Κάποιοι δεν ξεχνούν ποτέ

 

Διηγήματα και μια παραλογή

Έκδοση Α΄

mono_na_tous_aggiza-2-350x504

Κάποιοι δεν ξεχνούν ποτέ – Διηγήματα και μια παραλογή

Έκδοση Β΄

ΦΩΤΟ ΚΑΠΟΙΟΙ

1. «Κάποιοι δεν ξεχνούν ποτέ». Στα μάτια μιας καλογριάς τα εικονίσματα παίρνουν τη μορφή του πρώην αγαπημένου της και παλεύει με τη λησμοσύνη, τον έρωτα, την αμαρτία και τη συνείδησή της, μέχρι που επεμβαίνει η ηγουμένη.

2. «Λουνέμα».

Το τυχαίο συμβάν φέρνει στον δρόμο του ήρωα την ιδανική γυναίκα στο πρόσωπο μιας τσιγγάνας, η οποία έχει την ικανότητα να ανιχνεύει τον εσωτερικό του κόσμο. Ψέμα ή αλήθεια; Ονειρικός πόθος ή απολογισμός πεπραγμένων; Όπως και να ‘χει, τα θέλω και τα πρέπει, οι συμβάσεις μιας διαμορφωμένης ζωής και οι αποφάσεις που πάρθηκαν ή όχι μεταβολίζονται σε ποιητικό και αφηγηματικό δρώμενο.

3. «Ο Κάδος».

Κάποιος άγνωστος κλείνεται σ’ ένα κάδο σκουπιδιών, ενώ ο ήρωας τον παρακολουθεί χωρίς να παρεμβαίνει. Η απόσταση απ’ τους άλλους, η άνοδος και η πτώση, η επιτυχία και η αποτυχία, το θήραμα και ο κυνηγός, η δημόσια εικόνα και η ιδιωτική, η απομόνωση και ο ατομικισμός, η ματαιότητα της ύπαρξης και το παμφάγο του ανθρώπου, η υποκρισία και η τρομολαγνεία, η τόσο διαφορετική πρόσληψη των γεγονότων και κατ’ επέκταση του κόσμου από τον καθένα κι εν τέλει ο ρόλος που, είτε το θέλουμε είτε όχι, μοιράζει για όλους ο σκηνοθέτης της ζωής.

4. «Μόνο να τους άγγιζα».

Στο εγκαταλειμμένο χωριό του επιστρέφει και περιφέρεται ολόγυμνος ο ήρωας. Μόνη υπαρκτή παρουσία μια γριά που συνομιλεί με όσους τα όνειρα τούς φέρνουν εκεί όπου τα πρωτοτάϊσαν. Η νοσταλγία, η ερήμωση των ορεινών χωριών, το παρελθόν μέσα από το νέο βλέμμα, η παντοτινή πατρίδα του ομφάλιου γενέθλιου τόπου.

5. «Χάντρα χάντρα».

Η διπλή ζωή ενός ναυτικού, ο οποίος καθώς πέφτουν μία μία οι χάντρες του κομπολογιού του αναθυμάται κι ένα συνταρακτικό γεγονός από τα περασμένα. Οι γλυκασμοί, το αγρίμι του πόθου, οι ενοχές. «Τι τα θες, άμα μπλέξει ο άντρας με δυο ψυχές, με δυο κορμιά, με δυο ονείρατα, εύκολα δεν ξεμπλέκει. Ό,τι κι αν κάμει κάποια θ’ αδικήσει. Το πιθανότερο και τις δυο».

6. «Βέβηλη επιλογή».

Η Guernica της φουρτουνιασμένης ψυχής του ήρωα μέσα από στιγμές και πρόσωπα της Ιστορίας που μπλέκονται σ’ ένα κυκλώνα αισθήσεων και παραισθήσεων και ενός ακραίου ερωτικού συναπαντήματος, του οποίου η κατάληξη παραπέμπει στην απελευθέρωση από τα δεσμά της σεξουαλικής επιθυμίας.

7. «Ο Φιλ».

O σερβιτόρος κι ένα ποτήρι ξεδιπλώνουν τις μεταξύ τους και όχι μόνο, σχέσεις εξουσίας, σατιρίζοντας ταυτόχρονα τις λογοτεχνικές φόρμες, αλλά και τις ανταγωνιστικές σχέσεις παλαιοτέρων και νεότερων ομότεχνων.

8. «Απόχρωση ονείρου».

Τα μάτια του ναύτη αλλάζουν ξαφνικά χρώμα και γίνονται γαλάζια. Ένα ταξίδι στις αποχρώσεις του γαλάζιου και στους δρόμους της ψυχής του ήρωα που αποφασίζει ν’ ακολουθήσει την ενόρασή του ενώ διαπομπεύεται απ’ το περιβάλλον του.

9. «Αγίασμα».

Μια γυναίκα, μισή πανέμορφη και μισή ανάπηρη που πλένει τα μαλλιά της μόνο με βροχόνερο, αντικρίζει τον περιφρουρημένο της κόσμο να γκρεμίζεται όταν υψώνουν πολυκατοικία στο διπλανό οικόπεδο. Οι φοβίες, η δύναμη της παραπλανητικής εικόνας, ο άγνωστος κόσμος όσων υπάρχουν δίπλα μας, η κοινωνική μειονεξία ως απότοκο των καθιερωμένων προτύπων περί του ωραίου.

10. «Ακινητισμός».

Σαρκασμός των πάσης φύσεως «-ισμών» και δογμάτων, καθώς ο ήρωας στέκεται ακίνητος για πενήντα έξι ώρες σε μια πλατεία. Συγχρόνως, η εκμετάλλευση του ονόματος σπουδαίων δημιουργών από νεότερους ομότεχνους, η μίμηση, η ανάγκη να ανήκει κανείς κάπου, η εξουσία της φήμης και η έλξη που ασκεί με όσα υπόσχεται.

11. «Όχι άλλα λάθη».

Με χιουμοριστική διάθεση παρουσιάζεται η μονότονη ζωή δύο πενηντάρηδων, οι οποίοι σπάνε τη μοναξιά τους με μια ιδιότυπη αλληλογραφία. Το παράπονο, η αντιζηλία και ο φθόνος που ενίοτε προκαλεί η απομόνωση και η μοναξιά, καθώς και η τραγικότητα που βιώνουν οι μοναχικοί άνθρωποι όταν δεν είναι επιλογή τους.

12. «Ο γκρεμός».

Στιγμιότυπα του παρελθόντος και του παρόντος με κέντρο τον γκρεμό – τόπο μαρτυρίου κι οδυνηρής λύτρωσης, μα και σύμβολο του σκοταδισμού – σκιαγραφούν την τραγική πορεία αιώνων ενός χωριού ή της Ελλάδας ή και ολόκληρου του κόσμου. Το σύγχρονο κατεστημένο αφ’ ενός αποσιωπά όσα συνέβησαν στον γκρεμό και αφ’ ετέρου συνεχίζει την ίδια εγκληματική δράση με σύνθημα: «Κι οι ποιητές επικίνδυνοι είναι!» Το θέμα εξελίσσεται με τον κεντρικό ήρωα να ξενυχτά επί τρία βράδια στο χείλος του γκρεμού, ενώ πέντε οργανοπαίχτες παίζουν ηπειρώτικα τραγούδια.

13. «Βαβυλωνία εξουσιών».

Ύστερα από ένα χωρισμό ο ήρωας περιφέρεται ως αλήτης στην επαρχία, όπου μέσα από διάφορα ευτράπελα περιστατικά αυτοσαρκάζεται και σαρκάζει τις ποικίλες μορφές εξουσίας και τους εξουσιαζόμενους, ενώ ο ίδιος σύρεται από τις επιλογές των άλλων άβουλος και αδιάφορος ν’ αντιδράσει.

14. «Το στοίχημα».

Δε θα μιλήσω για ένα μήνα, στοιχηματίζει ο ήρωας και στη συνέχεια αποπειράται να απεμπολήσει μία-μία και τις άλλες αισθήσεις του ως δοκιμασία εσωτερικής καταβύθισης και αυτογνωσίας. Το εγχείρημα προκαλεί ποικιλοτρόπως τους λοιπούς εργαζόμενους στο ίδιο γραφείο, καθώς αντιβαίνει στις δικές τους προτεραιότητες, και συνασπίζονται εναντίον του ανισόρροπου κατ’ αυτούς συναδέλφου. Ωστόσο η συνοχή τους διασπάται εμπρός στην επιμονή του, όπως θα μπορούσε να διαρραγεί το μέτωπο της καθεστηκυίας τάξης εάν δινόταν η μάχη της εσωτερικής καλλιέργειες με το ίδιο δημιουργικό πείσμα και την αφοσίωση του ήρωα.

15. «Στο τρίτο φλας».

Ο φωτογράφος μένοντας ανικανοποίητος απ’ τις καλλιτεχνικές του φωτογραφίες, αυτοπυροβολείται για να πετύχει το τέλειο εικαστικό αποτέλεσμα. Ο παροξυσμός της ταραγμένης ψυχής του δημιουργού, η αντίληψη των τρίτων, το βάπτισμα στο τρελό αίμα της τέχνης.

16. «Κακές συνήθειες».

Η κακή συνήθεια του ήρωα να χτενίζει τα μαλλιά του με τα χέρια και ο τρόπος που καπνίζει και πίνει τον καφέ του, τον φέρνουν αντιμέτωπο με το παρελθόν του. Παράλληλα αναμετράται με την έννοια του εφήμερου χρόνου, την ταχύτητα των ημερών μας και την επανάληψη πανομοιότυπων σκηνών σε διαφορετικές εποχές, ενώ εισχωρεί ως μυθοπλάστης στην ιδιωτική ζωή περασμένων γενεών. Δικαιούται να το κάνει κι ως ποιο σημείο;

17. «Αυξομειώσεις».

Μια ερωτική σχέση φθίνει, μια άλλη ανθίζει σιγά σιγά και μαζί ακολουθεί η φόρμα του διηγήματος με τις αναφορές στις δύο γυναίκες να αυξομειώνονται αντίστοιχα ως έκταση κειμένου.

18. «Το κάστρο του παραλόγου».

Ο ήρωας, αποκλεισμένος στον χώρο του, φαντασιώνεται σε στιγμές έκστασης ότι βρίσκεται σε κάστρο όπου πολιορκείται από στρατούς, θρησκείες, ερωτικά πάθη και γλυκές μουσικές. Η σοφία της ζωής και του θανάτου∙ ο πόλεμος που εισέρχεται με κάθε μορφή ανταγωνιστικής διεκδίκησης στις ψυχές και στον λογισμό∙ το κληροδοτούμενο μίσος, η αγριότητα, τα Σόδομα και τα Γόμορρα της ανθρώπινης πορείας∙ η αίσθηση της αθανασίας και ο εξοστρακισμός του πεπερασμένου της ζωής∙ η θεά φύση που δεν κρίνει και δεν επεμβαίνει∙ η γυναίκα-ζωή.

19. «Επίλογος».

Το κλίμα του ψυχισμού του συγγραφέα μέσα στο οποίο γράφτηκαν τα διηγήματα, εν είδει ιστορίας. Η σύντροφός του εκλαμβάνει τη μέθη της έμπνευσης ως αρρώστια και καλεί ασθενοφόρο. Συνάμα αφήνεται αιχμή προς όλους εκείνους που πιστεύουν ότι τα γεννήματα μιας εμπνευσμένης ψυχής μπορούν να ερμηνευτούν με τυπικούς κανόνες. «Νόμιζες πως θα μ’ αναλύσουν τα μηχανήματα».

20. «Ο λύκος».

Μια σύγχρονη παραλογή. Με αφηγηματικό ποιητικό λόγο ξεδιπλώνεται η ιστορία ενός έρωτα που δε βρίσκει ανταπόκριση. Ώσπου ο θανάσιμα γητεμένος, ξεστομίζει: «Αφού εγώ δε σ’ έχω, να μην είσαι κανενός!»

54

Κάποιοι δεν ξεχνούν ποτέ -Εκδόσεις Ψυχογυιός

Κριτικές


ΑΓΓΕΛΟΣ ΠΕΤΡΟΥΛΑΚΗΣ – ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ

Το διήγημα είναι ίσως το δυσκολότερο άθλημα της πεζογραφίας. Απαιτεί από τον συγγραφέα προσήλωση στο ελάχιστο. Δεν συγχωρεί χαλάρωση, ούτε ανιχνεύσεις στο άπειρο. Αναγκάζει τον συγγραφέα ό,τι έχει να δώσει, να το δώσει σύντομα και πυκνά. Με γραφή συμπυκνωμένη δηλαδή.

Στον χώρο του ελληνικού διηγήματος μπορεί να εντοπίσει κανείς μαργαριτάρια. Γραφές που ξεχωρίζουν για την ευαισθησία τους και για την πρωτοτυπία τής αφήγησης. Γραφές ιδιαίτερα εσωτερικές, που μπορούν και να είναι εξομολογήσεις τού συγγραφέα, καθώς διακατέχεται από τη συνεχή αγωνία να ορίζει τη θέση του μέσα στον χρόνο.

Ένα όμοιο κόσμημα ήρθε, προσφάτως, στα χέρια μου. Πρόκειται για το «Κάποιοι δεν ξεχνούν ποτέ», του Γιάννη Καλπούζου, συγγραφέα του πολυδιαβασμένου «Ιμαρέτ» και άλλων γόνιμων μυθιστορημάτων («Σέρρα», «Ό,τι αγαπάω είναι δικό σου» κ. ά.).

Πρόκειται για επανέκδοση του «Μόνο να τους άγγιζα», δεκαπέντα χρόνια μετά την έκδοση του «Κέδρου» (την οποία και ανακάλυψα κάπου στα πάνω – πάνω ράφια της βιβλιοθήκης), που όμως έχει εμπλουτιστεί «ποικιλοτρόπως» κατά τη σημείωση του συγγραφέα με «ένα νέο διήγημα και μια σύγχρονη παραλογή».

Με συνεπήρε από την πρώτη φράση τού πρώτου διηγήματος, που έχει δώσει τον τίτλο του και στο βιβλίο: «Ήταν έρωτας οδοστρωτήρας». Φανερόν ή κεκαλυμμένο, τον συνάντησα πολλές φορές τον έρωτα στο «Κάποιοι δεν ξεχνούν ποτέ». Και θανατηφόρο επίσης. Όπως συνάντησα την ψυχή του συγγραφέα να ξεγυμνώνεται, έτσι όπως μόνο μέσα από ένα διήγημα μπορεί.

Εσωτερικοί μονόλογοι, χαμηλόφωνες εξομολογήσεις. Ενδοσκοπήσεις που συγκλονίζουν. Ο εξωστρεφής συγγραφέας τού «Σέρρα», πλήρως μεταλλαγμένος, εμφανίζεται σε μια συνεχή καταβύθιση, καθώς αναζητά το στίγμα του σε σχέση με τη ζωή. Ή, καθώς προσπαθεί να αναπλάσει το σημαντικό σε τίποτα και το αντίστροφο. «Γιατί το σημαντικό πολλές φορές κρύβεται μέσα στο ασήμαντο» (Ο Φιλ). Γιατί η ζωή, από μόνη της, είναι άπειρα σημαντική, έστω κι αν εκφράζεται από την περιέργεια ενός απατημένου συζύγου, ν’ αναγνωρίσει ένα πρόσωπο που πολλά χρόνια πριν υπήρξε εραστής τής συζύγου του («Γιατί υπάρχουν δόκανα που τα σέρνεις απάνω σου κι ας μην το ξέρεις. Σ’ έχουν δαγκωμένο, μα, για όσο τα ξεχνάς, δε σε πονάνε. Όμως αλίμονο αν τα θυμηθείς. Σε σφάζουν δυο και τρεις και δεκατρείς φορές. Σε μακελεύουν» (Κακές συνήθειες).

Σε όλα τα διηγήματα της συλλογής, κυρίαρχο στοιχείο είναι ο στοχασμός. Ο εσωτερικός μονόλογος. Η αντιμετώπιση του εαυτού και το μέτρημά του σε σχέση με τον κόσμο, σε σχέση με την αφηγηματική τού πόνου: «Να τιμάς την οδύνη των άλλων, μα και τη δική σου…Ποιο είναι το κατάλληλο ένδυμα για να υποδεχτείς το δάκρυ; Να σταθείς απέναντι στην ψυχή του άλλου; (Μόνο να τους άγγιζα).

Ο Γιάννης Καλπούζος μάς παραθέτει έναν κόσμο ψυχογραφημάτων χωρίς ομπρέλα. Όλα είναι γυμνά: Ψυχή, αισθήσεις, σκέψεις, διαλογισμοί. Όλα είναι στην αρχή τού πλανητικού τους κόσμου. «Νόμιζα ότι θα πολτοποιήσω τη θλίψη μου. Ωστόσο αυτή έσταζε κι άπλωνε. Σκουριά στο χιόνι» (Αυξομειώσεις).

Επέλεξα να διαβάζω ένα διήγημα τη μέρα. Επέλεξα μια ανάγνωση εντελώς σχολαστική, με πισωγυρίσματα κι επαναλήψεις. Συνάντησα έναν άλλο Καλπούζο. Που ήθελε να μιλήσει σε μια γλώσσα καταδική του, μια γλώσσα με προσωπικούς κώδικες και σιωπές λαλίστατες. Συλλογίστηκα πως αυτά που διάβαζα μήπως ήταν αυτά που ήθελε πάντα να γράφει, σαν αντίλογο στις μεγάλες ιστορίες που μέχρι τώρα μάς έδινε.

Οι συγγραφείς, σκέφτομαι, έχουν περισσότερες από μια προσωπικότητες. Πώς αλλιώς θα μπορούσαν να επιβιώσουν στο εργαστήρι τους κυνηγώντας τις λέξεις; Πώς αλλιώς θα μπορούσαν να γεννούν πρόσωπα, να μεταπλάθουν τη ζωή; Και, αναρωτιέμαι μήπως κάποιες φορές γράφουν και στα περιθώρια των σελίδων που έχουν ολοκληρώσει. Αν αυτό συμβαίνει – υποθέτω – είναι γιατί από τον κύριο κορμό των μυθοπλασιών, αποσπούν εκείνα τα σημάδια που οδηγούν τον αναγνώστη στις πιο δικές τους ώρες. Δύσκολες οι δημόσιες εξομολογήσεις.

«Έκλαιγες. Κρυβόσουν κι έκλαιγες. Για να μη σε δω. Μα πώς; Αφού σε κρατούσα μέσα μου. Έκλαιγες κι ούτε σκέφτηκες ότι έβρεχε την ώρα που με βρήκες. Λησμόνησες πως οι κεραυνοί έρχονται με τη βροχή, σηκώνουν μέσα μου πυρετό και με στέλνουν να μαζέψω το μέλι των γκρεμών. Ξέχασες ότι έτσι γράφονται τα διηγήματα»(Επίλογος).

Η τελευταία φράση έκρυβε την απάντηση που γύρευα διαβάζοντας τα όντως αριστοτεχνικά διηγήματα του Γιάννη Καλπούζου. Από τις πιο ερωτικές εξομολογήσεις που πασχίζουν να κρυφτούν σε λέξεις αδιάφορες. Ένας ψίθυρος που θέλει να συναντήσει μια υπερήφανη στάση πόνου.

Οι ανατροπές, οι συμβολισμοί, το φαντασιακό, το παράλογο (που εμφανίζεται ξεκάθαρα στο τελευταίο κείμενο, ποιητικό, μια εκδοχή παραλογής που κινείται μετά εξασύλλαβου και εικοσασύλλαβου στίχου), το ανείπωτο.

Ο Γιάννης Καλπούζος κατέθεσε μια γενναία άποψη για ένα δύσκολο είδος γραφής, σμιλεύοντας μια έκφραση απόλυτα προσωπική και σαφώς σημαντική.

 

ΕΛΕΝΗ ΠΛΑΚΙΔΑ

Η ανάγνωση ενός λογοτεχνικού έργου είναι συνδημιουργία – ο συγγραφέας και ο αναγνώστης του. Εγώ ως αναγνώστης και ο συγγραφέας ως συμμέτοχοι σε μία πράξη ενεργή στην οποία με καλεί με όπλα τη φαντασία, τη σκέψη, το στοχασμό και την ανάγνωση – όχι πάνω στις γραμμές – αλλά μέσα και πίσω από αυτές – να τον ακολουθήσω.
Μία συλλογή διηγημάτων διαφέρει πολύ από ένα μυθιστόρημα. Στα διηγήματα και με τα διηγήματα ο συγγραφέας σου αλλάζει γρήγορα – πολύ γρήγορα – παραστάσεις και εικόνες και βιώματα. Αυτό κατάφερε άψογα (όπως πάντα, δεν είναι κάτι που με εκπλήσσει) να κάνει ο Γιάννης Καλπούζος με το “Κάποιοι δεν ξεχνούν ποτέ”.
Με έντυσε με το ράσο της καλογριάς, να παρακολουθώ την ηρωίδα του (ανώνυμη – δεν είναι τυχαίο – θα μπορούσε να είναι η καθεμία) να εξουσιάζεται από τη μορφή του αγαπημένου και να την ορίζει δια μέσου της εικόνας. Χάθηκα στους δύσβατους λόγγους της σκέψης της, κράτησα το “αβγατίζει ο πόνος, όταν είσαι πονεμένος και σου λένε πως θα ξεχάσεις”, έφυγα με πίστη και δέος για όσους μένουν πιστοί για πάντα – τι κι αν είναι ψευδαίσθηση; Μπορεί κι όχι…
Από ένα μπαλκόνι στην Αθήνα είδα έναν κάδο ν’ αδειάζει, έναν άνθρωπο να χάνεται, μέτρησα τους ιδιωτικούς μου σεισμούς και τους φόβους μου, κατάλαβα την αμφισημία του πάνω και του κάτω και είδα τη ζωή να κυλά στην καθημερινότητα και τη ρουτίνα της. Και τότε έγινα βάβω κι είπα “μου λείπει μόνο που δεν μπορώ να τους αγγίξω. Να τους σφίξω στον κόρφο μου.” Κι ήθελα να γίνω η ανάστροφη της παλάμης της, να μαζέψω το δάκρυ της, γιατί όταν έχεις νιώσει την οδύνη, ξέρεις να τιμάς και την οδύνη των άλλων.
Μέτρησα σε δώδεκα χάντρες – Χάντρα χάντρα – τη ζωή ενός ανθρώπου. Τι νομίζεις; μου ‘πε ο Γιάννης Καλπούζος. Φτερουγίζει η ζωή και πάει! Και πάει… Και με πάει σ’ άλλες ιστορίες και καταδύσεις στις ψυχές των ανθρώπων που κρύβουν μέσα τους το καλό και το κακό, λίγο από παράδεισο και λίγο από κόλαση. Κι εγώ να βρίσκομαι εν εγρηγόρσει, να παρατηρώ, να αναλύω συμπεριφορές, να εστιάζω σε χαρακτήρες, να ξεφεύγω σε δύσκολες ατραπούς, να ξεφεύγει ο νους, να αλλάζουν χρώμα τα μάτια, να βρίσκω σαν από μηχανής διέξοδο τα όνειρα, να ακροβατεί επικίνδυνα η σκέψη και η ύπαρξη, να αχολογάει το ιππικό της ψυχής, να αποκτώ απόχρωση ονείρου και … όλα αυτά με ένα λόγο ποιητικό. Έντονη η αίσθηση του ποιητικού λόγου και του ποιητή Γιάννη Καλπούζου σε αρκετά διηγήματα. Αυτό το θείο πυρ και η θεία μανία της έμπνευσης που τον κατακλύζει όταν γράφει ποίηση, ενυπάρχει και στον πεζό του λόγο που σπάει τα στεγανά του και ακροβατεί κυνηγός του ασύλληπτου, της ασύλληπτης εικόνας και του ασύλληπτου κειμένου (σκέφτομαι ότι είναι ο μυρεψός Τζανής του εις ταν Πόλιν και μας χαρίζει το μύρο του δημιουργικού του πόθου, για να γίνουμε κι εμείς κυνηγοί του ανέμου). Ποίηση και πεζός λόγος σε αγαστή συνεργασία. Αυτό σημαίνει καλός συγγραφέας και ο Γιάννης Καλπούζος είναι καλός συγγραφέας (και σίγουρα δεν περιμένει εμένα να το πω).
Μαζί με τη Θεώνη του λούστηκα με βροχόνερο και νόμισα ότι ήταν αγίασμα για μεταλαβιά – άλλωστε ο καθένας μας δεν έχει τους δικούς του άγιους και δαίμονες; Μειδιώντας αμφίσημα εισχώρησα στη θεωρία του “Ακινητισμού” και αναρωτήθηκα μήπως όφειλα να εφεύρω διώκτες – ερώτημα που με απασχολεί εδώ και καιρό… Αρκετοί έχουν εφεύρει και δεν ξέρω γιατί.
Είδα τη μοναξιά – ταυτόσημη – σε δύο διαμερίσματα στην ίδια πολυκατοικία, τις ανθρώπινες σχέσεις, την προς τα έξω εικόνα μας που τελικά την πιστεύουμε και οι ίδιοι. Κι ο κύκλος των χαμένων ποιητών να “ρίχνεται στον γκρεμό” γιατί ενοχλεί. Και στα δικά μας χρόνια τα σακάτικα, είθισται να δολοφονούν τους ποιητάς… Γιατί είναι επικίνδυνοι.
Οι εξουσίες εναλλάσσονται στη Βαβυλωνία κι ο υποτακτικός επιτελεί σημαντικό έργο γιατί συντηρεί την εξουσία αλλά και την εξουσιάζει. Και να φοβάσαι τον υποτακτικό όταν γίνει εξουσιαστής. Ζόρικες θεωρίες, κύριε Καλπούζο. Κι ο Ματθαίος με έπεισε να γίνω πειραματόζωό του στην προσπάθεια της εσωτερικής του καταβύθισης και παρακάτω ο νους να παίρνει σκοτάδι και το μέσα με το έξω να σμίγει και να πιάνομαι στα δόκανα που σέρνουμε πάνω μας και η θλίψη να μην πολτοποιείται αλλά να στάζει και ν’ απλώνει. Και τότε έμαθα ότι η διαφορά μας από τα δέντρα είναι ότι εκείνα θέλουν να κρατηθούν γερά στη γη κι εμείς να αποκοπούμε κι ας είμαστε πλασμένοι από χώμα.
Δύσκολο είδος τα διηγήματα. Πώς να χωρέσεις τα πάντα σε λίγες σελίδες; Ο συγγραφέας να αφουγκράζεται τους κεραυνούς του, να νιώθει τον πυρετό του και να μαζεύει το μέλι των γκρεμών. Ναι, έχετε δίκιο, κύριε Καλπούζο. Έτσι γράφονται τα διηγήματα. Κι εσείς μπορείτε να μαζεύετε το μέλι των γκρεμών, για να κοινωνήσουμε κι εμείς απ’ αυτό.

Ελένη Πλακίδα φιλόλογος

ΜΠΑΜΠΗΣ ΔΕΡΜΙΤΖΑΚΗΣ

Εξαιρετικά διηγήματα ενός εξαίρετου μυθιστοριογράφου

Μετά το τελευταίο του μυθιστόρημα «Σέρρα, η ψυχή του Πόντου», που τόσο συνάρπασε πόντιους και μη, ο Γιάννης Καλπούζος επανεκδίδει τα διηγήματά του, που εκδόθηκαν το 2002 από τις εκδόσεις «Κέδρος» με τον τίτλο «Μόνο να τους άγγιζα», εμπλουτισμένα με ένα διήγημα και μια παραλογή.

Στη μικροκλίμακα του διηγήματος διαπιστώνουμε πολύ καλύτερα αυτό που είχαμε διαπιστώσει στα μυθιστορήματά του: την πλούσια φαντασία του. Εδώ μάλιστα αυτή εκφράζεται καλύτερα γιατί του επιτρέπει να παίξει με το φανταστικό και με οριακές καταστάσεις που αιχμαλωτίζουν αμέσως το αναγνωστικό ενδιαφέρον, κάτι που δεν είναι εύκολο στο ιστορικό μυθιστόρημα με το οποίο έχει κυρίως καταπιαστεί. Το «Σάος, παντομίμα φαντασμάτων», κι αυτό σε δεύτερη έκδοση, μυθιστόρημα όχι ιστορικό, δείχνει επίσης την πλούσια φαντασία του με τη σύνθεση μιας σουρεαλιστικής πλοκής.

Τα περισσότερα διηγήματά του, ιδιαίτερα αυτά που βρίσκονται στην αρχή, θα μπορούσαμε να τα χαρακτηρίσουμε σαν σονάτες για πιάνο και βιολί. Το πιάνο, ο κύριος χαρακτήρας, έρχεται σε επαφή, σε σχέση, σε σύγκρουση, με το βιολί, τον δεύτερο χαρακτήρα. Αν υπάρχουν άλλα πρόσωπα αυτά είναι απλές φιγούρες.

Στο πρώτο διήγημα που δίνει και τον τίτλο στη συλλογή, η παρατημένη από το φίλο της κοπέλα κλείνεται σε μοναστήρι. Προσπαθεί να ξεχάσει. Όμως δεν μπορεί. Ζωγραφίζει την εικόνα του αγαπημένου της σαν να ήταν εικόνισμα. Σουρεαλιστική η πλοκή, εικονογραφεί καίρια το παρακάτω:

«Αγάπη με ημερομηνία λήξης δεν υπάρχει, τουλάχιστον από τα πριν γραμμένη. Αλλιώς δεν μπορεί να γίνει καν η αρχή» (σελ. 18).

Και το διήγημα τελειώνει με την ηγουμένη να μονολογεί.

«Πού ξέρεις, μπορεί να βρεθεί μια μέρα και κάποια που δεν θα ξεχάσει ποτέ» (σελ. 20).

«Η Λουνέμα» είναι ένα ερωτικό διήγημα, κάτι σαν αντιστροφή του «Η παρθένα και ο τσιγγάνος» του Ντέηβιντ Χέρμπερτ Λώρενς. Αυτή είναι τσιγγάνα.

Στον «Κάδο» έχουμε έναν παρατηρητή που βλέπει με έκπληξη κάποιον να τρυπώνει σε ένα κάδο. Μήπως ψάχνει για τροφή;

Καθόλου. Εξάλλου το διήγημα γράφηκε πριν την κρίση, και τελειώνει με τον αφηγητή να υποθέτει:

«Γι’ αυτό εκείνος πέταξε τον εαυτό του. Ίσως φοβόταν να βουτήξει από τον τρίτο όροφο» (σελ. 36).

Το φανταστικό του «Μόνο να τους άγγιζα» που έδωσε τον τίτλο στην πρώτη έκδοση μου θύμισε τον «Πέδρα Πάραμο» του Χουάν Ρούλφο. Οι νεκροί μπορεί να στοιχειώνουν τη φαντασία μας, αλλά και να εμφανίζονται σαν παραισθήσεις.

Το «Χάντρα χάντρα» μου θύμισε τον παππού μου, τον Γιάννη το Ζωγραφάκη. Όχι, αυτός δεν ήταν ναυτικός αλλά ξενιτεύτηκε στην Αργεντινή, κάπου το 1915. Μήπως έκανε κι αυτός εκεί άλλη οικογένεια; Γιατί κάποια στιγμή ξέχασε τη γιαγιά μου.

Στη «Βέβηλη επιλογή» έχουμε πάλι έναν άνδρα και μια γυναίκα, σε ένα φρικιαστικό, απροσδόκητο φινάλε.

Το φανταστικό του «Φιλ» θυμίζει Κάφκα. Ένας άντρας και ένα ποτήρι, ένα ποτήρι που μιλάει.

Στην «Απόχρωση ονείρου», ένα επίσης σουρεαλιστικό διήγημα, το πιάνο είναι ένας άνθρωπος που αποφάσισε να μπαρκάρει. Δεν υπάρχει βιολί αλλά όργανα ορχήστρας δωματίου, οι άλλοι ναυτικοί. Αντιγράφουμε το παρακάτω, σαν δείγμα ποιητικής γραφής.

«Και να με τώρα εδώ. Να εμβολίζει η πλώρη τη συμμαχία ουρανού και θάλασσας. Να εισχωρεί στην αμφικτιονία των σαπφείρινων και κυανών εκτάσεων. Να ισορροπεί ανάμεσα στην οροφή του υγρού στοιχείου και στην κάτοψη του σύμπαντος επί γης» (σελ. 75).

Στο «Αγίασμα» έχουμε πάλι έναν άντρα και μια γυναίκα. Κάποια στιγμή θα γίνουν ζευγάρι, όμως καθόλου τυπικό.

Ο «Ακινητισμός» είναι και αυτό ένα σουρεαλιστικό διήγημα, που έχει αλληγορικό-σατιρικό χαρακτήρα. Διαβάζουμε:

«Θυμήθηκα και τον Νταλί που έβγαζε βόλτα έναν αστακό. Ναι, ορισμένα πράγματα δεν πρέπει να τα ξεχνά κανείς ποτέ. Το παράδοξο τέρπει τα βλέμματα και ελκύει την προσοχή» (σελ. 107).

Προφανώς τον έβγαλε βόλτα με τα πόδια και όχι με το αυτοκίνητό του. Παρεμπιπτόντως, ένας τρόπος να μην ξεχνάς πράγματα που διαβάζεις είναι να τα αντιγράφεις, όπως έκανα εγώ τώρα.

Στο «Όχι άλλα λάθη» έχουμε πάλι ένα ντούο, με δυο παντρεμένους και χωρισμένους που ζουν στην ίδια πολυκατοικία. Αμφιθυμικές σχέσεις τους χαρακτηρίζουν. Στο τέλος θα βρουν τρόπο να καταπολεμήσουν τη μοναξιά τους, όχι όμως πριν βρεθούν και οι δυο στο νοσοκομείο. Αντιγράφουμε την ατάκα:

«…και μόνο να έχει κάποιος να περιμένει κάτι είναι λόγος να κρατηθεί στη ζωή» (σελ. 116).

Ακόμη και τον Γκοντό.

«Ο γκρεμός» είναι πολυφωνικό, με έναν όμως κεντρικό ήρωα. Συναρπαστικά εγκιβωτισμένα επεισόδια και ανατροπές το κάνουν από τα κορυφαία της συλλογής. Θα μπορούσα να το φανταστώ γυρισμένο σε ταινία, ακόμη και μεγάλου μήκους. Εγώ πέταξα την ιδέα, ελπίζω να βρεθεί κάποιος.

Στη «Βαβυλωνία εξουσιών» έχουμε πάλι μια μεγάλη ανατροπή. Τώρα που το σκέφτομαι, Γιάννη, μήπως θα έπρεπε να ασχοληθείς και με το σενάριο;

«Το στοίχημα» είναι επίσης ένα σουρεαλιστικό διήγημα. Εδώ έχουμε πιάνο και έξι άλλα όργανα, τους έξι φίλους του κεντρικού ήρωα με τους οποίους στοιχηματίζει. Και πάντα κερδίζει. Όχι για το ποια ομάδα θα κερδίσει αλλά, να αναφέρουμε ένα από τα στοιχήματα, να κάνει ένα μήνα χωρίς να μιλήσει.

«Στο τρίτο φλας» έχουμε μια πρωτότυπη αυτοκτονία. Συναρπαστικό και αυτό. Θυμήθηκα ένα βιβλίο, ενός ιταλού, που αναφερόταν σε πρωτότυπους τρόπους αυτοκτονίας. Στην κριτική που διάβασα γι’ αυτό μου έμεινε το παρακάτω.

Ένας πάμπλουτος καλεί τους φίλους του σε ρεβεγιόν. Τους ξεναγεί στον κήπο του, όπου βρίσκεται ένα κλουβί με ένα λιοντάρι. Μπροστά στα έκπληκτα μάτια τους ανοίγει την πόρτα του κλουβιού και μπαίνει μέσα. Το λιοντάρι τον κατασπάραξε. Το είχε αφήσει για μέρες νηστικό.

Τα ιταλικά μου είναι καλά, είπα να το αγοράσω αλλά μετάνιωσα. Άσε λέω, να μη μου μπαίνουν ιδέες.

Τι γίνεται όταν συναντάς κάποιον που κάπου τον ξέρεις, όμως δεν θυμάσαι πού, και ξαφνικά θυμάσαι, και η ανάμνηση που έχεις είναι εντελώς δυσάρεστη; Αυτή είναι η περίπτωση ενός από τους δυο ήρωες στο «Κακές συνήθειες».

Διαβάζουμε:

«Άμα ο άλλος θέλει κάτι κι εσύ δε θέλεις τίποτα, πάντα βρίσκεται σε πλεονεκτικότερη θέση. Στέκει ένα σκαλί παραπάνω από σένα κι έτσι σου επιβάλλεται» (σελ 180).

Θα το έχετε περάσει.

Το «Αυξομειώσεις» εικονογραφεί τους γνωστούς στίχους «Μην απελπίζεσαι, και δεν θ’ αργήσει, κοντά σου θα ’ρθει μια χαραυγή, καινούργια αγάπη να σου ζητήσει, κάνε λιγάκι υπομονή».

Από αυτό αντιγράφουμε την παρομοίωση:

«Έτρεχα σαν τους πολιτικούς πίσω από τις κάμερες, μην τύχει και ρίξει απάνω μου το βλέμμα της» (σελ. 186-187).

Από το τελευταίο διήγημα, το «Κάστρο του παράλογου», που κάτι μου λέει ότι είναι το διήγημα που προστέθηκε, αντιγράφω:

«Βελόνι που καρφώθηκε στο κορμί, κυλά στις φλέβες κι όλο το μαγνητίζει η καρδιά. Να της φέρει κάποτε το θάνατο» (σελ. 194).

Από τις προειδοποιήσεις της μητέρας μου: «κοίταξε μη σου καρφώσει βελόνα». Ήμουν τρομοκρατημένος στα παιδικά μου χρόνια με αυτή την προειδοποίηση.

Μετά τον de profundis επίλογο ακολουθεί η παραλογή. Μιλάει για ένα «ματωμένο γάμο». Και ενώ στον Καλπούζο ρέει ο ιαμβικός δεκαπεντασύλλαβος (παραθέτουμε παρακάτω αυτούς που εντοπίσαμε), εδώ χρησιμοποιεί τον ελεύθερο στίχο.

Ευφάνταστος, πληθωρικός, ποιητικός, πρωτότυπος, είναι κρίμα που ο Καλπούζος εγκατέλειψε ολότελα το διήγημα για χάρη του μυθιστορήματος. Ελπίζουμε να επανέλθει.

Και, όπως πάντα (ή σχεδόν πάντα) ακολουθούν οι ιαμβικοί δεκαπεντασύλλαβοι.

Τα χέρια της ζωγράφιζαν ξανά το πρόσωπό του (σελ. 10)

Να δένεσαι, να λύνεσαι, κι όλο δεμένος να ’σαι (σελ. 26)

Μονάχος του αν θα πεταχτεί, όχι να τον τραβήξουν (σελ. 35)

Κι είχε αδειάσει μέσα μου το φορτηγό του κόσμου (σελ. 53)

Χόρευα στο δωμάτιο αντάμα με αγγέλους (σελ. 53)

Χαμήλωσε η οροφή, χτύπησα στο ταβάνι (σελ. 53)

Φαλλοί αιωνίως κυνηγοί, μα και κυνηγημένοι (σελ. 61)

Αν και ασκούσα πάνω του απόλυτη εξουσία (σελ. 68)

Και ξαφνικά μια αναλαμπή σάρωσε το γυαλί του (σελ. 70)

Απ’ το μπαλκόνι μου έβλεπα μονάχα ένα κλάσμα (σελ. 75)

Ακαριαία τινάχτηκα και πάλι προς τα πάνω (σελ. 78)

Είχε απλωθεί στη γειτονιά κι όλη τη συνοικία (σελ. 91)

Πήρα πάλι τη θέση μου στο κέντρο της πλατείας (σελ. 105)

Στον Άγιο Ιλάριο, στον φύλακα άγγελό μου (σελ. 119)

Τρία μερόνυχτα σχεδόν στην κορυφή της ράχης (σελ. 127)

Του έδειξα τα δόντια μου κι έπιασα να γαβγίζω (σελ. 142)

Τίποτα δε μου θύμιζε κι έκανα μια γκριμάτσα (σελ. 179)

Το χέρι της στο στέρνο μου κι έψαχνε την καρδιά μου (σελ. 189)

Νερό που εξατμίζεται και εξάτμιση του χρόνου (σελ. 197)

Κι ένας ανάπαιστος: Κουβαλούσα το ασήκωτο βάρος του πόθου (σελ. 53).

Κι ένας αμφίβραχυς: Οι άλλοι μου είχαν κολλήσει ευθύς εξαρχής (σελ. 76)

Και ένας τροχαίος: Όλα χάρη σε ένα γράμμα (σελ. 120)

Μπάμπης Δερμιτζάκης, συγγραφέας, φιλόλογος, κριτικός

ΛΙΑ ΜΙΛΤΟΥ

Ο ιστορικός συγγραφέας έχει μαγέψει με την πένα του χιλιάδες αναγνώστες που τον διάβασαν, απόλαυσαν το ταλέντο του και τον λάτρεψαν!Έχει εκείνη τη στόφα του συγγραφέα που παθιάζεται μ’ αυτό που γράφει, το χαίρεται πρώτα ο ίδιος μέσα από πολύχρονες …

Ο ιστορικός συγγραφέας έχει μαγέψει με την πένα του χιλιάδες αναγνώστες που τον διάβασαν, απόλαυσαν το ταλέντο του και τον λάτρεψαν!

Έχει εκείνη τη στόφα του συγγραφέα που παθιάζεται μ’ αυτό που γράφει, το χαίρεται πρώτα ο ίδιος μέσα από πολύχρονες έρευνες και άπειρα ξενύχτια και στο τέλος το χαρίζει απλόχερα σε ένα αναγνωστικό κοινό που διψά για καλή λογοτεχνία!

Και όταν ο ποιητής Καλπούζος, παντρεύει τη λογοτεχνία με την ποίηση, τότε αυτή η σύζευξη είναι ασύγκριτα σαγηνευτική!

Με το ΚΑΠΟΙΟΙ ΔΕΝ ΞΕΧΝΟΥΝ ΠΟΤΕ, αυτή τη συλλογή διηγημάτων, που κυκλοφόρησε πρόσφατα, επιστρατεύει όλο τον ποιητικό του οίστρο και επελαύνει στον συναισθηματικό μας κόσμο αφήνοντας ανεξίτηλα σημάδια στον ψυχισμό μας. Τελικά διαπιστώνουμε ότι μόνο η ποίηση μπορεί να φτάσει στις βαθιές αλήθειες της ψυχής!

Θαύμασα σε πολλά αποσπάσματα από τις αφηγήσεις του, το πόσο ρεαλιστικά και με δραματικό χιούμορ απεικονίζει τη μοναξιά και την αποξένωση των ανθρώπων μέσα στο χάος της πολύβουης πόλης.

Δεν θα αναλύσω ένα–ένα τα διηγήματά του. Θα ήταν αυταρέσκεια να μονοπωλήσω τη δική μου γνώμη, επιδιώκοντας να την επιβάλω ποντάροντας στο συναίσθημα. Τα συναισθήματα ούτε εντολές παίρνουν ούτε χρειάζεται να μπουν από πουθενά. Μέσα μας είναι και απλά περιμένουν να λάβουν το ερέθισμα για να ενεργοποιηθούν. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι ο λογοτέχνης-ποιητής πετυχαίνει τους στόχους του και αυτοί οι στόχοι είναι ένα μεγάλο εγκώμιο στην ίδια τη λογοτεχνία!

Η προσλαμβάνουσα του αναγνώστη θα κρίνει αυτά που θέλει να του πει και ειδικά αυτά που υπονοεί, θα τα αξιολογήσει και θα τοποθετήσει το έργο του εκεί που πραγματικά αξίζει!

Ένας μεγάλος ποιητής μας, έλεγε: «Η ποίηση πάντοτε είναι μια, όπως ένας είναι και ο ουρανός. Το ζήτημα είναι από πού βλέπει κανείς τον ουρανό!…»

Λία Μίλτου

Διηγήματα και μια παραλογή

Γράφει: Ο Κώστας Τραχανάς
Διαβάζοντας αυτά τα πολύ μικρής έκτασης διηγήματα συνειδητοποιούμε πόσο διαφορετική σχέση με τη γραφή έχουν όσοι γράφουν εκτενή μυθιστορήματα από τους διηγηματογράφους (Τα διηγήματα αυτά τα έγραψε ο συμπατριώτης μας Γιάννης Καλπούζος πριν πολλά χρόνια, πριν γράψει τα μεγάλα του μυθιστορήματα). Ο περιορισμός της έκτασης στο διήγημα επιβάλλει -συνήθως- είτε συμπύκνωση του χρόνου είτε ανάλυση ενός στιγμιότυπου (συνήθως το ύφος εδώ γίνεται ποιητικό), δηλαδή είτε διαστολή είτε συστολή του συνηθισμένου χρόνου. Η αφαίρεση γίνεται αρετή, πάντα όμως με την προϋπόθεση ότι «έχεις κάτι να πεις». Συνήθως αυτό που έχεις να πεις είναι ηθογραφικού χαρακτήρα, ή μια πτυχή της καθημερινότητας που χάνεται, μια πολύτιμη ανάμνηση, παλιές ιστορίες κλπ. Όμως τα διηγήματα αυτά ξεχωρίζουν για το περιεχόμενό τους. Αυτό που ανιχνεύει κανείς στα 19 διηγήματα και την μια παραλογή είναι πολύ διαφορετικά θραύσματα, είναι η ματιά του ανθρώπου που βλέπει τον κόσμο από τη «σκοπιά της αιωνιότητας». Σαν να μιλάει κάποιος που φέρνει στη μνήμη του ό, τι είναι πιο πολύτιμο να κρατήσει κανείς σ’ έναν κόσμο φευγαλέο, να ψάχνει το έσχατο νόημα, αυτό που μένει από τη φθορά, την απώλεια και τον θάνατο.

Δεν είναι ωστόσο αφηγήματα στοχαστικά/φιλοσοφικά. Πατούν γερά στην πραγματική ζωή, σε στιγμές και απ’ αυτές που χαράζονται στη συνείδηση ανεξίτηλα: το διήγημα που έβαψε τη νύχτα με αίμα ή βαφτίστηκε στο τρελό αίμα της τέχνης του φωτογράφου, κάθε συνειδητή απώλεια μιας αίσθησης αντισταθμίζεται με σημαντική αύξηση της εσωτερικής νόησης και ενόρασης, η ζωή που είναι γεμάτη εξουσιαστές και υποτακτικούς, μια ερωτική σχέση φθίνει και μια άλλη ανθίζει σιγά – σιγά, η σοφία της ζωής και του θανάτου, η αναπαράσταση στο δάσος του κύκλου των χαμένων ποιητών και οι ιστορίες του γκρεμού, ο άνθρωπος που έγραφε γράμματα στον εαυτό του, ο άνθρωπος μπροστά στον φόβο του θανάτου, η τραγικότητα των μοναχικών ανθρώπων, το νέο φιλοσοφικό και καλλιτεχνικό ρεύμα του Ακινητισμού και κάθε είδος «ισμού», η μεταλαβιά από το νερό της βροχής, ο άνθρωπος που είχε γίνει ένα με το χρώμα του ουρανού και της θάλασσας, μια απόχρωση ονείρου, η φόρμα του διηγήματος ο φάρος της έμπνευσης, ο εφήμερος χρόνιος, η παράξενη σχέση του σερβιτόρου και ενός ποτηριού, ο γενέθλιος τόπος ως παντοτινή πατρίδα και η ερήμωση των ορεινών χωριών, η κοινωνική μειονεξία ως απόκοτο των καθιερωμένων προτύπων περί του ωραίου και της ομορφιάς, ο ευνουχισμένος και η βέβηλη επιλογή του, οι χάντρες του κομπολογιού του καπετάν Αντώνη που βαρούν σαν δέκα οκάδες η καθεμιά και η διπλή ζωή του, τα ρημάδια τα όνειρα που φέρνουν τους αποθαμένους και δεν μπορούμε να τους αγγίξουμε, οι τσιγγάνες που βλέπουν το μέσα μας, που διαβάζουν την ψυχή μας, εκείνος που πέταξε τον εαυτό του στον κάδο σκουπιδιών, διότι φοβόταν να βουτήξει από τον τρίτο όροφο, ο έρωτας ενός «λύκου» που δε βρίσκει ανταπόκριση, ο έρωτας που κολάζει ακόμα και τις καλόγριες και τις κάνει να μην ξεχνούν ποτέ τον πρώην αγαπημένο τους…

Ξεχωρίζει εντυπωσιακά η μοναδική γραφή του Γιάννη Καλπούζου η χρήση της γλώσσας έχει ιδιαίτερα εκφραστική δύναμη ενώ προκύπτει αβίαστα, χωρίς εκζήτηση. Το ύφος γίνεται σε πολλές περιπτώσεις υποβλητικό και ποιητικό, συνήθως με δυνατές μεταφορές όταν αφορά συναισθήματα.

Διαβάστε το.

Κώστας Τραχανάς, βιβλιοκριτικός

 

ΚΑΛΠΟΥΖΟΣ

Αρέσει σε %d bloggers: