστικά και εθνολογικά στοιχεία και για τους τρεις πολιτισμούς και μας βοηθά σε πολλά σημεία να κατανοήσουμε πολλά στοιχεία που έχουν εισχωρήσει στην καθημερινή μας ζωή και στον πολιτισμό μας από εκείνη την εποχή. Ταυτόχρονα δείχνει πως και το αντίστροφο συνέβαινε επίσης.
Ακολουθώντας τους δυο ήρωες από τη γέννηση τους έως την ενηλικίωση τους και την αποκατάσταση τους, στην ελεύθερη Αθήνα τους ενός και στην Κωνσταντινούπολη του άλλου, περνούν από μπροστά μας τόσο η ιστορία ενός τόπου όσο και η προσωπική ιστορία δεκάδων ανθρώπων. Ιστορία και άνθρωποι βαδίζουν μαζί. Ένα μωσαϊκό χαρακτήρων περνά από τα μάτια μας κάνοντας την ιστορία ακόμα πιο ενδιαφέρουσα και πολυπρόσωπη.
Η αφήγηση είναι ρέουσα, ελκυστική και πλούσια. Έχει όλα τα συστατικά στο βαθμό ακριβώς που χρειάζεται για να κάνει την ανάγνωση μια δυνατή και αληθινή εμπειρία. Γλαφυρή και λυρική όπου χρειάζεται, με θεατρικούς διαλόγους, περιγραφές που δεν πλατειάζουν και δεν κουράζουν, γνήσια δραματικότητα, προσεγμένη ιστορική αναδρομή, ξεκάθαρη δομή σε κερδίζει από τις πρώτες σελίδες. Είναι ένα βιβλίο που αξίζει να το διαβάσετε.

 

ΓΕΡΜΑΝΙΔΑ ΓΙΑ ΤΟ ΙΜΑΡΕΤ

Sigard Bihy-Drost
Brauhausstr.32
D-31137 Hildesheim
Sibidro@web.de

Αγαπητέ συγγραφέα ενός αριστουργήματος,
εδώ σας γραφει μια Γερμανίδα, πρώιν καθηγίτρια γαλλικών.
Κανει χρόνια που ψάχνω ελληνικά audio books.Δεν μπορώ νά αποδεχτώ ότι σχεδόν δέν υπαρχουν.
Εδώ και 5 χρόνια μου έτυχε. (Τουλάχιστον έτσι σκέφτηκα. ) Σε ένα βιβλιοπωλείο στή Σάμο η ιδιοκτήτρια
μου πούλησε το προσωπικό της άλμπουμ με ελληνική λογοτεχνία.Χάρηκα τόσο!
Μα στη Γερμανία ήρθε η μεγάλη απογοήτευση.Ηταν όλα σε καθαρέυουσα που δέν καταλαβαίνω.
Πριν 3 μηνες ανακάλυψα το Ιμαρέτ σας, μη ξεροντας τί με περιμένει.16 ώρες!!! Μα οταν ‘αρχησα να το ακούο,
η εκπληξη ηταν τεράστια.Τι υπέροχο βιβλίο!Τί θησαυρός!! Χαιρόμουν καθε μέρα ακουγοντάς το.Τί ενδιαφέρον! Αμέσως αγόρασα 2 άλλα CD Ιμαρετ.Το ένα το έστειλα σε μια φίλη στη Σκωτία.Γνωριστήκαμε εδώ και 30 χρόνια στη Σαλονίκη σε ελληνικά μαθήματα στο πανεπιστίμιο.Το αλλο το έστειλα στην Ουρανία στο Μετσοβο που την γνώρησα και αυτήν πριν 30 χρονια.Πήγα τότε εκει για να αγοράσω ενα μεγάλο χαλί. Η Ουρανία μου έφτιαξε ενα θαυμάσιο με σχέδια που βρήκε στο μουσείο και μου το έστειλε τυλιγμένο σε μια μαξιλαροθήκη.Αυτη η γυναίκα σίγουρα δεν διαβασε ποτέ της ενα βιβλιο, αλλά να το ακουει το βραδυ μαζι με τη μητέρα 87 χρονών και τους αλλους ειναι αλλο πράγμα.Ζει ακομα με τις παραδόσεις, απίστευτο. Ολα στο σπιτι της ειναι καμομενο με τα χέρια, ο ανδρας τα έπιπλα, αυτή τα textil. Μου έστειλε φωτογραφίες της προίκας της κόρης, περσι, θαυμασιο!
Με λιγα λόγια το βιβλίο σας για μένα ειναι ενα απροσδόκιτο δώρο. ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ!!!!
Η ευγνώμον αναγνωστριά σας Sigard Bihy-Drost

 

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΤΣΑΝΤΙΚΟΣ

Ένα ενδιαφέρον και πρωτότυπο βιβλίο που διάβασα πρόσφατα είναι το Ιμαρέτ, στη σκιά του ρολογιού του Γιάννη Καλπούζου τον οποίο ομολογώ, δεν ήξερα. Όμως η ανάγνωση αυτού του μυθιστορήματος μου δημιούργησε πολλά συναισθήματα. Και βέβαια δεν ήμουν και ο μόνος αφού το συγκεκριμένο έργο ψηφίστηκε από τους Έλληνες αναγνώστες σαν το καλύτερο του 2009 στα πλαίσια του διαγωνισμού από το ΕΚΕΒΙ.
Το δυνατό σημείο της ιστορίας είναι για μένα, οι ρεαλιστικές περιγραφές των τοποθεσιών της εποχής λες και ο συγγραφέας εκατόν πενήντα περίπου χρόνια πριν, ήταν εκεί. Οι λεπτομέρειες δε που μας παραθέτει καθιστά την ανάγνωση μαγική αφού χωρίς να το καταλάβεις βρίσκεσαι σε μια άλλη εποχή πράγμα που πολύ μου αρέσει προσωπικά. Οι πολλές τουρκικές και οι λίγες εβραϊκές λέξεις που χρησιμοποιούνται από τους ήρωες του μυθιστορήματος είναι κάτι που από μόνο του αποκτά ενδιαφέρον για κάποιον που του αρέσει μέσα από τη γλώσσα που μιλιέται να ανακαλύπτει ήθη, έθιμα, νοοτροπίες της εποχής και πόσο μάλλον όταν όλα αυτά αφορούν συμβίωση με άλλους λαούς και αλλόθρησκους. Και πιο συγκεκριμένα σύμφωνα με τον δημιουργό, στην Άρτα του 1854 έχουμε να κάνουμε με χίλιες οικογένειες Ελλήνων, διακόσιες πενήντα Οσμανλήδων (σαν να λέμε Τούρκων), εκατόν εξήντα Εβραίων. Μια κοινωνία 6500 ψυχών τριών φυλών που έχουν η κάθε μία τους δικούς της κώδικες και κανόνες συνυπάρχοντας και σμίγοντας στους ίδιους δρόμους πότε αρμονικά και πότε κινούμενες ξεχωριστά η μία με την άλλη και μάλιστα κάποτε κάτω από εντάσεις και πάθη. Σε κάθε όμως περίπτωση διατηρώντας η κάθε μία την αυτοτέλεια της.
Όλα αυτά συνθέτουν μια θαυμάσια ηθογραφία της εποχής με πρωταγωνιστές δυο καρδιακούς συνομήλικους φίλους, έναν Έλληνα κι έναν Τούρκο που με τη συμπεριφορά τους μας δίνουν μαθήματα ανθρώπινης αξιοπρέπειας και αγάπης απέναντι και μεταξύ δύο λαών-γειτόνων που έχουν προαιώνια έχθρα μεταξύ τους. Και πάνω από όλα αυτά ο Γιάννης Καλπούζος μας ξεδιπλώνει την σοφία του απλού λαού μέσα από τον χαρακτήρα του παππού-Ισμαήλ, ενός σεβάσμιου φιλόσοφου γέροντα που οι “παραινέσεις” του μας δείχνουν πολλές αλήθειες της ζωής. Όπως αναφέρει κάπου: “Ένα Ιμαρέτ είναι η γη. Το Ιμαρέτ του Θεού. Κι εμείς οι φτωχοί, τα ορφανά και οι ταξιδιώτες της ζωής, που μας φιλοξενεί…”

 

ΓΙΩΤΑ ΠΑΠΑΔΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΥ

Νιώθω εξαιρετικά μπερδεμένη! Αισθάνομαι μια βαθιά εσωτερική σύγχυση και παρά που έχω ξεκινήσει να γράφω το εν λόγω κείμενο δέκα φορές, άλλες τόσες το έχω σβήσει. Είναι μία από τις φορές εκείνες που σκέφτομαι πως είναι καλύτερα να μην σου αρέσει κάτι υπερβολικά πολύ. Αν δεν δεθείς μαζί του, μπορείς να είσαι πιο αντικειμενικός και κυρίως, να το σχολιάσεις πιο αμερόληπτα και χωρίς να αντιμετωπίσεις δυσκολίες. Από την άλλη, το να είναι ένα βιβλίο πραγματικά καλό, σε σημείο που να μην ξέρεις πως να εκφραστείς γι’ αυτό, αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες ευλογίες για ένα φανατικό αναγνώστη. Και, ναι, μπορεί να μας είναι πιο εύκολο να μιλάμε και να κρίνουμε αυτά που δεν μας αρέσουν, η πραγματική πρόκληση όμως έρχεται όταν βρίσκεται στην αντίπερα όχθη. Σε αυτήν βρίσκομαι σήμερα και από την θέση αυτή θα προσπαθήσω να μιλήσω.

Η αδυναμία που έχω στην πένα του κύριου Καλπούζου είναι πλέον γνωστή. Άλλωστε, δεν προσπάθησα ποτέ να την κρύψω. Επιπλέον, έχω αδυναμία στον ίδιο τον άνθρωπο και αν το σχόλιο αυτό φαντάζει άτοπο, σας διαβεβαιώ πως καθόλου έτσι δεν είναι. Αν ένας άνθρωπος δεν έχει ποιότητα, δεν μπορεί να γράψει όπως ο κύριος Καλπούζος, εξού και συγγραφείς του δικού του εύρους υπάρχουν λίγοι, εξού και τα βιβλία του αγαπιούνται απ’ όποιον και να τα διαβάσει, όσο απαιτητικός αναγνώστης και αν είναι. Το “Ιμαρέτ”, που πρόσφατα επανακυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ψυχογιός, έχει πουλήσει πάνω από 100.000 αντίτυπα ενώ έχει κερδίσει και το Βραβείο Αναγνωστών, και όχι άδικα. Γιατί το “Ιμαρέτ” δεν είναι απλά ένα ακόμα ιστορικό μυθιστόρημα, αλλά το καθρέφτισα μιας κοινωνίας, είναι οι άνθρωποί της βαλμένοι στο μικροσκόπιο, οι μικρές πτυχές της καθημερινότητάς τους που τις κάνουν τόσο μοναδικές, χαρίζοντάς μας μια αλήθεια πίσω από τις εικόνες και τις λέξεις που όλοι μας γνωρίζουμε, έχουμε δει, έχουμε ακούσει.

Θεωρώντας πως η περίληψη του βιβλίου επαρκεί, και μην θέλοντας να φλυαρήσω σε σχέση με την πλοκή -κινδυνεύοντας παράλληλα να αποκαλύψω πράγματα που δεν θα έπρεπε να μάθετε από τρίτους αλλά να τα ανακαλύψετε μόνοι σας- θα σταθώ σε άλλα πράγματα, πολύ πιο ουσιώδη. Ένα από αυτά είναι οι χαρακτήρες της ιστορίας αυτής, που κατά την ταπεινή μου άποψη αποτελούν το μεγάλο προτέρημα του βιβλίου. Άρτια δομημένοι, εξαιρετικά σκιαγραφημένοι, με το ψυχογράφημά τους να ξετυλίγεται και να αναπτύσσεται ομαλά και εξελικτικά, χωρίς βιασύνες ή επιπολαιότητες, χωρίς καμία προσπάθεια φτηνού εντυπωσιασμού για να κερδηθούν δήθεν εντυπώσεις. Χαρακτήρες ειλικρινείς, ξεκάθαροι, ταγμένοι στο φως ή το σκοτάδι, ή ακόμα και στο ημίφως, επειδή δεν είναι τα πάντα σε αυτή τη ζωή λευκό ή μαύρο. Άνθρωποι με τα δικά τους θέλω, τα δικά τους πάθη, τις δικές τους αλήθειες, που σε κερδίζουν και που κάνουν την αφήγηση της ιστορίας αυτής ακόμα πιο γοητευτική και αυτό γιατί, δεν είναι απλά Ιστορία, αλλά η δική τους ιστορία.

Ο συγγραφέας έχει επιλέξει να χρησιμοποιήσει και πρωτοπρόσωπη αφήγηση, μια επιλογή αρκετά τολμηρή για ένα μυθιστόρημα όπως είναι το “Ιμαρέτ” που όμως, αποδίδει τα μέγιστα και τελικά καταφέρνει να λειτουργήσει άκρως θετικά, προκαλώντας το συναίσθημά μας, χωρίς όμως να το εκβιάζει. Τόποι, ήθη, έθιμα, παραδόσεις, θρησκευτικές δοξασίες, προσωπικές αλήθειες αλλά και τα πρέπει γενεών διαφορετικών μεταξύ τους που καλούνται να συνυπάρξουν, όλα ζωντανεύουν μπροστά στα μάτια μας και νοερά ταξιδεύουμε για να βρεθούμε κοντά στους πρωταγωνιστές μας, σαν να παρακολουθούμε στα κρυφά την εξέλιξη της ζωής τους πίσω από ένα μαγικό παραπέτασμα, με ήχους παράξενους και γοητευτικούς να φτάνουν στ’ αφτιά μας, και μυρωδιές ξένες μα και τόσο οικείες να πλημμυρίζουνε το είναι μας. Δεν θέλω να πω περισσότερα, όχι γιατί δεν μπορώ, αλλά γιατί δεν χρειάζεται. Αρκεί να διαβάσετε το “Ιμαρέτ” και θα καταλάβετε. Είμαι βέβαιη πως ο νους σας θα γεμίσει εικόνες, η ψυχή σας συναισθήματα, και η καρδιά σας θα χτυπήσει λίγο πιο γρήγορα.

 

 

WWW.FILIMANTIS.GR ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΖΟΥΒΑΝΟΣ

Το 7ο βιβλιο του Αρτινου 50χρονου συγγραφεα και στιχουργου, τιμηθηκε με το Βραβειο Αναγνωστων 2009 (Εθνικο Κεντρο Βιβλιου). Προκειται για ιστορικο μυθιστορημα, που επιβεβαιωνει για μια ακομα φορα, ότι το λογοτεχνικο αυτό ειδος, στα καταλληλα χερια, προσφερεται ιδιαιτερα για την ιστορικη γνωση και τη νοηματικη τροφοδοσια που εχει αναγκη ο κουρασμενος, παραπληροφορημενος και ζαλισμενος σημερινος αναγνωστης.

Το αφηγημα αναφερεται στην Αρτα της υστερης τουρκοκρατιας (δευτερο μισο του 19ου αιωνα). Τοπος και χρονος που γεφυρωνει την παλια και τη νεα Ελλαδα, προσφορος για πολλαπλη ανατομια, κι ακομα προσφορος για κεινη τη ματια που χρωσταει – πολλες δεκαετίες τωρα – η αυτοσυνειδησία μας σε τοπους και χρονους που επεσκιαστηκαν απ’ το 1821 και το 1922.

Ρωμιοι, τουρκοι κι εβραιοι, οθωμανικη διοικηση και νεοελληνικο κρατος, χριστιανισμός και ισλαμ, ηθη κι εθιμα, παραδοση και νεωτερισμοι, ληστες και ξεσηκωμοι, τσιφλικαδες και κολληγοι, οικουμενισμος κι εθνικισμος, ερωτες και μιση, προδοσίες και δυνατές φιλίες, επιβίωση και θάνατος, καθημερινοτητα κι ονειρα, εντάσεις κι οσμώσεις, όλα οσα χωρεσαν στην Αμβρακιώτικη στροφη του Αραχθου και του Χρονου – καθως όλα χωρουν στο Ιμαρέτ του Θεου – όλα χωρεσαν και στις σελιδες του «ιμαρέτ».

Πολυσελιδο αλλα ευχάριστο, με πλοκη που συντηρει το ενδιαφερον χωρίς να το εκτρεπει σε ανούσιες μυθαγωνίες, με λεπτομερειες που δεν κουραζουν μα πλουτιζουν με εικονες και παραθυρα το νου του αναγνωστη, με συνδεσεις κι αποσαφηνισεις σε πληθος θολα ακουσματα του νεοελληνα, με πληθος αναφορές σε καθημερινους απόηχους ως σημερα στη μνημη των αρτινων – κι όχι μονο -, το «ιμαρέτ» θυμιζει το «ροδο» του Εκο, τοσο στην πολυεπιπεδη οπτικη του οσο και στη γραφη του.

Πισω απ’ τις σελιδες του βιβλιου του ΓΚ δεν υπαρχει μονο συγγραφικο ταλεντο, υπαρχει πολλη δουλεια. Υπαρχει ιστορικη ερευνα, εντυπωσιακη για το χωροχρονικο οριζοντα του αφηγηματος, που ωστοσο τον ξεπερνα και τον πλαισιωνει νοηματικα διαπερνωντας ολοκληρη την οθωμανικη εποχη κι ανατεμνοντας τη νεοελληνικη ταυτοτητα ως τις σημερινες πτυχες της. Υπαρχει ακομα ψαγμενο βλεμμα – καθως και η τεχνη το οφειλει χωρίς να κρυβεται πίσω απ’ την τεχνική -, πολύ περα απ’ την ιστοριογραφία και τη λαογραφία, ικανο να κατευθύνει τον αναγνώστη στην αναζητηση του ιστορικου νοήματος. Υπαρχει τελος η επιδίωξη της πληροτητας στην ουσία και τη γραφή, σαν ένα επι πλεον δειγμα του σεβασμου του συγγραφέα στον αναγνωστη. Είναι ένα βιβλιο που αξιζει να το διαβάσετε και να το χαρίσετε.

 

critique.gr ΔΙΟΝΥΣΙΑ ΝΤΑΛΙΟΥ

Ένα πολύ ενδιαφέρον βιβλίο με συντρόφευσε φέτος στις καλοκαιρινές μου διακοπές. Διάβασα ρουφώντας το κυριολεκτικά το «’Ιμαρέτ, στη σκιά του ρολογιού, του Γιάννη Καλπούζου.
Η πολυσέλιδη ιστορία του τοποθετείται στην Άρτα στο β’ μισό του 19ου αιώνα, όταν τα εδάφη της περιοχής κατέχουν οι Τούρκοι και η Ελλάδα είναι ένα μικρό ανεξάρτητο κράτος.
Το βιβλίο, βασιζόμενο σε δύο πρόσωπα, τον Έλληνα Λιόντο και τον Τούρκο Νετζίπ και την άρρηκτη αδελφική φιλία τους, εξιστορεί την πορεία της μεικτής εθνολογικά κοινωνίας της Άρτας από 1854 μέχρι και το 1882.
Έλληνες, Τούρκοι και Εβραίοι ζουν κάτω από το ίδιο Ιμαρέτ, το πολύπλοκο μηχανικό ρολόι, αγαπημένο των δύο φίλων και του παππού του Νετζίπ.
Η εκδοχή αυτής της συμβίωσης είναι ενδιαφέρουσα και γοητευτική και δεν είναι σίγουρα αυτό που έχουμε διδαχτεί στην σχολική μας ιστορία.
Η εικόνα που δίνει το βιβλίο είναι πως η συμβίωση είναι δυνατή, με τα προβλήματα βέβαια που αυτό συνεπάγεται. Διαφορετικοί άνθρωποι, με τρεις διαφορετικές θρησκείες, διαφορετικές γλώσσες, ήθη, έθιμα, παραδόσεις, πορεύονται το δρόμο της ζωής, ελπίζουν το ίδιο, ερωτεύονται, ιδρώνουν για τον επιούσιο, ονειρεύονται, κινδυνεύουν, αγαπιούνται, μισούνται, εχθρεύονται, συγχωρούνται, αλληλοβοηθιούνται Κάθε ομάδα κρατά το δικό της πολιτισμό, είναι όμως ανοιχτή και στον πολιτισμό των άλλων. Καμία φορά δανείζονται από τον’ ” ξένο πολιτισμό”. Όπως ο τούρκος Νετζίπ που τραγουδούσε το ‘’πουλάκι ξένο/ξενιτεμένο, /πουλί χαμένο /που να σταθώ’’ τις στιγμές της νοσταλγίας του για την αγαπημένη του Καλίλα, τραγούδι που γενικώς τραγουδούσαν οι μουσουλμάνοι.
Από την άλλη, η εκμετάλλευση των ραγιάδων και η εξαθλίωση τους –η οποία περιγράφεται και αναλύεται διεξοδικά βασιζόμενη σε πολλά ιστορικά στοιχεία- φαίνεται να μην έχει εθνικότητα. Είναι το ίδιο βάρβαρη και ανάλγητη είτε προέρχεται από Τούρκους, είτε από Έλληνες είτε από τα μοναστήρια. Και φυσικά συνεχίστηκε και μετά την προσάρτηση της Άρτας στο ελληνικό κράτος από την ίδια την ελεύθερη μητέρα πατρίδα για να εξελιχτεί στο αγροτικό ζήτημα και να φτάσει στην εξέλιξη του Κιλελέρ.
Το βιβλίο είναι γεμάτο από πολλά λαογραφικά, πολιτιστικά και εθνολογικά στοιχεία και για τους τρεις πολιτισμούς και μας βοηθά σε πολλά σημεία να κατανοήσουμε πολλά στοιχεία που έχουν εισχωρήσει στην καθημερινή μας ζωή και στον πολιτισμό μας από εκείνη την εποχή. Ταυτόχρονα δείχνει πως και το αντίστροφο συνέβαινε επίσης.
Ακολουθώντας τους δυο ήρωες από τη γέννηση τους έως την ενηλικίωση τους και την αποκατάσταση τους, στην ελεύθερη Αθήνα τους ενός και στην Κωνσταντινούπολη του άλλου, περνούν από μπροστά μας τόσο η ιστορία ενός τόπου όσο και η προσωπική ιστορία δεκάδων ανθρώπων. Ιστορία και άνθρωποι βαδίζουν μαζί. Ένα μωσαϊκό χαρακτήρων περνά από τα μάτια μας κάνοντας την ιστορία ακόμα πιο ενδιαφέρουσα και πολυπρόσωπη.
Η αφήγηση είναι ρέουσα, ελκυστική και πλούσια. Έχει όλα τα συστατικά στο βαθμό ακριβώς που χρειάζεται για να κάνει την ανάγνωση μια δυνατή και αληθινή εμπειρία. Γλαφυρή και λυρική όπου χρειάζεται, με θεατρικούς διαλόγους, περιγραφές που δεν πλατειάζουν και δεν κουράζουν, γνήσια δραματικότητα, προσεγμένη ιστορική αναδρομή, ξεκάθαρη δομή αλλά και αστυνομικό σασπένς, σε κερδίζει από τις πρώτες σελίδες.
Ένα ιστορικό μυθιστόρημα που ταυτόχρονα είναι και μια κοινωνιολογική μελέτη καθώς μιλά για την συμβίωση με το ξένο και το εχθρικό, τον κατακτητή και τον βάρβαρο-όπως είχαν καταγραφεί στην συνείδηση του λαού οι Τούρκοι- , το αγροτικό ζήτημα στην Τουρκοκρατία και μετά αλλά και ένας φιλοσοφικός στοχασμός πάνω στη ζωή και το νόημα της, τη φιλία, το θάνατο και την αγάπη. Χωρίς να παίρνει απόσταση από τα γεγονότα τα μετουσιώνει και τα αναδεικνύει στις παραπάνω διαστάσεις με ένα φυσικό και αληθινό τρόπο. Αξίζουν συγχαρητήρια στον Γιάννη Καλπούζο.

 

ΕΘΝΟΣ ΕΛΕΝΗ ΓΚΙΚΑ

Με το «Ιμαρέτ» ο Γιάννης Καλπούζος επιχειρεί μια μεγάλη επιστροφή. Αναζητώντας για εκείνον και όλους μας, τις ρίζες. Άρτα 1854 -1882. Αναζητά μέσα στην αναταραχή τα βασικά και τα μεγάλα, το ύψιστο, το πιο βαθύ, το αθέατο, πίσω από τη «στέρεα ουσία του κόσμου». «Το σχέδιο πίσω από το βαμβάκι», όπως ισχυρίστηκε η Βιρτζίνια Γουλφ και η γερόντισσα Γαβριηλία, την άλλη πλευρά στο κέντημα του Θεού. Άλλωστε, μάταιο δεν υπάρχει μέσα στην «ανθισμένη ματαιότητα του κόσμου».
ΕΡΩΤΑΣ, θάνατος, γέννηση και ζωή, γέλιο και δάκρυ, δημιουργία και καταστροφή, επανάσταση και το επιθυμητό ραχάτι… Όλα τα έχει συμπεριλάβει ο Γιάννης Καλπούζος στο μυθιστόρημά του, «Ιμαρέτ: Στη σκιά του ρολογιού».
Κι ύστερα, το ραντεβού με τον πιο σκοτεινό μας εαυτό. Σε δύσκολες εποχές δίνεται, και επιτυγχάνεται, μα θα πρέπει πρώτα να δοκιμαστούν τα όρια. Και το 1854 στην Άρτα, την εποχή της Τουρκοκρατίας, δοκιμάστηκαν. Ζούσαν σε μια διαρκή δοκιμασία για χρόνια.
Το βιβλίο, που είναι ταυτόχρονα ιστορικό μυθιστόρημα και οικογενειακή σάγκα και η ιστορία της πόλης του, παρακολουθεί καλειδοσκοπικά μέσα από δυο οικογένειες τη Ζωή και τη ζωή τους.
Με αφήγηση που εναλλάσσεται ο αναγνώστης έχει τη σπάνια τύχη να διαβάζει και να βλέπει διαρκώς και την απέναντι όχθη. Μοναδική εξαίρεση το πρώτο και το τελευταίο κεφάλαιο που ανήκουν δικαιωματικά στον αφηγητή. Η ιστορία ξεκινά αριστουργηματικά με μια γέννηση κι έναν θάνατο. Την ώρα που ο μικρός Λιόντος γεννιέται, ο πατέρας του πέφτει βαρύτατα χτυπημένος από χέρι φονικό. Λες και θα πρέπει να απαιτηθεί ένας θάνατος για να επιτραπεί μια γέννηση.
Την ίδια ώρα, στο απέναντι σπίτι γεννιέται κι ο Τούρκος Νετζίπ. Τρία χρόνια θα θηλάσει διπλά η Ανά Σαφιγιέ και τον Νετζίπ και τον Λιόντο. Και το γάλα της αυτό θα τους δέσει για πάντα ως αίμα.
Η ζωή και η σχέση τους, ζωή και σχέση ταυτόχρονα μιας πόλης. Όπου επιβιώνουν ζώντας αρμονικά με όλες τις διαφορές τους, Ρωμιοί, Οθωμανοί κι Εβραίοι. Με τα δικά τους ήθη κι έθιμα ο καθείς, με τα δικά τους βάσανα κι εμμονές, με τους δικούς του Θεούς και δαίμονες. Και με κοινές χαρές: χοροεσπερίδες, καθημερινότητα, πετροπόλεμος, αλλά κι αποκριές και χαμάμ και Ραμαζάνι, με του καραγκιόζη τον τούρκικο μπερντέ, με τις φάρσες στον Φάσγανο, με τους αφορισμούς και τις μοιχείες. Με τους έρωτες, την οικογενειακή ακμή και παρακμή και με τον τροχό της τύχης να τους ανεβοκατεβάζει. Με εξεγέρσεις κι αληθινό πόλεμο κάποια στιγμή, με λαθρεμπόριο, κολίγους και τσιφλικάδες.
Η «Παντομίμα φαντασμάτων», το μυθιστόρημα του Γιάννη Καλπούζου, που προηγήθηκε, ήταν μια τοιχογραφία παρακμής. Οι ήρωες, βιώνοντας τον υπέρτατο φόβο, βαδίζοντας με μαθηματική ακρίβεια στον θάνατο, υπερέβαλαν εαυτόν.
Σε αντίθεση, το «Ιμαρέτ» έχει μια γλυκόπικρη γεύση πεπρωμένου. Σαν χαρμολύπη, όλα τα χωρά: έρωτα, θάνατο, γέννηση και ζωή, γέλιο και δάκρυ…
Ο Γιάννης Καλπούζος μοιράζεται ακριβοδίκαια στους δυο λαούς, εξάλλου τους ενώνει η πόλη. Αναδεικνύοντας ταυτοχρόνως το ίδιο συναίσθημα, το ίδιο δίλημμα, το ίδιο πρόβλημα, το αυτό γεγονός και έτσι κι αλλιώς, με ήρωες απτούς, και εν πολλοίς – παρά τις όποιες διαφορές, όμοιους:
«Συμπληρώναμε τότε με τον Νετζίπ τα δεκαπέντε – κάποια στιγμή θ αφηγηθεί ο Λιόντος: Είχαμε το ίδιο μπόι, όμως στα υπόλοιπα χαρακτηριστικά δεν μοιάζαμε καθόλου. Ξανθός εγώ, μελαχρινός ο Νετζίπ. Γαλανά μάτια εγώ, μαύρα εκείνος. Η μύτη μου στράβωνε ελαφρά στη μέση της, ολόισια του Νετζίπ. Μικρά τ’ αυτιά μου, ευμεγέθη τα δικά του. Κανονικά τα χείλη μου, σαρκώδη εκείνου. Μακρύς και λεπτός ο λαιμός μου, κοντός ο δικός του.
»Δεν μπορώ να καταλάβω πώς βυζάξαμε το ίδιο γάλα. Λες και κάθε βυζί της μάνας μου να ‘χε διαφορετικό γάλα με πείραζε ο Νετζίπ.
»Οχι μάνα σου! Μάνα μας! αποκρινόμουν».
Το «Ιμαρέτ», τελικά, είναι ένα ιστορικό μυθιστόρημα που έρχεται την κατάλληλη στιγμή. Να μας υπενθυμίσει το ομογάλακτον και τη συνύπαρξη τόσων αιώνων.
Να μας υπενθυμίσει αυτό που γράφει ο Μπόρχες στη «Βιογραφία του Ταδέο Ισιδόρο Κρουθ»: «Κατάλαβε πως ένα πεπρωμένο δεν είναι καλύτερο από κάποιο άλλο, μα πως κάθε άνθρωπος πρέπει να σέβεται το ριζικό που κουβαλάει μέσα του».
Αλλά και το άλλο. Από την «Ιστορία του πολεμιστή και του αιχμαλώτου», πως «για τον Θεό» και για τη ζωή θα συμπληρώναμε εμείς, «και οι δυο πλευρές αυτού του νομίσματος, είναι ίδιες».
Και για τις γυναίκες, η μοίρα εξίσου βαριά και η μοιχεία που κατατεμαχίζει τη Νιλγκιούν, την Αναστασία, τη φυλακίζει. Σε έναν κόσμο όπου άνδρες νομοθετούν δεν γίνεται παρά να επιβιώνουν οι άντρες.
Το αποτέλεσμα, ένα βιβλίο με διάθεση επική, για μια πόλη, τη γενέθλια πόλη του συγγραφέα, και για μιαν εποχή, ό,τι συνέβη στην Άρτα συνέβη παντού, ας μην ξεχνάμε τι έγινε με τους Κρήτες μουσουλμάνους. Και μια οικογενειακή σάγκα. Η μοίρα δυο οικογενειών, μιας οθωμανικής και μιας ρωμαίικης, ελληνικής, που μοιράστηκαν γη κι ουρανό, χαρά και δάκρυ και αίμα και γάλα. Με αφήγηση ατμοσφαιρική, συχνά σχεδόν κινηματογραφική, με καθημερινές σκηνές έμπλεες από συναίσθημα και σχεδόν θεατρικούς διαλόγους και με φροντίδα αφ’ υψηλού ωσεί Θεού, ο συγγραφέας μας προσφέρει αυτήν τη δυνατότητα, να ζήσουμε τις δικές τους ζωές απ’ την αρχή σχεδόν μέχρι το τέλος.

 

ΘΑΝΟΣ ΚΟΝΔΥΛΗΣ

Αυτή την εβδομάδα ξεκινώ με ένα βιβλίο κόσμημα της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας. Είναι το πολύ γνωστό Ιμαρέτ, στη σκιά του ρολογιού το οποίο πρόσφατα διάβασα. Πραγματικά είναι ίσως το καλύτερο βιβλίο που έπεσε στα χέρια μου τα τελευταία χρόνια. Προσωπικώς δεν διαβάζω πάνω από 25-30 βιβλία το χρόνο. Ειδικά γι΄ αυτό οφείλω να ομολογίσω ότι είναι πράγματι ένα από τα καλύτερα ελληνικά μυθιστορήματα. Και γι΄ αυτό δικαίως τιμήθηκε και με το λογοτεχνικό ΒΡΑΒΕΙΟ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ ΕΘΝΙΚΟΥ ΚΕΝΤΡΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ (2009) και αγαπήθηκε από δεκάδες χιλιάδες αναγνώστες. Τα συναισθήματα που δημιουργεί στον αναγνώστη για τους ήρωές του το βιβλίο είναι υψηλά : φόβος, λύπη, προσμονή, απογοήτευση, χαρά, γέλιο, αγάπη, ικανοποίηση κι πολλά άλλα. Αναμφίβολα ο συγγραφέας Γιάννης Καλπούζος αναδεικνύεται σε πραγματικό υπηρέτη της γραφίδας και άξιο εκπρόσωπο της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας. Το βιβλίο του το συστήνω ανεπιφύλακτα όχι μόνο για διάβασμα αλλά και για να παραμείνει στις βιβλοθήκες μας, ανάμεσα στα βιβλία που αξίζει να ξαναδιαβαστούν πολλές φορές ακόμα.

 

BOOK MARKS ΝΙΚΟΣ ΑΡΑΠΑΚΗΣ

Το Ιμαρέτ, στον ένα περίπου χρόνο κυκλοφορίας του, έχοντας πωλήσει πάνω από δέκα χιλιάδες αντίτυπα, βρέθηκε αρκετές φορές στη λίστα των ευπώλητων. Όχι τυχαία. Το βιβλίο του Καλπούζου είναι ιστορικό μυθιστόρημα με το γιώτα κεφαλαίο. Πραγματικά ο συγγραφέας έχει κάνει καταπληκτική δουλειά και έχει δαπανήσει άφθονο χρόνο για να αντλήσει όλα τα στοιχεία που παραθέτει. Τόπος είναι η Άρτα -πόλη καταγωγής του συγγραφέα- στα μέσα περίπου του δέκατου ένατου αιώνα. Βασικοί ήρωες του βιβλίου δυο φίλοι, ένας χριστιανός και ένας μουσουλμάνος. Το βιβλίο ξεκινάει με τριτοπρόσωπη αφήγηση και μια μυστηριώδη δολοφονία και συνεχίζεται με πρωτοπρόσωπη, δηλαδή, καθένας εκ των δύο βασικών πρωταγωνιστών διηγείται εναλλάξ την ιστορία.
Ξετυλίγοντας το κουβάρι της ιστορίας παράλληλα με τη ζωή των ηρώων, η μυθοπλασία είναι στηριγμένη κατά κύριο λόγο στα μεγάλα ιστορικά γεγονότα. Ο συγγραφέας, ακόμη κι αν είχε ζήσει ο ίδιος την εποχή αυτή, δεν θα μπορούσε να είναι πιο παραστατικός. Χρώματα, μυρωδιές, φορεσιές, συμπεριφορές, έχουν δοθεί και περιγραφεί στην ολότητά τους. Μα πάνω απ’ όλα έχει δοθεί με ακρίβεια, νομίζω, η σχέση μεταξύ Ελλήνων, Τούρκων και Εβραίων, των τριών εθνοτήτων που κατοικούσαν την Άρτα την εποχή εκείνη. Ο συγγραφέας όμως, πέρα από τις περιγραφές προσπαθεί να εμβαθύνει και να εξηγήσει πρακτικές και συμπεριφορές ανθρώπων και θεσμών. Ο ρόλος της εκκλησίας, της Τουρκικής ή της Ελληνικής κυβέρνησης, φορολογική πολιτική, η ζωή των κοσμικών και των φτωχών κολίγων, αναλύονται και εξηγούνται με τρόπο σαφή και πειστικό. Πέραν αυτού, ένα άλλο, μεγάλο πλεονέκτημα του βιβλίου είναι η ενδιαφέρουσα ιστορία. Συχνά ένα ιστορικό μυθιστόρημα αναλώνεται στην καταγραφή της ιστορίας και υστερεί μυθοπλαστικά. Στο συγκεκριμένο βιβλίο αυτό δεν συμβαίνει. Σασπένς, συναίσθημα, έρωτας, χαρά, λύπη όλα λιγότερο ή περισσότερο παρελαύνουν από το βιβλίο.
Συμπέρασμα; Τίποτα στη ζωή δεν είναι τυχαίο. Το Ιμαρέτ είναι ένα από τα καλύτερα ιστορικά μυθιστορήματα που έχουν γραφεί τα τελευταία χρόνια. Όποιος το διαβάσει θα έχει την ευκαιρία να το διαπιστώσει ιδίοις όμμασι.

 

ΠΟΛΥΞΕΝΗ ΜΑΡΚΟΥΤΗ

Η διαμόρφωση και διαφύλαξη της εθνικής ταυτότητας και η συνύπαρξη με το εθνικά, γλωσσικά, θρησκευτικά και πολιτισμικά διαφορετικό αποτελούσε ανέκαθεν ζήτημα μείζονος σημασίας σε πολυπολιτισμικές  Ένα τέτοιο θέμα δεν μπορεί παρά να αποτελεί προσφιλές πεδίο και για τη λογοτεχνική δημιουργία. Ειδικά στην περίπτωση της ελληνικής λογοτεχνίας, υπάρχουν πολλά έργα, τα οποία πραγματεύονται τη συνύπαρξη και τις σχέσεις, αρμονικές ή τεταμένες, μεταξύ δύο άσπονδων φίλων και εχθρών: Ελλήνων και Τούρκων. Χαρακτηριστικό δείγμα αξιοποίησης και ανάδειξης αυτής της πολυτάραχης σχέσης αποτελεί το βιβλίο του Γιάννη Καλπούζου με τίτλο Ιμαρέτ: Στη σκιά του ρολογιού, το οποίο εκδόθηκε το 2008 και απέσπασε το Βραβείο Αναγνωστών του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου για το έτος 2009.
Το μυθιστόρημα εξιστορεί τις παράλληλες και διασταυρούμενες πορείες ζωής ενός Έλληνα και ενός Τούρκου με φόντο την Άρτα του 19ου αιώνα. Ο Λιόντος και ο Νετζίπ γεννιούνται την ίδια νύχτα στην τουρκοκρατούμενη Άρτα του 1854. Το νήμα της αφήγησης ξεκινά τη στιγμή της γέννησής τους και διακόπτεται το 1881, με την προσάρτηση της Άρτας στο ελληνικό κράτος, τον επώδυνο αποχωρισμό τους και την εγκατάστασή τους στην Αθήνα και στην Κωνσταντινούπολη αντίστοιχα. Από τη στιγμή της γέννησής τους, που γίνονται ομογάλακτοι, θα αναπτυχθεί μεταξύ τους μια βαθιά φιλία, η οποία φαντάζει παράταιρη για την τοπική κοινωνία: το πολύχρωμο μωσαϊκό από Έλληνες, Τούρκους και Εβραίους ζει ειρηνικά αλλά οι διαχωριστικές γραμμές δεν εξαλείφονται ποτέ και γίνονται αισθητές με την πρώτη ευκαιρία. Ακόμα κι αυτές όμως αδυνατούν να κλονίσουν το ισχυρό δέσιμο που υπάρχει μεταξύ τους. Το έξυπνο τέχνασμα της εναλλάξ αφήγησης που ακολουθεί ο συγγραφέας επιτυγχάνει να παρουσιάσει τους δύο πρωταγωνιστές όχι σαν τις δύο όχθες ενός ποταμού αλλά σαν όψεις του ίδιου χαρτιού: είναι αδύνατον να σχιστεί η μία χωρίς να σχιστεί και η άλλη.
Τα ιστορικά, κοινωνικά και πολιτιστικά συμφραζόμενα δημιουργούν ένα υφαντό συνθέσεων και αντιθέσεων, πάνω στο οποίο ο συγγραφέας «κεντά» την κοινή ζωή των δύο πρωταγωνιστών. Ρωμιοί, Τούρκοι και Εβραίοι, εκκλησίες και τζαμιά, Πάσχα και Ραμαζάνι, πετροπόλεμος, αφορισμοί, ο τούρκικος μπερντές του Καραγκιόζη, η μικρή Ελλάδα και η ιδεολογία του αλυτρωτισμού, η εκμετάλλευση και η εξαθλίωση των κολλίγων, που δεν γνωρίζει θρησκεία και εθνικότητα… και μέσα σε όλα αυτά οι φάρσες, τα παιχνίδια και τα καμώματα του Λιόντου και του Νετζίπ, το σχολείο, στο οποίο φοιτούν μαζί, οι έρωτες, οι δυσκολίες, οι απογοητεύσεις, η προσωπική διαδρομή του καθενός και η θέση που καλείται να πάρει απέναντι στον «Άλλο» και στο διαφορετικό που αυτός πρεσβεύει σε ιστορικά κρίσιμες συγκυρίες. Συνταξιδιώτης τους σε αυτή τη διαδρομή ο παππούς Ισμαήλ, ο οποίος μοιάζει να έχει βγει από λαϊκό παραμύθι της Ανατολής: νοσταλγεί, διηγείται, νουθετεί, υπενθυμίζει αλήθειες πικρές και για τους δύο λαούς…
Η εντύπωση που καλλιεργεί το βιβλίο είναι πως η συμβίωση είναι δυνατή, με όλα τα προβλήματα που ανακύπτουν. Κάτω από τους βαρείς χτύπους του ρολογιού, που σημαίνει τις οθωμανικές ώρες, άνθρωποι τόσο διαφορετικοί κι όμως τόσο ίδιοι κατά βάθος… μοχθούν, ελπίζουν, ονειρεύονται, κινδυνεύουν, αγαπούν και μισούν με το ίδιο πάθος, συγχωρούνται και χωρούν κάτω από τον ίδιο ουρανό. Ολόκληρη η πόλη ένα μεγάλο ιμαρέτ, που θρέφει την ανεξιθρησκία, την ανεκτικότητα και τη συμφιλίωση. Μια ανεκτικότητα που δεν εξαντλείται στο επίπεδο της καθημερινότητας αλλά εξελίσσεται σε «αλισβερίσι» γλωσσικό και πολιτιστικό: το βιβλίο είναι κατάσπαρτο από γλωσσικά δάνεια και από κοινά λαογραφικά και πολιτιστικά στοιχεία. Ωστόσο, το αναπόδραστο «κισμέτ» του καθενός, όπως θα έλεγε και ο παππούς Ισμαήλ, διαμορφώνεται και δρομολογείται τελικά από άνωθεν επιταγές και διπλωματικά παιχνίδια: καθίσταται σαφές ότι τα πιόνια στην πολιτική σκακιέρα μετακινούνται είτε από ξένους είτε από φανατικές και διεφθαρμένες ηγεσίες.
Κλείνοντας το Ιμαρέτ, δημιουργείται μια γλυκόπικρη αίσθηση και ένα ερωτηματικό για τα όρια της πολιτισμικής αλληλεπίδρασης και ανεκτικότητας σε πληθυσμούς με ανομοιογενή εθνολογική σύσταση. Καταρρίπτονται μύθοι, με τους οποίους γαλουχήθηκαν και οι δύο λαοί, και καταργείται κάθε απόλυτη, «μανιχαϊστική» διάκριση ανάμεσα στον καλό και στον κακό, στο δίκαιο και στο άδικο. Τα μηνύματα του βιβλίου ηχούν σήμερα περισσότερο επίκαιρα από ποτέ, καθώς οι εθνικιστικές εξάρσεις και η πομπώδης «πατριωτική» ρητορική εξακολουθούν να έχουν ένθερμους υποστηρικτές στο πεδίο της πολιτικής πρακτικής και της κοινωνικής ζωής. Η μέση οδός ανάμεσα στην ξενοφοβική και ρατσιστική αντιμετώπιση της πολυπολιτισμικότητας και στην άνευ ορίων και όρων αφομοίωση του Άλλου στο πολιτισμικά, γλωσσικά και θρησκευτικά κυρίαρχο είναι η ανθρωπιά και ο κοσμοπολιτισμός του γέροντα Ισμαήλ, ο οποίος δίκην στωικού σοφού, σε πείσμα των καιρών του, διακηρύσσει:

…Ένα ιμαρέτ είναι η γη. Το ιμαρέτ του Θεού. Κι εμείς οι φτωχοί, τα ορφανά και οι ταξιδιώτες της ζωής, που μας φιλοξενεί. Μας τρέφει, μας ανοίγει την αγκαλιά του, μας επιτρέπει να απολαύσουμε και να χαρούμε τη ζωή. Κι εμείς θαρρούμε πως το διαφεντεύουμε. Το μοιράσαμε, είπαμε «αυτός ο τόπος δικός μας, εκείνος δικός σας» κι ύστερα ορμήσαμε ο ένας στον τόπο του άλλου, χωρίς να νογάμε ότι δεν ανήκει σε κανέναν. Μας άφησε ο Θεός αυτό το ιμαρέτ να το διαχειριστούμε κι εμείς αρπάζουμε, κλέβουμε, αδικούμε, εκμεταλλευόμαστε, διεκδικούμε όλο και περισσότερα, μέχρι την ώρα που θα επιστρέψουμε το τομάρι μας εκεί όπου ανήκει, στο χώμα. Και θ’ αξίζει τότε με όσο ενός βοδιού ή ενός προβάτου, τίποτε παραπάνω.

 

ΣΤΟΝ ΑΣΤΕΡΙΣΜΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ

Φέτος, το 2015, οι Εκδόσεις Ψυχογιός, προχώρησαν στην επανέκδοση ενός βιβλίου που το περιβάλλει η αχλύ του «κλασσικού» στον χώρο της ελληνικής πεζογραφίας!

Πρόκειται για το πολύ αγαπημένο έργο “Ιμαρέτ” του Γιάννη Καλπούζου που έχει ήδη πουλήσει 100.000 αντίτυπα , έχοντας αποσπάσει Βραβείο Αναγνωστών του ΕΚΕΒΙ!

Ελάτε να περιηγηθούμε στην ιστορική Άρτα παραμονές της Ένωσης του 1880 μέσα από μια συγκινητική φιλία…

ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Η Άρτα του 1854 είναι ένα μωσαϊκό εθνοτήτων.
Εβραίοι, Μουσουλμάνοι, Χριστιανοί συνυπάρχουν αρμονικά παρά τις διαφορές και τις μικρές αψιμαχίες τους.
Άλλωστε, όλοι καταδυναστεύονται από τον ίδιο ζυγό της βαριάς φορολογίας του Σουλτάνου και όλοι ποθούν την ειρήνη.

Σε αυτό το πλαίσιο γεννιούνται μια βροχερή νύχτα δυο αγοράκια που- από τερτίπι της μοίρας- έμελλε να βυζάξουν το ίδιο γάλα:
Ο Λιόντος και ο Νετζίπ, ένα Τουρκόπουλο κι ένα Ελληνόπουλο, συνδέθηκαν ως αδελφοποιτοί με ισόβια φιλία- πέρα από σύνορα και εθνικά μίση.

Με επίκεντρο αυτή τη βαθιά φιλία, σκιαγραφείται μια πολυσύνθετη κοινωνία με τους καθημερινούς καημούς της και τις διαχρονικές ανισότητές της.
Ήθη, έθιμα, γλωσσικές ιδιαιτερότητες, γιορτές-παρελαύνουν σε ένα πολύχρωμο γαϊτανάκι.
Γύρω από τον Λιόντο και τον Νετζίπ, πλήθος προσώπων, όπως οι δίδυμοι Εβραίοι, ο τοκογλύφος, οι γυναίκες των ελευθέρων ηθών, η παθιασμένη χορεύτρια Καλίλα, οι φανατικοί εθνικιστές με το άσβεστο μίσος να παραμονεύει , ακόμη κι ενάντια στα αδέλφια τους….
Παράλληλα, αναδεικνύεται το δράμα των κολίγων με τη ζωή τους δέσμια του τσιφλικά και του “ίμορου”- προεικονίζοντας τον αγροτικό ξεσηκωμό μερικές δεκαετίες αργότερα…
Και καθώς ο Νετζίπ και ο Λιόντος ενηλικιώνονται, ξετυλίγονται φλογερά πάθη και προσωπικές τραγωδίες σε συνδυασμό με εθνικούς πόθους και ανακατατάξεις που θέτουν σε δοκιμασία την ιερή τους φιλία…

Και όλα κυλούν υπό το άγρυπνο βλέμμα του θυμόσοφου παππού Ισμαήλ, που σκεπάζει με την πνευματική του ζεστασιά τους δύο φίλους, κηρύττοντας την ομόνοια όπως η “φιλόξενη σκιά του Ρολογιού, που τους χωρά όλους…

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ
Το Ιμαρέτ δε χρειάζεται συστάσεις!
Ένα βιβλίο ύμνος στη φιλία και τη συναδέλφωση των λαών, χωρίς να “κάνει εκπτώσεις” όμως στην ιστορική αλήθεια!

Από την πρώτη του έκδοση στον οίκο του Μεταίχμιου έκανε θράυση στο αναγνωστικό κοινό με 100.000 αντίτυπα και τώρα ο Ψυχογιός μας το προσφέρει σε μια καλαίσθητη επανέκδοση!

Πρόκειται για ένα βιβλίο, που με τις πολλαπλές του αρετές, του δικαιούται τον τίτλο του κλασσικού!
Ο Γιάννης Καλπούζος χάρισε πραγματικά ένα “στολίδι” στην ελληνική πεζογραφία:
Δικαίως το Ιμαρέτ κατέχει μια θέση στο πάνθεον των σπουδαιότερων βιβλίων της Ελληνικής Λογοτεχνίας διαχρονικά, καθώς έρχεται να διακηρύξει ηχηρά μηνύματα ανθρωπισμού!

Το βιβλίο ξεκινά με τη γέννηση των δύο φίλων μια νύχτα βροχερή, βαμμένη με άδικο αίμα, που σηματοδοτεί μια οδυνηρή ορφάνια και στοιχειώνει ως το αναπάντεχο τέλος…

Έκτοτε η πλοκή εκτυλίσσεται μέσα από δυο εναλλασσόμενους μονολόγους,με αφηγητές τους δύο ετερόκλητους φίλους κι αυτό είναι ένα συγγραφικό εύρημα,όχι μόνο από τεχνικής απόψεως, αλλά κι από “ηθικής”, τηρώντας μια έντιμη στάση στην “άλλη πλευρά”, αυτή των Οθωμανών, που την ιχνηλατεί με αξιοθαύμαστη διεισδυτικότητα…

Μέσα από την αφηγηματική εναλλαγή του ο Καλπούζος παρουσιάζει και τις δύο συγκρουόμενες πλευρές, με αξιέπαινη αντικειμενικότητα και τις απαραίτητες υφολογικές διακυμάνσεις, αμβλύνοντας τις προκαταλήψεις :
Έτσι, με μοναδική δεξιοτεχνία το έργο ελίσσεται ανάμεσα στις αντίθετες νοοτροπίες Οθωμανών και Ελλήνων, στήνοντας μεταξύ τους γέφυρα τις ηθικές αρετές των δύο πρωταγωνιστών, που στέκονται στο ύψος της δυσεύρετης φιλίας τους…
Αυτή η παράμετρος του έργου μάς διδάσκει πολύ όμορφα την ενσυναίσθηση, δηλαδή τη δυνατότητα να αφουγκραζόμαστε το Διαφορετικό και να κατανοούμε τη δική του εκδοχή, για να συνθέσουμε έπειτα μαζί του μια δίκαιη κι αρμονική συνύπαρξη.

Ο Έλληνας Λιόντος και ο Τούρκος Νετζίπ, λοιπόν, μάς σεργιανούν, με τον δικό τους τρόπο, στην πόλη τους και την πολυτάραχη ζωή τους μέσα από ένα λαογραφικό πανόραμα, που ζωντανεύει μια εποχή ξεχασμένη, όσο και γοητευτική.

Η πρωτοτυπία όμως στο Ιμαρέτ του Καλπούζου είναι πως πραγματεύεται μια ιστορική περίοδο σχετικά άγνωστη στο ευρύ κοινό.
Συνήθως, τα ιστορικά μυθιστορήματα στην Ελλάδα επικεντρώνονται στην Κατοχή και στον Εμφύλιο ή έστω σε περιόδους με ηχηρά γεγονότα, όπως η Μικρασιατική Καταστροφή, η Επανάσταση του 1821 κι ενίοτε οΜακεδονικός Αγώνας ή οι ίντριγκες του Βυζαντίου.

Ο Καλπούζος τοποθετεί το έργο του στην τριακονταετία 1854-1881 παρακολουθώντας όλες τις πολιτικές ζυμώσεις μέχρι την Ένωση μέρους της Ηπείρου -και της Θεσσαλίας- με την Ελλάδα.
Επίκεντρο εδώ είναι η πόλη της Άρτας.
Ο συγγραφέας όμως δεν εστιάζει στην ..”εύκολη”, ελκυστική λύση του περιώνυμου γεφυριού με τον τραγικό θρύλο.
Αντιθέτως, παρουσιάζει μια πολυεπίπεδη συμβίωση και χαρτογραφεί πιθαμή προς πιθαμή κάθε κρυμμένη γωνιά της Άρτας- αφήνοντας το αποτύπωμα των ηρώων του σε κάθε σοκάκι, σε κάθε σπουδαίο οίκημά της, που παρουσιάζεται με ακρίβεια αρχιτέκτονα.
Με αυτό τον τρόπο ο Καλπούζος μεταδίδει την ιδιαίτερη ατμόσφαιρα της όμορφης πόλης με τις πολυποίκιλες κουλτούρες
Με τη ζωηρότατη εικονοπλασία, καθιστά αυτήν την περιήγηση στην Άρτα αληθινό βίωμα για τον αναγνώστη
ενώ με έναν… “μαγικό τρόπο” οι περιγραφές δε γίνονται βαρετές, καθώς συνδυάζονται με έντονα γεγονότα.

Στην ευελιξία του κειμένου συμβάλλουν οι ζωηρότατοι διάλογοι, που προσδίδουν φυσικότητα στους χαρακτήρες, επιτείνοντας τις εξελίξεις.

Ένα από τα ωραιότερα στοιχεία του βιβλίου είναι ο έρωτας, που προβάλλει σε όλη του ττην ομορφιά, αλλά και την τραγικότητα, καθώς αναμετράται με μίση,λάθη και αδυναμίες.
Υπογραμμίζεται η παράφορη όσο και… ποιητική του φύση, χωρίς εξιδανικεύσεις, κρατώντας αμείωτο το ενδιαφέρον και τη συγκίνησή μας, εμπεριέχοντας και το απαραίτητο συστατικό της ανατροπής…

Εκείνο που προσωπικά όμως με συγκλόνισε στο βιβλίο, είναι ο περίτεχνα δοσμένος πολιτικός του προβληματισμός, που στο επίκεντρο έφερε τους χειμαζόμενους κολίγους…
Σκλάβοι μιας άδικης νομοθεσίας οι αγρότες, δουλεύοντας τη γη τους νύχτα μέρα, και όμηροι πάντα των καιρικών φαινομένων, έβλεπαν τον στρατό και τη βία να επικυρώνουν μια ληστρική φορολογία που τους καταδίκαζε σε μια αναπόδραστη εξαθλίωση!
Κι ήταν μεγαλύτερος ο πόνος να βλέπουν στο ρόλο του δυνάστη εκτός από τη σκιά του Τούρκου, και Έλληνες, όπως ο διαβόητος, επιφανής τσιφλικάς Καραπάνος ή και την ίδια την Εκκλησία ακόμη!
Ο Γιάννης Καλπούζος, χωρίς καμιά εμπάθεια γίνεται αιχμηρός όσο πρέπει, αφήνοντας τα γεγονότα και τα βιώματα των δύο φίλων να καταδείξουν την κοινωνική αδικία.

Ακόμη είναι απολαυστικός ο τρόπος που ο συγγραφέας αποδομεί ένα κεφάλαιο που αφελώς είχε αναχθεί σε αντικείμενο λατρείας και εθνικού συμβόλου, ομοψυχίας για μια μερίδα πολιτών:
Η Βασιλεία γελοιοποιείται μέσα από αληθινά της πεπραγμένα κ υστερογραφα της Ιστορίας που καταδεικνύουν περίτρανα την ηθική της διαφθορά και τη στυγνή εκμετάλλευση του λαού και των πόθων του!

Ο αναγνώστης θα μείνει άφωνος και θα πλημμυρίσει δίκαιη αγανάκτηση κι από τους δυο αυτούς βασικούς πολιτικούς άξονες του βιβλίου.

Στο Ιμαρέτ όμως εκείνο που πραγματικά δεσπόζει είναι η γλυκιά φιγούρα του Τούρκου γέροντα Ισμαήλ…
Σε αυτόν συμπυκνώνεται όλο το μεγαλειώδες μήνυμα του βιβλίου.

Ο παππούς Ισμαήλ γίνεται μια στοργική παρουσία που σκεπάζει πατρικά όχι μόνο το Λιόντο και τον Νετζίπ , αλλά και την ψυχή του αναγνώστη.
Κάθε του λόγος απόσταγμα σοφίας, που πηγάζει από πανανθρώπινες αξίες.
Είναι η αυθεντική λαική ψυχή που καταφάσκει την ομορφιά της ζωής , γεμάτη αγάπη για τον Άνθρωπο και το Ωραίο.
Είναι προσωποποιημένος ο πόθος για συνύπαρξη και αλληλοπεριχώρηση μεταξύ όλων των ανθρώπων- μακρυά από ψευδεπίγραφους διαχωρισμούς!
Συναισθάνεται την πρόσκαιρη φύση των ανθρώπων και την ανάγει σε δίδαγμα αγάπης.
Διαθέτει την ευφυία της καλοσύνης και τη γενναιότητα των δοτικών ανθρώπων.
Με το παράδειγμά του γίνεται κήρυκας της ειρήνης, σε ένα πλαίσιο βίαιων ανακατάξεων και υποδαύλισης παθών, κι είναι μια μορφή που ο αναγνώστης θα την κουβαλά σαν ιερό πρόγονο και δάσκαλο στην καρδιά του.
Ο παππούς Ισμαήλ είναι η ψυχή του Ρολογιού, μετρώντας το χρόνο με δείκτη τις προαιώνιες αλήθειες της ζωής.

Θα τολμήσω να πω ότι το Ιμαρέτ σε γοητεία και σπουδαιότητα, προσεγγίζει τα Ματωμένα Χώματα της Διδώς Σωτηρίου:
Διαδραματίζεται κι αυτό σε τουρκοκρατούμενο έδαφος, όπου το ελληνικό στοιχείο διαπρέπει και βασικά πρόσωπα έχει άντρες, με τη Φιλία σε πρώτο πλάνο, όπως την ανέδειξε η αρχαιοελληνική παράδοση στον αρχετυπικό πλέον μύθο του “Δάμωνα και του Φιντία”…

Η σύγκριση όμως με τα Ματωμένα Χώματα κυρίως εδράζεται στο γεγονός ότι ΚΑΙ το Ιμαρέτ φέρει έναν βαρύνοντα κοινωνικό προβληματισμό παράλληλα με τον φιλειρηνικό του προσανατολισμό-αντιπαραβάλλοντας τους Μικρούς με τα Μεγάλα Συμφέροντα.
Ασφαλώς το Ιμαρέτ είναι λιγότερο χρωματισμένο πολιτικά από τα Ματωμένα Χώματα της σοσιαλίστριας Διδώς, έχοντας διαφορετική τοποχρονική αφετηρία…
Ωστόσο ατενίζει κοινό ορίζοντα: Toν ανθρωπισμό απέναντι στη μισαλλοδοξία.

Άλλωστε και το ΙΜΑΡΕΤ- όπως πολλά χρόνια πριν τα “Ματωμένα Χώματα”- μεταφράζεται στα τούρκικα ως ένα βιβλίο που πρέπει να ανακαλύψουν οι δυο λαοί και να διδαχθούν από αυτό.

Περιηγηθείτε λοιπόν στη γοητευτική Άρτα, παρέα με τον Τούρκο Νετζίπ και τον Έλληνα Λιόντο, μέσα από ένα βιβλίο- σταθμό στα ελληνικά γράμματα- από εκείνα που μας φέρνουν πιο κοντά στη γνώση και στον “εξανθρωπισμό μας!

 

ΤΖΩΡΤΖΙΝΑ ΚΟΜΖΙΑ

Το μυθιστόρημα Ιμαρέτ του Γιάννη Καλπούζου πραγματεύεται ένα μαγευτικό ταξίδι στην Άρτα, την περίοδο της Τουρκοκρατίας, όταν, ενώ η υπόλοιπη Ελλάδα είχε απελευθερωθεί, η Ήπειρος παρέμενε υποδουλωμένη. Ταυτόχρονα διηγείται τη ζωή μιας ομογάλακτης ελληνοτουρκικής φιλίας και τις συνθήκες της μικρής έως τότε κοινωνίας.

Οι περισσότεροι Έλληνες έχουν μια συγκεκριμένη πεποίθηση για εκείνα τα χρόνια, η οποία είναι κατά κύριο λόγο αρνητική. Ο Γιάννης Καλπούζος, σοκάροντας τους αναγνώστες, μιλά για την ειρηνική συμβίωση Μουσουλμάνων, Χριστιανών και Εβραίων. Αναπαριστά με μοναδικό τρόπο μια ολόκληρη εποχή με φόντο την περιπέτεια, την δράση, τον έρωτα, τις κωμικοτραγικές καταστάσεις, τη γλυκιά αλλά και πικρή ζωή, πάντοτε στη σκιά του οθωμανικού ρολογιού. Ταξιδεύει τους αναγνώστες στο άγνωστο παρελθόν τους, βυθίζοντάς τους σε ένα χείμαρρο συναισθημάτων που μόνο εκείνος μπορεί να αποδώσει σε λέξεις.

Ο ίδιος ο συγγραφέας προτείνει το μυθιστόρημά του, λέγοντας πως, μόνο αν γνωρίζεις καλά την ιστορία σου, μπορείς να απαλλαγείς από τις προκαταλήψεις και το φανατισμό που μας περνούν οι εξουσίες.

<< Σήμερα, που η ανάγκη της μετανάστευσης έχει αλλάξει τις κοινωνίες μας κι η συνύπαρξη είναι δύσκολη, όταν γνωρίζουμε, κοιτάμε τον διπλανό μας με πιο ανθρώπινο τρόπο >>

Θα συνιστούσα στον καθένα να διαβάσει το Ιμαρέτ, καθώς μέσα από καθημερινά γεγονότα σε μια μικρή πόλη της Ηπείρου, γράφεται η σπουδαία ιστορία της χώρας μας.

 

ΧΑΝΙΩΤΙΚΑ ΝΕΑ ΦΩΤΕΙΝΗ ΣΕΓΡΕΔΑΚΗ

“Ένα ιμαρέτ είναι η γη. Το ιμαρέτ του Θεού. Κι εμείς οι φτωχοί, τα ορφανά και οι ταξιδιώτες της ζωής, που μας φιλοξενεί. Μας τρέφει, ανοίγει την αγκαλιά του, μας δέχεται και μας επιτρέπει να απολαύσουμε και να χαρούμε τη ζωή.
Κι εμείς θαρρούμε πως το διαφεντεύουμε. Το μοιράσαμε, είπαμε «αυτός ο τόπος δικός μας, εκείνος δικός σας» κι ύστερα ορμήσαμε ο ένας στον τόπο του άλλου, χωρίς να νογάμε ότι δεν ανήκει σε κανέναν.
Μας άφησε ο Θεός αυτό το ιμαρέτ να το διαχειριστούμε, κι εμείς αρπάζουμε, κλέβουμε, αδικούμε, εκμεταλλευόμαστε, διεκδικούμε όλο και περισσότερα, μέχρι την ώρα που θα επιστρέψουμε το τομάρι μας εκεί όπου ανήκει, στο χώμα.
Και θ’ αξίζει τότε με όσο ενός βοδιού ή ενός προβάτου, τίποτε παραπάνω”.
Σελίδα 111-112
… Έχω το στίγμα του Γιάννη Καλπούζου, σε περίοπτη θέση της ευαισθησίας μου, μ’ εκείνα “τα χέρια που τα ‘δωσε στης μοναξιάς το δέντρο για κλαδιά” – παραφράζω – σ’ ένα τρυφερό και λυρικό μέλος, απολύτως ταυτισμένο με τον στίχο του δημιουργού.
Σήμερα διαβάζω, διάβασα χωρίς ανάσα – που λένε – τούτο το έξοχο βιβλίο, που, όχι τυχαία βεβαίως, το στεφάνωσαν οι αναγνώστες με το βραβείο τους!
Οι αναγνώστες, που, χιλιάδες επί χιλιάδων, έσκυψαν στις σελίδες του, κι ανταμώθηκαν με τις κυριότερες αρετές του Λόγου…
Αρετές, που “ορχιούνται” σ’ ένα ιστορικό μυθιστόρημα ενός ώριμου συγγραφέα.
Ενός συγγραφέα, πολύ γενναιόδωρου με την σκέψη του, όταν της δίνει μορφή με το λέξημα επί χάρτου… Την αμεσότητα, την εικόνα, την δυναμική της πλοκής.
Ένα έργο, με συναρπαστική πλοκή. Ενα έργο με θεατρική οικονομία και “ανεφέλωτα” πορτρέτα ηρώων. Ένα έργο που έχει προβολές στο σήμερα, και ας τοποθετείται στα μισά περίπου του 19ου αιώνα. Έναν ιστορικό καμβά, στον οποίο αναπτύσσεται η δράση με δομική συνέπεια.
Δράση απολύουσα τα αρώματα και τους χρωματισμούς του έθους, της συμπεριφοράς του Ερωτα, του οδυνηρού απρόοπτου, της ανάγκης, και κείνου του σημαντικού αρμού που συνδέει τρεις εθνότητες, με ό,τι τούτο σημαίνει, σε διασαλευμένα κοινωνικά σύνολα…
Έλληνες, Τούρκοι, Εβραίοι, σε αλισβερίσι είδους και συμφέροντος, όχι πάντα γόνιμο.
Τομές βαθιές στα εκκλησιαστικά και πολιτικά πράγματα του καιρού.
Περιγραφές διαυγείς, αμερόληπτες δεοντολόγες, με πολλές δεύτερες αναγνώσεις. Ωραία δουλειά, θαυμάσια δουλειά, από τις εκδόσεις Μεταίχμιο!
Η γονατισμένη Άρτα στην τουρκική βία της αδικίας και της βαρβαρότητας, πορεύεται μετά των ανόμοιων γνωρισμάτων της…
Τούτη η ωραία πατρίδα του, εμπνέει τον συγγραφέα.
Τούτη η ωραία πατρίδα του, αναδύεται Ιστορικά -με τον μύθο προσπορίζοντα- από την δίνη της διαδρομής της, εν μέσω εμποδίων.
“Όλα έχουν θέση στο ιμαρέτ του Θεού”, όπως λέει ο Καλπούζος με την συγκατάβαση της φρόνησης. Με την ωριμότητα της Αγάπης και την Αγάπη της ωριμότητας.
Εκτός από τους δύο φίλους – αλόφυλους τα παλληκαράκια Λιόντος και Νετζίπ που “μονογεννηθέντα” ανέπτυξαν τα αισθήματά τους στην “ομογάλακτη θρέψη” όλος ο ανθρώπινος αχταρμάς που συνιστά το γνώριμο παζλ της ανθρώπινης ύπαρξης εν τη σχέσει της, είναι εδώ!
Αγενής χλιδή και πικρή καθημερινότητα ίδρως των κολίγων παρέκει, να μουσκεύει τον κάμπο, κι ανταγωνισμός να τρέφει τη διαφωνία…
Όλα… Μάς τα παραχωρεί ο συγγραφέας, με ευθύνη και γνώση.
…. Το Ιμαρέτ στη σκιά του ρολογιού…
Είναι μια εξαιρετική προσφορά στους έλληνες αναγνώστες.
Μια εξαιρετική προσφορά στους έλληνες πολίτες.

 

 

 

livester.gr

Ένα εξαιρετικό ιστορικό μυθιστόρημα. Η Άρτα του 1854 έως την προσάρτησή της σε μια Ελλάδα που την περίμενε μάνα και αποδείχθηκε μητριά, όπως γράφει χαρακτηριστικά ο συγγραφέας. Ειλικρινά δεν ξέρω τι να πρωτογράψω και τι να πρωτοσχολιάσω. Πρώτα πρώτα οι χαρακτήρες είναι καταπληκτικοί: ολοκληρωμένοι, αναπτύσσονται και εξελίσσονται μαζί με την πόλη τους, ξεκάθαρα καλοί και ξεκάθαρα κακοί αλλά και κάποιοι με γκρίζες αποχρώσεις. Το λεξιλόγιο: πλούσιο, μεστό, γεμάτο περιγραφές, λέξεις ξεχασμένες ή προσαρμοσμένες πλέον στην καθημερινότητά μας.
Συνήθειες, ήθη και έθιμα χρόνων που επιζούν στην Άρτα από τότε. Αρμονική συγκατοίκηση Ελλήνων, Τούρκων και Εβραίων. Ναι, όλοι περιμέναμε την προσάρτηση των εδαφών στην Ελλάδα αλλά κανείς δε σκέφτηκε τους Τούρκους που γεννήθηκαν και έζησαν εκεί, αυτοί τι θα απογίνουν; (δεν εννοεί ο συγγραφέας τους κατακτητές αλλά τις οικογένειες που ήρθαν να εγκατασταθούν στα εδάφη αργότερα και σιγά σιγά έγιναν ένα με τος Έλληνες γείτονές τους). Το σεληνιακό ημερολόγιο που ακολουθούν οι Τούρκοι, το ηλιακό ημερολόγιο που ακολουθούν οι Έλληνες, το ρολόι να σημαίνει τις τουρκικές ώρες, τις οποίες οι Έλληνες προσαρμόζανε στη δική τους ώρα. Ένας μικρόκοσμος που παρ” ολ” αυτά δεν παύει να δοκιμάζεται από τις αποφάσεις των Μεγάλων Δυνάμεων και τις συνέπειές τους: ληστές, Αλβανοί κλπ.
Λαϊκοί θρύλοι και δοξασίες της περιοχής, αρχαιολογικά στοιχεία και μύθοι, παροιμίες, τα έθιμα του γάμου, ο τρόπος λειτουργίας των ελληνικών και τουρκικών σχολείων και πώς προσαρμόζανε τις διακοπές τους τα χριστιανόπουλα και τα τουρκόπουλα για να παίζουν μαζί. Οι Τούρκοι αναλφάβητοι αλλά να προσπαθούν για το καλύτερο των παιδιών τους. Και γύρω τους τσιφλίκια, ίμορος, φορολογίες και εισπράκτορες, αυθαιρεσίες και αδικία. Το κείμενο μας πάει ακόμη και στην Πόλη με μοναδικές περιγραφές που με συγκίνησαν βαθύτατα, μιας και εικόνες από αυτήν την πόλη έχω ακόμη στο μυαλό μου και θα έχω για πολύ καιρό ακόμη. Και μέσα σε όλα αυτά και γύρω από αυτά μια πανδαισία χαρακτήρων και προσώπων, αιτίων και αιτιατών.
Ο Νετζίπ και ο Λιόντος. Ο Νετζίπ, με τον αδερφό του Ντογάν που κατατάσσεται στον τουρκικό στρατό και προασπίζεται με σθένος και ζέση καθετί οθωμανικό, φτάνοντας σε σημείο να στραφεί εναντίον της ίδιας του της οικογένειας. Ο Νετζίπ με τις αδερφές του, και με τον καραγκιοζοπαίχτη αδερφό που γύρισε όλον τον κόσμο δίνοντας παραστάσεις Καραγκιόζη και στο τέλος έκλεψε τη σύζυγο του χειρότερου ανθρώπου στο χωριό, αίτιο σκωμμάτων και παιδικών σκανταλιών και από τον Νετζίπ και από τον Λιόντο! Ο Νετζίπ με τον σοφό παππού που με τους θρύλους και τις παραδόσεις που αφηγείται στα δυο παιδιά μας δίνει μια νοσταλγική και όμορφη εικόντα του χτες της Άρτας και που με το ένστικτό του και τη σοφία που τον διακατείχε προέβλεπε τις τελευταίες ανάσες του γίγαντα, της οθωμανικής αυτοκρατορίας.
Ο Λιόντος, γιος υφασματέμπορου, που γεννήθηκε την ημέρα της δολοφονίας του πατέρα του και αυτό το γεγονός τον κατατρύχει μέχρι το τέλος του βιβλίου όπου αποκαλύπτεται η τραγική αλήθεια και επιβεβαιώνονται κάποιες υποψίες, χάρη σε μια θαυματουργή εικόνα. Ο Λιόντος στηρίζει τη μητέρα του στο μαγαζί τους, ψάχνει να βρει δουλειά για να στηρίξει την οικογένειά του και το βιός του για να μην το πάρουν οι τοκογλύφοι, κατατάσσεται κρυφά στον ελληνικό στρατό, όμως η βία και ο παραλογισμός και η αναλγησία του ελληνικού κράτους που δεν μπορεί να συντηρήσει σωστά τους στρατιώτες ή να τους περιποιηθεί έστω όταν τραυματιστούν, η εμφύλια διαμάχη για τις τιμές και όχι για την ουσία, τον αναγκάζουν να γυρίσει πάλι κρυφά στην Άρτα. Χωρίς σε τίποτα να αλλάξει η φιλία του με τον Νετζίπ. Η φιλία των δυο παιδιών ποτέ δεν κλονίζεται, ποτέ δε φανατίζονται, πάντα με σκέψη και σύνεση αντιμετωπίζουν τα γεγονότα.
Κι όλα αυτά είναι λίγα σε σχέση με το κείμενο του μυθιστορήματος. Ένα σωρό γεγονότα, μύθοι, δοξασίες, περιπέτειες, δευτεραγωνιστές, φτιάχνουν έναν καμβά απίστευτο, ένα μεστό και πλούσιο μυθιστόρημα που πραγματικά το σέβεσαι και το αγαπάς. Η αγάπη του συγγραφέα για τον τόπο του, η μελέτη του, η πένα του, βγάζουν ένα έργο μοναδικό και από τα καλύτερα ιστορικά μυθιστορήματα που έχουν κουρνιάσει στα χέρια μου. Επιπλέον η αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο εναλλάξ υπό Λιόντου και Νετζίπ είναι ένα καλοδεμένο παζλ που επεξηγεί τυχόν σκοτεινά σημεία της προηγούμενης αφήγησης. Και φυσικά οι σκηνές αποχωρισμού των τουρκικών οικογενειών όταν προσαρτήθηκε η Άρτα στην Ελλάδα ήταν από τις πιο συγκινητικές. Σημαντικό επίσης είναι το γεγονός ότι η νέα αυτή έκδοση από τον Ψυχογιό έχει αναρτήσει τις σημειώσεις στην ίδια σελίδα και δε χρειάζεται ο αναγνώστης να προστρέχει στο τέλος του βιβλίου.
«Ιμαρέτ»: φιλανθρωπικό ίδρυμα που λειτουργούσε και ως πτωχοκομείο και ορφανοτροφείο.
«Ένα ιμαρέτ είναι η γη. Το ιμαρέτ του Θεού. Κι εμείς οι φτωχοί, τα ορφανά και οι ταξιδιώτες της ζωής, που μας φιλοξενεί. Μας τρέφει, ανοίγει την αγκαλιά του, μας δέχεται και μας επιτρέπει να απολαύσουμε και να χαρούμε τη ζωή. Κι εμείς θαρρούμε πως το διαφεντεύουμε. Το μοιράσαμε…κι ύστερα ορμήσαμε ο ένας στον τόπο του άλλου, χωρίς να νογάμε ότι δεν ανήκει σε κανέναν. Μας άφησε ο Θεός αυτό το ιμαρέτ να το διαχειριστούμε κι εμείς αρπάζουμε, κλέβουμε, αδικούμε, εκμεταλλευόμαστε, διεκδικούμε όλο κια περισσότερα, μέχρι την ώρα που θα επιστρέψουμε το τομάρι μας εκεί που ανήκει, στο χώμα. Και θ” αξίζει τότε με όσο ενός βοδιού ή ενός προβάτου, τίποτε παραπάνω» (σελ. 114-115).

 

 

ΙΜΑΡΕΤ – Συνεντεύξεις


http://www.artscript.gr ΜΑΙΡΗ ΒΑΝΔΩΡΟΥ

Ποιο ήταν το έναυσμα να ασχοληθείτε με τη λογοτεχνία;

Κατ’ αρχάς οι φίλοι και οι φίλες που με παρακίνησαν. Αν και έγραφα στίχους και σκάρωνα μικρές ιστορίες από νεαρή ηλικία, δεν είχα σκεφτεί ποτέ ότι θα γίνω συγγραφέας. Ύστερα, αναδύθηκε πιο έντονα μέσα μου η αγάπη για τον λόγο και θέλησα να αφήσω το δικό μου αποτύπωμα στα λογοτεχνικά πράγματα. Άλλοι το λεν φιλοδοξία. Προσωπικά προτιμώ τον όρο ματαιοδοξία, για να χαλιναγωγείται η περηφάνια που καραδοκεί με ποικίλες μορφές.

Ποιους συγγραφείς θαυμάζετε; (σύγχρονους ή παλαιότερους)

Θαυμάζω πολλά κείμενα πολλών συγγραφέων. Δεν είχα ποτέ κάποιο συγκεκριμένο πρότυπο.

Ποιες είναι οι δραστηριότητες του ελεύθερου χρόνου σας;

Επιδιώκω την καλή συζήτηση με φίλους, κάποιο ταξίδι όποτε είναι εφικτό, μια θεατρική παράσταση μια κινηματογραφική ταινία, ένα μοναχικό περίπατο, ένα καλό βιβλίο. Ωστόσο, σπανίως έχω ελεύθερο χρόνο.

Τα μυθιστορήματα σας έχουν έντονο το στοιχείο της ιστορίας χωρίς όμως να εντάσσονται στο «ιστορικό μυθιστόρημα». Σε αυτά φαίνεται ξεκάθαρα το ιστορικό πλαίσιο μέσα στο οποίο εξελίσσονται οι προσωπικότητες των ηρώων σας που πολλές φορές τους επηρεάζει. Πόσο σημαντική είναι για εσάς η ιστορία; Και επίσης όσων αφορά τα έργα σας προσπαθείτε να δώσετε και έναν διδακτικό χαρακτήρα;

Ιστορία σημαίνει προϋπάρχουσα γνώση, η οποία πρέπει να είναι ζητούμενό μας, και δέσιμο με ό,τι μας διαμόρφωσε σε σημαντικό βαθμό. Χωρίς ιστορία δεν έχουμε μνήμη. Χωρίς μνήμη, δεν έχουμε μέλλον.
Τα μηνύματα που περιέχουν τα βιβλία μου δεν καταχωρίζονται ως δίδαγμα. Ο αναγνώστης αφήνεται να εξαγάγει τα δικά του συμπεράσματα. Εάν αποβαίνει και σε δίδαγμα η ανάγνωση εξαρτάται από εκείνον. Από την πλευρά μου μ’ ενδιαφέρει να γεννηθεί ο προβληματισμός και ο στοχασμός.

Η γενέτειρα σας όχι απλά αναφέρεται σε κάποια έργα σας, αλλά είναι και το ευρύτερο σκηνικό που πάνω του κινούνται οι ήρωες σας. Είναι πηγή έμπνευσης για εσάς ο τόπος καταγωγής σας;

Η ψυχή μου χρωματίστηκε και ποτίστηκε από τον γενέθλιο τόπο, κατά τα παιδικά μου χρόνια. Τότε που κατά τη γνώμη μου κτίζονται τα βασικά χαρακτηριστικά και οι πρώτες προσλαμβάνουσες του ανθρώπου. Στα βιβλία μου υπάρχει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Από τις εικόνες μέχρι ανθρώπινους χαρακτήρες. Υπό αυτή την έννοια αποτελεί και πηγή έμπνευσης. Βεβαίως, σαν υπόβαθρο στα βιβλία μου χρησιμοποίησα την Άρτα στο “Ιμαρέτ” και κατά το ήμισυ στο “Ό,τι αγαπώ είναι δικό σου”. Και τα δυο μυθιστορήματα θα μπορούσε να διαδραματίζονται οπουδήποτε αλλού επικρατούσαν παρόμοιες συνθήκες. Η συγκινησιακή φόρτιση που ασκεί πάνω μου ο γενέθλιος τόπος, με ώθησε να τοποθετήσω εκεί τη μυθοπλασία τους.

Το βιβλίο σας «ΙΜΑΡΕΤ» πρόσφατα μεταφράστηκε στα τούρκικα. Πόσο σημαντικό είναι για έναν συγγραφέα το έργο του να ταξιδεύει εκτός συνόρων;

Κάθε συγγραφέας γράφει για να διαβαστούν τα βιβλία του. Όσο διευρύνεται το αναγνωστικό κοινό τους, τόσο επιτυγχάνεται και ο στόχος του συγγραφέα. Όταν, δε, ξεπερνούν τα σύνορα και τυγχάνουν αποδοχής από τους αναγνώστες μιας άλλης χώρας, αισθάνεται να δικαιώνονται ακόμη πιο πολύ οι κόποι του. Ωστόσο, στην περίπτωση της Τουρκίας μέλλει να αποδειχτεί η αποδοχή, καθώς μόλις προ δύο μηνών κυκλοφόρησε εκεί το “Ιμαρέτ”.

Αυτό τον καιρό γράφετε κάτι νέο; Αν ναι, θα θέλατε να μας δώσετε μια γεύση;

Εδώ και ενάμιση χρόνο γράφω ένα μυθιστόρημα με καμβά τον Πόντο και τους Ποντίους. Με μάτωσε και συνεχίζει να με ματώνει, μια κι έχω αρκετή δουλειά μπροστά μου.

Η οικονομική κρίση έχει επηρεάσει πολλούς συμπολίτες μας, θεωρείται ότι η λογοτεχνία είναι ένας τρόπος διαφυγής από την κρίση; (αν και στην Ελλάδα σε σχέση με τον υπόλοιπο κόσμο η κρίση δεν ωφέλησε την αναγνωσιμότητα).

Η λογοτεχνία είναι ψυχαγωγία, γνώση, επικοινωνία, τρόπος να κατανοήσει κανείς τον ίδιο του τον εαυτό και τον κόσμο. Σαφώς και μπορεί να ωφελήσει τον αναγνώστη. Όχι απαραιτήτως ως διαφυγή, αλλά κυρίως δίδοντάς του τη δυνατότητα μιας άλλης πρόσληψης της ζωής. Να μπορέσει να αντιμετωπίσει τη σκληρή πραγματικότητα με άλλο βλέμμα, πιο νηφάλια κι εν τέλει πιο αποτελεσματικά και ουσιαστικά, αφού τίποτε δεν προσφέρει ο φόβος, ο πανικός και η συναισθηματική κατάπτωση. Απεναντίας, επιτείνουν τα προβλήματα και κατατρώγουν την ψυχή και τον νου των ανθρώπων.
Όσο για την παρατήρησή σας ότι η κρίση δεν ωφέλησε την αναγνωσιμότητα σε σχέση με ό,τι συμβαίνει στον υπόλοιπο κόσμο, είναι μια πικρή και ακριβής διαπίστωση. Δυστυχώς το βιβλίο δεν ανήκει στις προτεραιότητες του Έλληνα, ώστε να τραβήξει κι άλλους κοντά του σε καιρούς οικονομικής ένδειας. Και φυσικά δεν είναι ζήτημα χρημάτων, δεδομένου ότι οι περισσότερες από τις βιβλιοθήκες παραμένουν έρημες. Δυστυχώς, ξανά, στην Ελλάδα δεν ανακαλύψαμε ότι η ανάγνωση είναι μια από τις μεγαλύτερες απολαύσεις της ζωής.

Σε ακραίες εποχές πολέμων, φυσικών, οικονομικών καταστροφών ο άνθρωπος εμφανίζει τον πραγματικό του εαυτό, οι καλοί γίνονται καλύτεροι, οι κακοί χειρότεροι, όπως βλέπουμε ότι συμβαίνει και στο βιβλίο σας. Στην Ελλάδα του σήμερα και της οικονομικής κρίσης παρατηρείται αντίστοιχες καταστάσεις;

Η λογοτεχνία συμπυκνώνει ή θέτει κάτω από τον μεγεθυντικό της φακό την πραγματικότητα, κι ας φαντάζουν ενίοτε ακραία ή υπερβολικά όσα πραγματεύεται κι επιδιώκει να αναδείξει. Ό,τι συμβαίνει στο ΣΑΟΣ υπάρχει καθημερινά δίπλα μας κι εντός μας, ενεργό ή εν υπνώσει, σε μικρότερη ή και σε μεγαλύτερη ένταση. Η διαφορά εντοπίζεται μονάχα στο άπλωμά τους στον τόπο και στον χρόνο. Δεν έχει παρά να αναρωτηθεί κανείς τι χαρακτηρίζει την κοινωνία μας: εκφυλισμός αξιών, απογύμνωση της ανθρωπιάς, πολυπραγμοσύνη και αμοραλισμός, εγωκεντρισμός και ιδιοτέλεια, αδιαφορία για την τέχνη και τον πολιτισμό, φανατισμός και μισαλλοδοξία, ρεμούλα, κομπίνα, μέσον και χαβαλές, διγλωσσία και λαϊκισμός, αγωνία και φόβος για το τι μας ξημερώνει αύριο και τόσα άλλα που παρελαύνουν στο ΣΑΟΣ φαινομενικά και συμβολικά στην ακραία τους μορφή.

 

FAQ

Ποιο ήταν το έναυσμα για να ασχοληθείτε με τη συγγραφή γενικότερα;

Έγραφα πάντα στιχάκια ή σκάρωνα παραμύθια και ιστορίες με μεγάλη ευκολία. Ώσπου τυχαία περιστατικά και άνθρωποι που βρέθηκαν στη ζωή μου με βοήθησαν να ανακαλύψω όσα έκρυβα μέσα μου και να τα καλλιεργήσω. Και πάνω απ’ όλα να αναδυθεί η αγάπη μου για τη γλώσσα, η οποία ως συνεκτικός και ουσιώδης κρίκος κάθε μορφής γραφής, αποτελεί για μένα την πεμπτουσία κάθε έργου μου και αντλώντας από το θησαυροφυλάκιο της, να οδηγούμαι σε νέα εκφραστικά και αισθητικά αποτελέσματα.

Ποια ήταν η πηγή έμπνευσης για το Ιμαρέτ;

Αρχικά παρακινήθηκα από την ιστορία ενός προγόνου μου, τον οποίον αιχμαλώτισαν 13 ετών οι Τούρκοι κατά την έξοδο του Μεσολογγίου και τον έφεραν σκλάβο στην Άρτα, όπου εξαγόρασαν την ελευθερία του οι καλόγεροι της Μονής Κάτω Παναγιάς. Μελετώντας την τοπική ιστορία και διαπιστώνοντας ότι το πολυφυλετικό και πολυπολιτισμικό περιβάλλον της Άρτας μού επέτρεπαν να γράψω για όλα όσα με ενδιέφεραν γεννήθηκε η ιδέα του Ιμαρέτ.

Είστε ποιητής, στιχουργός και πεζογράφος. Πόσο διαφέρουν αυτά τα τρία μεταξύ τους από δημιουργική άποψη; Ποιο σας «δυσκολεύει» περισσότερο;

Στον στίχο που προορίζεται για τραγούδι αναμετριέσαι με την αυστηρή φόρμα και την οικονομία του λόγου. Στο μυθιστόρημα προέχει η φαντασία και η λογική. Στην ποίηση προηγείται το συναίσθημα και έπεται -σχεδόν ταυτόχρονα- η λογική τακτοποιώντας σε κατανοητή σφαίρα τα γεννήματα της ενόρασης. Όλα σε θέλουν αφιερωμένο κι απαιτούν όλη σου την πνευματική ενέργεια και ενάργεια. Η συλλογή στοιχείων για το ιστορικό μυθιστόρημα έχει μια επιπλέον δυσκολία.

Ποιο είναι το πιο ενδιαφέρον σχόλιο, που ακούσατε ή διαβάσατε για το Ιμαρέτ;

Θα σας πω το πιο συγκινητικό. Σε μια τελευταία παρουσίαση στο Χαλάνδρι, μια αναγνώστρια μού είπε: Έφθασα στις τελευταίες σελίδες και καθυστερούσα την ανάγνωση για να μην τελειώσει το βιβλίο.

Τελικά, τι είναι αυτό που συγκινεί τους αναγνώστες σήμερα;

Όπως πάντοτε, το ταξίδι στην ονειρική πολιτεία του λόγου και της φαντασίας. Δεν υπάρχει συνταγή γι’ αυτό, ούτε συγκεκριμένες φόρμες, ούτε θεματολογία, ούτε είδη γραφής. Ακόμη κι αυτό που λέγεται για το ιστορικό μυθιστόρημα, είναι μύθος. Κυκλοφορούν εκατοντάδες χωρίς να καταφέρουν να αγγίξουν τους αναγνώστες.

Σε ποιόν απ’ τους ήρωες του βιβλίου έχετε δώσει περισσότερα στοιχεία απ’ το δικό σας χαρακτήρα;

Οι ήρωες μου έχουν τη δική τους ιδιοσύσταση και δεν φέρουν δικά μου χαρακτηριστικά. Εν μέρει, θα έλεγα πως στην νεαρή ηλικία μου μάλλον πλησίαζα προς τον Λιόντο, ενώ οδεύοντας στα πενήντα ελπίζω να αγγίξω τη σοφία του παππού Ισμαήλ, ο οποίος εκφράζει σε μεγάλο βαθμό και τη φιλοσοφία και κοσμοθεωρία μου για τη ζωή. Όμως η θεωρία απέχει πολύ από την πράξη.

Πόσο δύσκολη είναι η συγγραφή ενός ιστορικού μυθιστορήματος;

Πέρα από τη μελέτη και τη συγκέντρωση στοιχείων, εκείνο που καθιστά πολύ πιο δύσκολο το εγχείρημα είναι η μάχη να δαμάσει ο συγγραφέας το τεράστιο υλικό που συγκεντρώνει και να το εντάξει λειτουργικά στο κείμενο του. Να υπηρετεί, δηλαδή, και να προάγει τη μυθιστορία.

Το Βραβείο Αναγνωστών δημιουργεί μια προσδοκία στο αναγνωστικό κοινό για το επόμενό σας μυθιστόρημα. Σας αγχώνει αυτό;

Με γεμίζει δημιουργική ευθύνη. Εκλαμβάνω την προσδοκία αυτή ως θετική πρόκληση να δοκιμαστώ εκφραστικά και μυθοπλαστικά, ώστε να προσφέρω, ως αντίδωρο στη συγκίνηση που ήδη μου χάρισαν οι αναγνώστες, το μη αναμενόμενο που θα ξαφνιάσει ευχάριστα.

Το Ιμαρέτ θα μεταφραστεί και στην τουρκική γλώσσα. Πιστεύετε ότι ένα βιβλίο μπορεί να γεφυρώσει κατά μία έννοια, εθνικές διαφορές, δίνοντας μια πιο ανθρώπινη διάσταση στις σχέσεις των δύο λαών;

Πιστεύω πως θα επικοινωνήσουμε μέσα από τις σελίδες του με πολλούς Τούρκους αναγνώστες κι αυτό μπορεί να αποτελέσει μια κάποια γέφυρα. Βέβαια οι λαοί των δύο χωρών δείχνουν συνεχώς την ανθρώπινη διάσταση των σχέσεων, όπως μαρτυρούν οι περισσότεροι Έλληνες επισκέπτες στην Τουρκία, αλλά κι όπως έδειξαν παλαιότερα στους σεισμούς της προηγούμενης δεκαετίας με την ένθεν και ένθεν έμπρακτη συμπαράσταση. Όμως ένα βιβλίο δεν μπορεί να αγγίξει όσους μόνιμα απεργάζονται τη διχόνοια, το τυφλό μίσος και το φανατισμό κι εκεί βρίσκεται το μεγάλο πρόβλημα.

Το επόμενό σας βιβλίο θα είναι ιστορικό ή κάτι διαφορετικό;

Θα είναι κοινωνικό μυθιστόρημα με φόντο την ιστορία, όπως το Ιμαρέτ, σε άλλο τόπο και εποχή.

Απ’ τα τραγούδια που έχετε γράψει, ποιο είναι αυτό που σας εκφράζει απόλυτα και γιατί;

Ετούτο το ρεφρέν: «Εγώ λυγμών καρπός/εγώ ματαίων κόπος/εγώ ο άκτιστος ναός/ εγώ κρανίου τόπος/ και συ της γης φιλί/και συ της γης το σώμα/ με των ονείρων τη θηλή/ μου γλύκανες το στόμα» που μελοποίησε και ερμήνευσε ο Ορφέας Περίδης, γιατί συμβολίζει τον άντρα και τη γυναίκα και είναι γραμμένο τις μοναδικές στιγμές που καίγομαι από το ιερό πυρ και τη θεία μανία σε κατάσταση ενσυνείδητης παραίσθησης.

ΚΥΨΕΛΗ

Πώς είχατε την ιδέα για την συγγραφή του «Ιμαρέτ»;

Ξεκίνησα με αφορμή την ιστορία ενός προγόνου μου, τον οποίον αιχμαλώτισαν οι Τούρκοι κατά την έξοδο του Μεσολογγίου και τον έφεραν σκλάβο στην Άρτα όπου εξαγόρασαν την ελευθερία του οι καλόγεροι της Μονής Κάτω Παναγιάς, για να βρεθεί στην συνέχεια στα Τζουμέρκα. Αυτή την οικογενειακή ιστορία σκεφτόμουν να την κάνω μυθοπλασία. Έτσι άρχισα να ερευνώ την τοπική ιστορία. Διαπιστώνοντας κατόπιν ότι το πολυφυλετικό περιβάλλον της Άρτας και οι επικρατούσες συνθήκες στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων μού επέτρεπαν να γράψω για θέματα που με ενδιέφεραν και απηχούσαν στην δική μου κοσμοθεωρία, ενώ παράλληλα μπορούσαν να στείλουν μηνύματα στη σύγχρονη εποχή, εγκατέλειψα την αρχική ιδέα και προχώρησα στην συγγραφή του Ιμαρέτ.

Πώς βιώσατε την περίοδο συγγραφής του συγκεκριμένου μυθιστορήματος;

Η συγγραφή είχε να κάνει με δυο στάδια. Προηγήθηκε η έρευνα, η οποία κράτησε τρία χρόνια. Μελέτησα όλους τους περιηγητές που επισκέφτηκαν την περιοχή, κείμενα ιστορικά, θρησκευτικά και λαογραφικά ή βιβλία αναφορικά με τις βυζαντινές και κλασικές αρχαιότητες, την αρχιτεκτονική και το αγροτικό ζήτημα. Ακόμα φωτογραφίες, γκραβούρες και εφημερίδες και περιοδικά της εποχής και μεταγενέστερων χρόνων όπου δημοσιεύονταν διάφορες πληροφορίες ή κατέγραφαν όσα άκουσαν από διηγήσεις οι απόγονοι των Αρτινών της περιόδου 1854-1882. Επιπρόσθετα ερεύνησα στα Γενικά Αρχεία του Κράτους, σε λαογραφικά και ενδυματολογικά μουσεία και σε σχολικά αρχεία.
Όλο αυτό το τεράστιο υλικό με βοήθησε να μεταφερθώ σε κείνα τα χρόνια και να κατανοήσω την εποχή και τον τρόπο ζωής και σκέψης των ανθρώπων. Έπρεπε όμως και να το τιθασεύσω και να επιλέξω τι θα εντάξω στο κείμενο, ώστε να υπηρετεί την μυθοπλασία και να μην είναι απλή παράθεση λαογραφικών και λοιπών στοιχείων. Αφού αισθάνθηκα ότι είμαι έτοιμος να προχωρήσω άρχισα την συγγραφή και πλέον ζούσα μαζί με τους ήρωες μου σε μια παράπλευρη πραγματικότητα, λιγότερο στο σήμερα και περισσότερο στην Άρτα του 1854-1882. Έγινα ένα με τους ήρωες και την μυθοπλασία. Ό,τι συμβαίνει στο βιβλίο είναι σαν να το έζησα και στην πραγματική μου ζωή.

Ποιός νομίζετε ότι είναι ο βασικότερος λόγος για να διαβάσει κάποιος το «Ιμαρέτ»;

Οι αλήθειες, οι πανανθρώπινες αξίες και τα μηνύματα που περιέχει και μεταφέρει στην σύγχρονη εποχή, οι γνώσεις τις οποίες θα αποκομίσει ο αναγνώστης για μια άγνωστη εποχή και πάνω απ’ όλα γιατί πιστεύω ότι θα τον ταξιδέψει στον μαγικό κόσμο του λόγου και της φαντασίας.

Φαίνεται ότι εμπνέεστε από τον τόπο μας, τον πολιτισμό και τους ανθρώπους του. Πιστεύετε ότι μπορείτε με το συγγραφικό σας έργο να βοηθήσετε την περιοχή;

Η συγκινησιακή σχέση μου με τον γενέθλιο τόπο με οδήγησε να τοποθετήσω την μυθιστορία του Ιμαρέτ στην Άρτα, ενώ θα μπορούσε να διαδραματίζεται σε οποιαδήποτε πόλη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με αντίστοιχο πολυφυλετικό περιβάλλον. Το γεγονός ότι προβάλλεται ο τόπος, η ιστορία του και οι άνθρωποι μέσα από ένα πολυδιαβασμένο βιβλίο ωφελεί κατά την γνώμη μου ποικιλοτρόπως και την περιοχή. Αρκετοί αναγνώστες μου εκμυστηρεύτηκαν ότι ταξίδεψαν στην Άρτα αφού διάβασαν το Ιμαρέτ, άλλοι οι οποίοι ζουν στην Άρτα ότι αγάπησαν την πόλη τους, γιατί έναν τόπο τον αγαπάς περισσότερο όταν γνωρίζεις την ιστορία του, ενώ έγινε και η αφορμή να συντηρηθεί εν μέρει το τζαμί του Φαΐκ Πασά, το οποίο όταν πραγματοποιούσα την έρευνά μου κατακλυζόταν από βάτα. Πέρα από αυτά ενδέχεται κάποιοι νέοι συμπατριώτες συγγραφείς να παρακινηθούν και να παλέψουν σ’ αυτόν τον δύσκολο χώρο.

Στο βιβλίο υπάρχει έντονα η ιδέα της διαφορετικότητας και της συμβίωσης ανθρώπων μέσα σε μία πολυπολιτισμική κοινωνία. Πιστεύετε ότι η συνύπαρξη αυτή θα ήταν εφικτή στη σημερινή Ελλάδα;

Η αθρόα προσέλευση μεταναστών τα τελευταία χρόνια συντελέστηκε απότομα και με άναρχο τρόπο. Αποτέλεσμα αυτού του γεγονότος ήταν η ελληνική κοινωνία να βρεθεί απροετοίμαστη και χωρίς τα αναγκαία χρονικά περιθώρια προσαρμογής. Ωστόσο οι Έλληνες στην συντριπτική τους πλειοψηφία δεν εκδήλωσαν ρατσιστικές συμπεριφορές, πλην ορισμένων ακραίων στοιχείων. Αυτό με κάνει να αισιοδοξώ ως προς την δυνατότητα της συνύπαρξης, έχοντας και κατά νου ότι μέχρι πριν από λίγα χρόνια συνυπήρχαμε αρμονικά με όσους μετανάστες ζούσαν στην χώρα μας. Εάν υπάρξει πολιτική πρόνοιας και ενσωμάτωσης των μεταναστών όλα θα γίνουν πιο εύκολα. Βέβαια η συνύπαρξη δεν αφορά μονάχα την μια πλευρά. Ανάμεσα στους μετανάστες υπάρχουν και κείνα τα στοιχεία που κερδίζουν από την περιθωριοποίησή τους. Σε κάθε περίπτωση η πολιτεία μπορεί να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο προς κάθε κατεύθυνση, δίνοντας και έμφαση στο ζήτημα της παιδείας και της ανεκτικότητας εκατέρωθεν, δεδομένου κι ότι ο πολυφυλετικός χαρακτήρας των κοινωνιών του μέλλοντος είναι μονόδρομος σε παγκόσμια κλίμακα.

Τέλος, πείτε μας αν γράφετε κάτι αυτό τον καιρό. Πείτε μας δυο λόγια για το επόμενο έργο σας.

Εδώ και ενάμιση χρόνο μάχομαι με ένα νέο κοινωνικό μυθιστόρημα με καμβά την ιστορία, όπως το «Ιμαρέτ» και το «Άγιοι και δαίμονες». Ωστόσο είναι πολύ νωρίς για λεπτομέρειες γιατί πολλές φορές η Θεία μανία της έμπνευσης προστάζει αλλαγή πορείας.

 

ΔΙΑΒΑΖΟΥΜΕ

Ποιο είναι το αγαπημένο σας ρητό;

Ο θάνατος δεν μας αφορά. Γιατί όσο υπάρχουμε εμείς, δεν υπάρχει εκείνος. Κι όσο υπάρχει εκείνος, δεν υπάρχουμε εμείς. Του Επίκουρου.

Πως ξεκινήσατε να γράφετε;

Θα έλεγα ότι γράφω από πάντα, χωρίς να έχω σκεφτεί ότι θα γίνω συγγραφέας ή ποιητής. Έγραφα στίχους και τους χρησιμοποιούσα ως ερωτικό ελιξίριο ή σκάρωνα παραμύθια και προφορικές ιστορίες με μεγάλη ευκολία από παιδί. Το 1990 και το 1992 μετά από παρακίνηση φίλων τύπωσα δυο πρωτόλειες ποιητικές συλλογές, σε ιδιωτική έκδοση, και συνέχισα γράφοντας στίχους για τραγούδια από το 1995. Το ξεκίνημα μου στη λογοτεχνία έγινε μετά από την προτροπή φίλης μου να ασχοληθώ με τον πεζό λόγο. Έτσι έγραψα το πρώτο μυθιστόρημα «Ο μεθυσμένος δρόμος» που εκδόθηκε από τις εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα το 2000. Μετά την έκδοση αυτή στάλαξε στη ψυχή μου η φλόγα της λογοτεχνίας και πήρα πλέον στα σοβαρά τη γραφή. Γι’ αυτό θεωρώ ότι η ουσιαστική είσοδος μου στη λογοτεχνία έγινε το 2002 με τη συλλογή διηγημάτων «Μόνο να τους άγγιζα», που τυπώθηκε από τις εκδόσεις Κέδρος.

Το τελευταίο σας βιβλίο «Ιμαρέτ. Στη σκιά του ρολογιού», πως σας ήρθε η έμπνευση να το γράψετε;

Ξεκίνησα με αφορμή την ιστορία ενός προγόνου μου, τον οποίον αιχμαλώτισαν οι Τούρκοι κατά την έξοδο του Μεσολογγίου και τον έφεραν σκλάβο στην Άρτα όπου εξαγόρασαν την ελευθερία του οι καλόγεροι της Μονής Κάτω Παναγιάς. Αυτή την ιστορία σκεφτόμουν να την κάνω μυθοπλασία. Έτσι άρχισα να ερευνώ την τοπική ιστορία. Διαπιστώνοντας στη συνέχεια ότι το πολυφυλετικό περιβάλλον της Άρτας και οι συνθήκες που επικρατούσαν στην καθημερινή ζωή μού επέτρεπαν να γράψω για θέματα που με ενδιέφεραν και απηχούσαν στη δική μου κοσμοθεωρία, ενώ παράλληλα μπορούσαν να στείλουν μηνύματα στη σύγχρονη εποχή, εγκατέλειψα την αρχική ιδέα και προχώρησα στη συγγραφή του Ιμαρέτ.

Ποια είναι η πρώτη σκέψη που κάνετε το πρωί;

Η συνηθέστερη είναι ο θάνατος. Είναι ένας τρόπος να οπλίζομαι απέναντι στην ανθρώπινη ματαιότητα και να καταδικάζω τη ματαιοδοξία.

Το βράδυ με ποιες σκέψεις κοιμόσαστε;

Συνεχίζω να γράφω με το νου μου και να παιδεύω τους ήρωες μου.

Τι σημαίνει για εσάς έμπνευση;

Έμπνευση για μένα δεν είναι μια στιγμιαία ιδέα, αλλά να εισέλθω στην ατμόσφαιρα όπου νιώθω πως φτάνω στην εξαΰλωση και στη μετουσίωση. Είναι αποτέλεσμα ιεροτελεστίας. Προετοιμάζω το έδαφος να με επισκεφτεί η έμπνευση. Όπως ο νηστευτής, προκειμένου να κοινωνήσει των αχράντων μυστηρίων. Ακούω ηπειρώτικα τραγούδια, μπλουζ, τζαζ, διαβάζω ποιήματα ή κείμενα που μου αρέσουν και παράλληλα απομονώνομαι. Γίνομαι αναχωρητής των εγκοσμίων. Είναι οι στιγμές που το Θείο πυρ και η Θεία μανία γεννούν το κατακλυσμιαίο συναίσθημα, η ψυχή αφιερώνεται, δίνεται, και μεταβολίζεται ο έσω και ο έξω κόσμος. Εν ολίγοις περνώ σε διάσταση ενσυνείδητης παραίσθησης και τα γεννήματα του νου καταγράφονται με πυρετώδεις ρυθμούς στο χαρτί ωσάν να με καθοδηγεί αόρατο χέρι.

Τι είναι αυτό που σας γεμίζει και σας βοηθάει να συνεχίσετε το γράψιμο;

Η αγάπη μου για τη γλώσσα, οι στιγμές της δημιουργίας που με μπολιάζουν με το αναπάντεχο συναίσθημα και το ασύλληπτο της φαντασίας και βέβαια η αίσθηση ότι επικοινωνώ μέσα από τις σελίδες των βιβλίων μου με τους αναγνώστες.

Ποιο στοιχείο του χαρακτήρα σας δυσκολεύει τη γραφή σας;

Η εύθραυστη ψυχολογία μου. Αρκεί μια κακή σκέψη, μια δυσαρμονία να διαταράξει το δόσιμο της ψυχής μου για να με τιμωρήσει η έμπνευση με την απουσία της.

Πόσες ώρες την ημέρα γράφετε;

Όταν βρίσκομαι σε δημιουργική περίοδο γράφω τις καθημερινές από 6 έως 8 ώρες, ενώ τα Σαββατοκύριακα μέχρι και 18. Υπάρχουν βέβαια και μεγάλα χρονικά διαστήματα αγρανάπαυσης του νου.

Τι αγαπάτε στους ανθρώπους;

Την καλοσύνη, τον δημιουργικό διάλογο, τις αγαθές ψυχές, την αλληλεγγύη, την ανιδιοτέλεια, το πώς μεταβολίζονται τις στιγμές του κεφιού προτού φανούν τα αρνητικά αποτελέσματα της υπερκατανάλωσης οινοπνεύματος.

Τι δεν συγχωρείτε στους άλλους;

Το τυφλό μίσος, την αχαριστία, την υπέρμετρη φιλαυτία, την έπαρση, το υπερφίαλο που συνήθως έχουν οι μέτριοι, την ειρωνία.

Τι σημαίνει για εσάς ευτυχία;

Εσωτερική αρμονία, η οποία έρχεται μέσα από την κατάκτηση της σοφίας και της κατανόησης της ζωής. Ωστόσο η αρμονία δεν είναι εύκολο να επιτευχθεί στον επιθυμητό βαθμό, δεδομένου ότι η ατομική κατάσταση είναι άρρηκτα δεμένη με το συλλογικό γίγνεσθαι. Ιδιαίτερα στις μέρες μας που ολόκληρος ο πλανήτης είναι μια γειτονιά και οι πληροφορίες μας κάνουν κοινωνούς των προβλημάτων όλου του κόσμου. Πώς να νιώθεις ευτυχισμένος ή να βρίσκεσαι σε κατάσταση απόλυτης αρμονίας όταν υπάρχουν πόλεμοι, όταν η πείνα και οι αρρώστιες θερίζουν εκατομμύρια ανθρώπων και τόσα άλλα που συμβαίνουν στο ευρύτερο και στο κοντινό περιβάλλον του καθενός; Εσωτερική αρμονία, η οποία έρχεται μέσα από την κατάκτηση της σοφίας και της κατανόησης της ζωής. Ωστόσο η αρμονία δεν είναι εύκολο να επιτευχθεί στον επιθυμητό βαθμό, δεδομένου ότι η ατομική κατάσταση είναι άρρηκτα δεμένη με το συλλογικό γίγνεσθαι. Ιδιαίτερα στις μέρες μας που ολόκληρος ο πλανήτης είναι μια γειτονιά και οι πληροφορίες μας κάνουν κοινωνούς των προβλημάτων όλου του κόσμου. Πώς να νοιώθεις ευτυχισμένος ή να βρίσκεσαι σε κατάσταση απόλυτης αρμονίας όταν υπάρχουν πόλεμοι, όταν η πείνα και οι αρρώστιες θερίζουν εκατομμύρια ανθρώπων και τόσα άλλα που συμβαίνουν στο ευρύτερο και στο κοντινό περιβάλλον του καθενός;

Ποιο είναι κατά την άποψη σας το χειρότερο που μπορεί να συμβεί σε έναν άνθρωπο;

Να απωλέσει την ελευθερία του, με ό,τι μπορεί να σημαίνει αυτό σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο. Ακόμη, η απώλεια των παιδιών του, από τον βιολογικό θάνατο μέχρι το θάνατο της ψυχής τους που μπορεί να επιφέρει η εμπλοκή τους με τα ναρκωτικά ή με άλλες δραστηριότητες που εκφυλλίζουν την προσωπικότητα τους.

Τι χρειάζονται οι σημερινοί άνθρωποι για να είναι ευτυχισμένοι;

Να κατανοήσουν τη ζωή αντιλαμβανόμενοι το πεπερασμένο της. Να αποβάλλουν όλα τα μη αναγκαία που έγιναν αναγκαία μέσα από το προβαλλόμενο μοντέλο ευτυχισμένης ζωής και να αναζητήσουν μέσα από τη διαφορετικότητα του καθενός το δικό τους δρόμο προς τη σοφία και τις στιγμές που θα τους προσφέρουν αληθινή συγκίνηση και χαρά. Να κατακτήσουν την απλότητα και να μην κατατρώγονται από μικροπρεπείς συμπεριφορές, αδικίες, έχθρες και το στείρο κυνήγι της επίδειξης και του πλουτισμού.

Πως περνάτε τον ελεύθερο σας χρόνο;

Διαβάζοντας, ταξιδεύοντας, απολαμβάνοντας μοναχικές στιγμές, αλλά και επιδιώκοντας την ηδύτητα της συζήτησης.

Πείτε μας 3-5 βιβλία που επηρέασαν τη διαμόρφωση της προσωπικότητας σας και την πορεία του βίου σας.

Τα αποσπάσματα από «Τα ψηλά βουνά» του Ζαχαρία Παπαντωνίου και «Στον καιρό του Βουλγαροκτόνου» της Πηνελόπης Δέλτα, που μας διάβαζε στην τετάρτη Δημοτικού ο δάσκαλός μου Παναγιώτης Κώτσης και με μάγευαν στην ηλικία αυτή που δεν είχα άλλα λογοτεχνικά βιβλία. Κατόπιν, περί τα είκοσι μου, το «Άκου ανθρωπάκο» του Βίλχεμ Ράιχ, το «Γυμνό ψωμί» του Μωχάμετ Σουκρί, το «De profuntis» του Όσκαρ Ουάιλντ και το «Ο Γλάρος Ιωνάθαν Λίβινγστον» του Ρίτσαρντ Μπαχ.

Πείτε μας 3-5 βιβλία που προτείνετε ανεπιφύλακτα σε γονείς να διαβάσουν τα παιδιά τους ή στα παιδιά τους.

«Ο μικρός πρίγκιπας» του Σαίντ Εξυπερύ, «Ο πόλεμος των κουμπιών» του Λουί Περζό, «Ένα δέντρο μεγαλώνει στο Μπρούκλιν» της Μπέτυ Σμιθ, «Τα δελφινάκια του Αμβρακικού» του Ντίνου Δημόπουλου, «Το κόκκινο πουλί που το λέγαν Φλόγα» της Ελένης Πριοβόλου.

Πείτε μας 3-5 βιβλία που θα κρατούσατε αν έπρεπε να μείνετε σε ερημονήσι

«Εκατό χρόνια μοναξιά» του Μαρκές, «Αμοργός» του Γκάτσου, «Άξιον Εστί» του Ελύτη, «Το Θείο τραγί» του Σκαρίμπα, «Έγκλημα και τιμωρία» του Ντοστογέφσκυ.

3-5 βιβλία που διαβάσατε συστηματικά πάνω από μια φορά

«Χαμένα όνειρα» του Μπαλζάκ, «Ο κοτζάμπασης του Καστρόπυργου» του Καραγάτση, «Ο παίχτης» του Ντοστογιέφσκυ, «Απομνημονεύματα» του Μακρυγιάννη, «Ασκητική» του Καζαντζάκη.

3-5 βιβλία που ξεκινήσατε αλλά δεν καταφέρατε ποτέ να τα τελειώσετε

«Οδυσέας» του Τζαίημς Τζόυς, «Ηθική» του Σπινόζα, «Ο Δον κιχώτης» του Θερβάντες, «Το όνομα του ρόδου» του Ουμπέρτο Έκο.

Το βιβλίο που θα θέλατε να έχετε γράψει εσείς

«Η πάπισσα Ιωάννα» του Ροΐδη

Το βιβλίο που διαβάζετε αυτές τις μέρες.

Αυτόν τον καιρό γράφω και στα διαλείμματα διαβάζω διάφορους ποιητές.

 

ΔΩΔΩΝΑΙΑ

Ένας λογοτέχνης γεννιέται ή γίνεται;

Κατά τη γνώμη μου γεννιέται με εκείνα τα χαρίσματα που του επιτρέπουν να κτισθεί το ταλέντο, το οποίο πλάθεται κυρίως στην παιδική και εφηβική ηλικία. Έχει σημασία πώς ζωγραφίζεται η ψυχή του μέχρι τα δεκαοχτώ χρόνια και ποια είναι η ψυχοσύνθεση του και οι δυνατότητες της φαντασίας του. Πως εισπράττει όλα όσα συμβαίνουν γύρω του, πώς τα διηθεί, τα αναπλάθει και τα μεταβολίζει μέσα του. Ανεξάρτητα εάν αυτό γίνεται με συνειδητό ή ασυνείδητο τρόπο. Και φυσικά αυτό δε σημαίνει πως έχει εξαρχής γνώση του ταλέντου του. Ωστόσο το ταλέντο είναι όπως το ακατέργαστο διαμάντι. Εφόσον οι συγκυρίες και οι συνθήκες επιτρέψουν να το ανακαλύψει, απαιτείται καλλιέργεια, μελέτη, πολύ δουλειά και πάνω απ’ όλα σε βάθος παρατήρηση του έσω και έξω κόσμου.

Ποια ήταν η πρώτη σας εμπειρία με το γράψιμο; Γράφατε από παιδί;

Έγραφα πάντα στιχάκια ή σκάρωνα παραμύθια και ιστορίες με μεγάλη ευκολία, χωρίς να έχω σκεφτεί ποτέ ότι θα γίνω συγγραφέας ή ποιητής. Πιο πολύ σαν παιγνίδι ή ερωτικό ελιξίριο. Τυχαία περιστατικά και άνθρωποι που βρέθηκαν στη ζωή μου με βοήθησαν να ανακαλύψω όσα έκρυβα μέσα μου και να τα καλλιεργήσω. Και κυρίως να αναδυθεί η αγάπη μου για τη γλώσσα, από το θησαυροφυλάκιο της οποίας αντλώ την βαθύτερη ουσία που με οδηγεί στα όποια εκφραστικά και αισθητικά αποτελέσματα του έργου μου.

Ως μαθητής πώς ήσασταν; Το σχολείο σας άρεσε;

Μοιράζω τα μαθητικά μου χρόνια σε δυο περιόδους. Στο Δημοτικό, το οποίο μου άρεσε πάρα πολύ κι ήμουν άριστος μαθητής, και στο Γυμνάσιο και στο Λύκειο όπου η αγάπη μου για το σχολείο χάθηκε, ήμουν μέτριος μέχρι κακός μαθητής και βίωσα αυτά τα χρόνια ως τραυματική εμπειρία. Σ’ αυτό δεν φταίει μόνο το σχολείο και ο στείρος τρόπος της διδασκαλίας εκείνων των εποχών, αλλά και το γεγονός ότι αναγκάστηκα να φύγω από το χωριό μου και να ζήσω χωρίς τους γονείς μου αρχικά για δύο χρόνια σε ένα οικοτροφείο και στη συνέχεια με τ’ αδέρφια μου σε διάφορα χαμόσπιτα. Όπως βέβαια και τα περισσότερα παιδιά από τα ορεινά χωριά της Άρτας, με τη διαφορά ότι η δική μου ψυχοσύνθεση δεν μου επέτρεψε να προσαρμοστώ στις νέες συνθήκες. Γυρνώντας στα μαθητικά χρόνια, θυμάμαι την πρώτη και μοναδική επαφή μου με τη λογοτεχνία, καθώς δεν είχαμε βιβλία πέρα από εκείνα του σχολείου. Ήταν στην τετάρτη Δημοτικού όταν ο νέος δάσκαλος μάς διάβαζε τα ψηλά βουνά του Ζαχαρία Παπαντωνίου και τον καιρό του βουλγαροκτόνου της Πηνελόπης Δέλτα. Μαγευόμουν κυριολεκτικά και περίμενα με αδημονία να έρθει το Σάββατο να μας ξαναδιαβάσει ο κύριος Κώτσης, μιας και μονάχα μια φορά τη βδομάδα άνοιγαν οι μυστικοί ουρανοί αυτής της ανάγνωσης. Δυστυχώς έμεινε μόνο για ένα χρόνο. Είναι ευτύχημα να συναντά κανείς στα μαθητικά του χρόνια φωτισμένους Δασκάλους. Ωστόσο όλα είναι εμπειρίες και βιώματα και κτίζουν μέσα στον καθένα το δικό του κόσμο, μέχρι να τον ανακαλύψει και να οδηγήσει μονάχος του τα βήματά του.

Η έμπνευσή σας για το «Ιμαρέτ»;

Ξεκίνησα με αφορμή την ιστορία ενός προγόνου μου, τον οποίον αιχμαλώτισαν οι Τούρκοι κατά την έξοδο του Μεσολογγίου το 1826 και τον έφεραν σκλάβο στην Άρτα όπου εξαγόρασαν την ελευθερία του οι καλόγεροι της Μονής Κάτω Παναγιάς. Αυτή την ιστορία σκεφτόμουν να κάνω μυθοπλασία. Έτσι άρχισα να ερευνώ την τοπική ιστορία. Διαπιστώνοντας στη συνέχεια ότι το πολυφυλετικό και πολυπολιτισμικό περιβάλλον της Άρτας και οι συνθήκες που επικρατούσαν στην καθημερινή ζωή μού επέτρεπαν να γράψω για θέματα που με ενδιέφεραν και απηχούσαν στη δική μου κοσμοθεωρία, ενώ παράλληλα μπορούσαν να στείλουν μηνύματα στη σύγχρονη εποχή, εγκατέλειψα την αρχική ιδέα και προχώρησα στη συγγραφή του Ιμαρέτ.

Έχετε γράψει, επίσης, αρκετούς στίχους τραγουδιών. Πού οφείλεται αυτό; Η έμπνευσή σας από πού πηγάζει;

Έμπνευση κατά τη γνώμη μου είναι η κατάσταση που ο δημιουργός υπερίπταται του συνηθισμένου εαυτού του, μετουσιώνεται και προσεγγίζει το Θείο. Η διαδικασία της γραφής είναι για μένα ιεροτελεστία. Προετοιμάζω το έδαφος να με επισκεφτεί η έμπνευση. Όπως ο νηστευτής, προκειμένου να κοινωνήσει των αχράντων μυστηρίων. Ακούω ηπειρώτικα και παραδοσιακά τραγούδια, μπλουζ, τζαζ, διαβάζω ποιήματα ή κείμενα που μου αρέσουν και παράλληλα απομονώνομαι. Ωστόσο αυτό το Θείο πυρ και η Θεία μανία που φέρνει το κατακλυσμιαίο συναίσθημα δεν στέργει πάντοτε να με επισκεφτεί. Έχω περάσει πολλές νύχτες χωρίς να γράψω ούτε μια λέξη. Αρκεί μια σκέψη, μια δυσαρμονία, κάτι που θα διαταράξει το δόσιμο της ψυχής μου για να με τιμωρήσει με την απουσία της. Όταν όμως έρχεται, μεταβολίζεται ο έσω και ο έξω κόσμος και τα γεννήματα του νου καταγράφονται με πυρετώδεις ρυθμούς στο χαρτί ή σπανιότερα στον υπολογιστή ωσάν να με καθοδηγεί αόρατο χέρι.
Τυχαία περιστατικά ή η νομοτέλεια της ζωής με οδήγησε να γράψω στίχους για τραγούδι. Η στιχουργική, χωρίς να είναι πρόθεση μου, λειτούργησε ως άσκηση και μαθητεία μέχρι να περάσω στη λογοτεχνία. Πλέον η ποίηση και ο πεζός λόγος μονοπωλούν εδώ και χρόνια το ενδιαφέρον μου. Και το ένα και το άλλο απαιτεί αφιέρωση, γι’ αυτό και ποτέ δεν ασχολούμαι ταυτόχρονα. Όλα όμως είναι λόγος και το ένα είδος γραφής τροφοδοτεί το άλλο. Εκείνο το οποίο διαφέρει είναι οι στιγμές της δημιουργίας. Στο μυθιστόρημα, κι αφού προηγηθεί η έρευνα στην περίπτωση που απαιτείται, προέχει η φαντασία και η λογική, ενώ το συναίσθημα γεννιέται ανάλογα με την εξέλιξη της μυθιστορίας. Ωστόσο υπάρχουν και κει σπέρματα ποίησης. Στην ποίηση προηγείται το συναίσθημα και έπεται -σχεδόν ταυτόχρονα- η λογική, τακτοποιώντας σε κατανοητή σφαίρα τα γεννήματα της ενόρασης.

Τι θα λέγατε σ’ ένα μαθητή ή σε μια μαθήτρια που θεωρεί στο σχολείο το μάθημα της Λογοτεχνίας βαρετό και ανούσιο;

Στα δικά μου μαθητικά χρόνια δεν υπήρχε μάθημα λογοτεχνίας. Το γεγονός ότι σήμερα υπάρχει είναι από μόνο του πρόοδος. Όμως η λογοτεχνία χάνει τη γοητεία της όταν μπαίνει στο χειρουργικό κρεβάτι των αναλύσεων και αποστεώνεται από την ίδια την ουσία της η οποία είναι αυτό το ταξίδι στην ονειρική πολιτεία του λόγου και της φαντασίας. Μα και πάλι πιστεύω ότι οι φωτισμένοι Δάσκαλοι μπορούν να μεταφέρουν κάτι από την ομορφιά της λογοτεχνίας και να εμπνεύσουν τους μαθητές. Βέβαια δεν είναι καθόλου εύκολο να ανατρέψουν όσα ο οικογενειακός και γενικότερα ο κοινωνικός περίγυρος κάθε μαθητή τον εμποτίζει με την καθημερινή του πρακτική, τον τρόπο ζωής του και με όσα τον έχει πείσει ότι είναι σημαντικά και σπουδαία και οριοθετούν πλέον στο νου και στην ψυχή του τα πρότυπα της επιτυχίας ή της αποτυχίας. Σε κάθε περίπτωση θα έλεγα σ’ αυτούς τους μαθητές να διαβάσουν λογοτεχνία και να ανακαλύψουν μόνοι τους τη μαγεία της, αν και αυτό δεν είναι τόσο απλό για κάποιον που δεν έμαθε να διαβάζει. Θα πρέπει να του προταθεί για αρχή ένα βιβλίο που θα τον αγγίξει και θα τον συνεπάρει. Και σ’ αυτό οι καθηγητές που διδάσκουν λογοτεχνία μπορούν να βοηθήσουν με την κατάλληλη επιλογή, η οποία δεν μπορεί να είναι ίδια για όλους.

 

 

Φωτογραφίες Γκραβούρες της εποχής που διαδραματίζεται το ΙΜΑΡΕΤ

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Μεταφράσεις

Το εξώφυλλο του Ιμαρέτ στα πολωνικά

polski-230x368

 

Κυκλοφόρησε το 2014. Εκδοτικός οίκος: Ksiazkowe Klimaty

Το εξώφυλλο του Ιμαρέτ στα τουρκικά

 

turkish

Κυκλοφόρησε το 2015. Εκδοτικός Οίκος: Pena yayinlari

ΙΜΑΡΕΤ – Φωτογραφίες Διάφορα


Μαρίζα Βαρθολομιό

 

Βαρθολομιό 22-6-2015
Ταξιδεύοντας στην Άρτα, την Κωνσταντινούπολη και την Κύπρο του 19ου αιώνα με τα βιβλία του Γιάννη Καλπούζου:

Ιμαρέτ: Στη σκιά του ρολογιού
Άγιοι και Δαίμονες: Εις ταν Πόλιν
Ουρανόπετρα: Η δωδέκατη γενιά

    Ξέρετε … κάπου μέσα στο πλήθος ήμουν κι εγώ… κι όχι μόνο παραβρέθηκα, αλλά συμμετείχα στην υπέροχη εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε την Κυριακή, στις 21-06-2015, στο προαύλιο του σχολείου μας, του Γενικού Λυκείου Βαρθολομιού. Γεμάτος ο χώρος με κόσμο, ανθρώπους που βρίσκονταν εκεί για να ζήσουν μαζί μας την εξαιρετική αυτή βραδιά αφιερωμένη σε έναν σπουδαίο άνθρωπο που ξεχώρισε με την ήρεμη φωνή του, τη διακριτική του παρουσία και επιβλήθηκε με το έργο του.

    Ας μιλήσω βέβαια για το ξεκίνημα της γιορτής, τότε που πρωτοσυνάντησα, και γνώρισα, εγώ και οι συμμαθητές μου, τον κ. Γιάννη Καλπούζο. Ο ίδιος με χαμόγελο και ιδιαίτερη αφοσίωση παρακολούθησε την παράστασή μας, τα ποιήματα και τα τραγούδια, τους χορούς μας, τις αφηγήσεις και τα αποσπάσματα από τα βιβλία του «Ιμαρέτ», «Άγιοι και Δαίμονες», «Ουρανόπετρα». Η βραδιά τελείωσε με τα ευχαριστήρια προς όλους τους συμμετέχοντες.

Στο βήμα ανέβηκα κι εγώ ευχαριστώντας εκ μέρους όλων των παιδιών όσους στάθηκαν δίπλα μας, μας βοήθησαν και συνέβαλαν στην πραγματοποίηση αυτής της εξαιρετικής εκδήλωσης, τους αρωγούς μας. Ευχαριστήσαμε το Διευθυντή και τους καθηγητές μας, τον κ. Αποστολάτο και την κ. Παππά, συνοδοιπόρους σ’ αυτό το υπέροχο ταξίδι. Φυσικά και την κ. Αννίτα Λάκκα, υπεύθυνη της γιορτής, στην οποία οφείλουμε ένα μεγάλο ευχαριστώ για την «ιδέα» του προγράμματος, αλλά και τη γνωριμία μας με ένα σπουδαίο δημιουργό όπως ο Γιάννης Καλπούζος, πηγή έμπνευσης για κάθε δημιουργία μας.

Η παρουσία του στήριξη. Τον καλέσαμε στο βήμα. Αυτός, προσιτός και κοινωνικός, ιδιαίτερα επικοινωνιακός μα, πάνω απ’ όλα, χαρισματικός, μοιράστηκε μαζί μας όχι μόνο τις γνώσεις του αλλά και σημαντικές συμβουλές για την πορεία μας στη ζωή. Μας χάρισε στιγμές ενθουσιασμού, εικόνες και διδάγματα που ζωντάνεψαν στα μάτια όλων μας και μας άφησε παρακαταθήκη την ανάμνηση της βραδιάς. Την ανάμνηση ενός συγγραφέα-δημιουργού, σύμβολο ποίησης, λογοτεχνίας, σύμβολο ευτυχίας και γοητείας.

    Έτσι τελειώνει αυτή η βραδιά, με τον κ. Καλπούζο να χειροκροτά, να απαγγέλλει, να συγκινείται και να μας συγκινεί. Οι στιγμές μαζί του θα παραμείνουν ζωντανές μέσα από την ανάγνωση των βιβλίων του, το άκουσμα των στίχων του και τη σκέψη αυτού του καθημερινού αλλά τόσο ξεχωριστού ανθρώπου ως την παρουσίαση του νέου του βιβλίου στον τόπο μας.

    Θα θυμόμαστε πάντα : «Έχει δρόμο που ορίζεις την πατημασιά σου και δρόμο όπου σου την ορίζουν άλλοι. Στοχάσου και διάλεξε σε ποιον θέλεις να πατάς». Εμείς νομίζω πως μαζί του εκείνο το βράδυ επιλέξαμε τον δικό μας.

Σας ευχαριστούμε! Μαρίζα Λευκαδίτη (Μαθήτρια)

Βαρθολομιό

 

ΒΑΡΘΟΛΟΜΙΟ-1-768x576

 

 

Βιβλιογραφία Ιμαρέτ

 

 

Το Ιμαρέτ δώρο βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ στον Μητροπολίτη Μαρωνείας και Κομοτηνής

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ

ΚΑΛΠΟΥΖΟΣ

Αρέσει σε %d bloggers: