σέρρα Η ψυχή του Πόντου

ΣΕΡΡΑ

ΣΕΡΡΑ

Η ψυχή του Πόντου

 

Άγγελος Πετρουλάκης

«Να κάθεται ο Θεός μέσα στον άνθρωπο κι ο άνθρωπος ν’ αρπάζεται απ’ τον Θεό» Γιάννης Καλπούζος: «Σέρρα» Ένα χρόνο μετά το «Σάος» ο Γιάννης Καλπούζος επανέρχεται με το «Σέρρα» (εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ), ένα μυθιστόρημα ποταμό και καταθέτει στη λογοτεχνία μας μια μεγάλη λίμνη αίματος: Τον ελληνικό Πόντο και την γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου.

«Να κάθεται ο Θεός μέσα στον άνθρωπο κι ο άνθρωπος ν’ αρπάζεται απ’ τον Θεό»
Γιάννης Καλπούζος: «Σέρρα»
Ένα χρόνο μετά το «Σάος» ο Γιάννης Καλπούζος επανέρχεται με το «Σέρρα» (εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ), ένα μυθιστόρημα ποταμό και καταθέτει στη λογοτεχνία μας μια μεγάλη λίμνη αίματος: Τον ελληνικό Πόντο και την γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου.
Το «Σέρρα» του Γιάννη Καλπούζου είναι το συγκλονιστικό χρονικό αίματος που βίωσαν οι Έλληνες του Πόντου, ένα χρονικό που ξεπερνά κάθε εφιαλτική φαντασία, αφού οι δολοφονικές συμπεριφορές των Τούρκων και όχι μόνο έστειλαν στον θάνατο εκατοντάδες χιλιάδες αθώους Έλληνες, εξευτελίζοντας κάθε αξία ζωής.
Είναι επίσης και το χρονικό της εγκληματικής αντιμετώπισης των προσφύγων από την κομμουνιστική Σοβιετική Ένωση, με τα στρατόπεδα εξορίας και τους εκτοπισμούς τους. Ο Γιάννης Καλπούζος με όχημα την λογοτεχνία μπήκε βαθιά μέσα στο δράμα των Ελλήνων του Πόντου και ανάγλυφα παρουσίασε την ωμή ιστορία ως λογοτεχνικό έπος.
Όλως… τυχαίως βλάπτει σοβαρά την υγεία όσων ισχυρίζονται πως δεν ήταν γενοκτονία η επίθεση κατά του ελληνικού γένους στον Πόντο, όπως και την υγεία κάθε πιστού τού σταλινικού ΚΚΕ. Εκτός κι αν έχει αποφασίσει να διαβάσει και κάτι πέρα από τις κομματικές μπροσούρες. Για έναν λόγο και μόνο: Ο Γιάννης Καλπούζος ψύχραιμα και εμπεριστατωμένα παρουσιάζει αλήθειες και μόνο.
Στον άξονα του βιβλίου τοποθετείται ένας άντρας και το μοίρασμά του ανάμεσα σε δυο γυναίκες. Ή το αντίστροφο: Η διεκδίκηση ενός ανδρός από δυο γυναίκες. Αλλά αυτό λειτουργεί ως πρόσχημα. Είναι το όχημα που θα οδηγήσει τον αναγνώστη στα βαθιά μονοπάτια της ιστορίας. Μιας ιστορίας άγνωστης στους πολλούς αναγνώστες, ιδιαίτερα στους νεότερους, που την τραγωδία του ελληνικού Πόντου την προσπέρασαν με λίγες αράδες σε κάποιο σχολικό εγχειρίδιο ιστορίας, έτσι όπως διδάσκεται στα θρανία.
Η τέχνη του συγγραφέα δεν είναι απλά και μόνο η συγκρότηση μιας μυθοπλασίας με αρχή, μέση και τέλος. Όταν ο συγγραφέας δεν καταφεύγει εξ ολοκλήρου στην φαντασία έχει χρέος να σκάβει την πραγματικότητα, ανακαλύπτοντας τα αίτια των συμπεριφορών και καταγράφοντας από πολλές οπτικές το γεγονός, έτσι ώστε να ξεφεύγει από την φθαρτότητα των υστεροβουλιών.
Ο Γιάννης Καλπούζος, εκατό χρόνια μετά αποδεικνύεται δεινός ερευνητής και ικανός μυθοπλάστης. Είχε δώσει τις εξετάσεις του άλλωστε με το «Άγιοι και δαίμονες» και το «Ιμαρέτ». Στο «Σέρρα» προχωρά ακόμα περισσότερο, δημιουργώντας ένα κλασικό μυθιστόρημα.
Ο τίτλος, για τους Έλληνες του Πόντου, παραπέμπει στον αντιπροσωπευτικό πολεμικό τους χορό, τον «Πυρρίχιο» της αρχαιότητας. Η περιγραφή του χορού καθηλώνει τον αναγνώστη, ακόμα κι αν δεν έχει παρακολουθήσει ζωντανά τούτη τη μέθεξη από χορευτές:
«Αργά, κοφτά, ξεκίνησε η μουσική και κατόπιν όλο να ταχύνεται ο ρυθμός, να ξαναπέφτει, και πάλι ογλήγορος. Ταίριαζαν οι βηματισμοί τους με το άγριο των βουνών, το άγριο της ζωής τους και με τα πολεμικά τεχνάσματα που παρίστανε ο αρχαίος Πυρρίχιος χορός. Επίθεση, άμυνα, παραφύλαξη, απειλή, οπισθοχώρηση, ελιγμό, κάλυψη, όλα τα περιέκλειε ο χορός τους. Όμως δεν ήταν μόνο τούτα. Έσφιγγαν τα χέρια τους, καθώς δένουν τα κλωνάρια στον κορμό, σ’ ένα αντάμωμα συντρόφων, ζωντανών και αποθαμένων. Κι έσκαβαν με τις μπότες τη γης, θαρρείς κράζοντάς της ότι την πατούν και συγχρόνως σάμπως ν’ αφουγκράζονται όσους τους φώναζαν από κάτω, γενιές και γενιές πρωτύτερες.
Χόρευαν κι έδειχναν να υπερίπτανται του κόσμου. Να κάθεται ο Θεός μέσα στον άνθρωπο κι ο άνθρωπος ν’ αρπάζεται απ’ τον Θεό. Το φέγγος και η σκοτεινιά να εναλλάσσονται στα πρόσωπά τους, φωτοσκότεινοι, ίδιο το στάλαμα της ζωής. Να ζυμώνεται το κορμί, να τσακίζει, να λύνεται και να ξαναδένεται. Ν’ αναπαύεται η ψυχή κάπου στα σύγνεφα, να λυτρώνεται κι ευθύς να τρομάζει. Τη μια να τους τραβά το χώμα, την άλλη να υψώνονται όπως ο Ανταίος. Να πυρακτώνεται ο νους και να βογκά ο τόπος απ’ τους γδούπους, να τρέμει απ’ την παλικαριά και την αποκοτιά τους. Να χτυπούν τα γόνατα καταγής και πάλι να στυλώνονται ορθοί. Να κατέχουν ότι παρέκει καρτερά ο θάνατος και να τον περιγελούν.
Αντάρα και καταχνιά να θολώνει το βλέμμα τους, μα και να σκιρτά στα λοξοκοιτάγματά τους γλυκάδα αντρίκεια. Ν’ αποζητούν στων γυναικών τα μάτια το λίγωμα, το παίνεμα, της σάρκας και της καρδιάς το φούντωμα.
Δαιμονική δύναμη, αφιονισμένη, φαινόταν να ρίχνεται καταπάνω τους ή να εφορμά από μέσα τους. Έβγαζαν και κραυγές άναρθρες απ’ τα στόματά τους και πότε πότε φώναζαν «Όι!» «Όι!», σαν να νογούσαν ότι δεν τους βοηθά η γλώσσα να τα παραστήσουν όλα τούτα με λόγια κι επιστράτευαν το κορμί να τα συλλαβίσει…»
Το άγριο της ζωής του Ποντιακού Ελληνισμού, λοιπόν, ξεδιπλώνεται μέσα στις σελίδες του μυθιστορήματος. Με πρώτο πεδίο αναφοράς την περιοχής της Τραπεζούντας, ένα κέντρο του Ελληνισμού με ιστορία αιώνων. Εκεί θα διασταυρωθούν τα συμφέροντα των Νεοτούρκων και των Ρώσων, εκεί θα δοκιμαστεί και η θολή ελληνική πολιτική με αφετηρία της τον εθνικό διχασμό και κατάληξη την συντριβή της μικρασιατικής εκστρατείας. Θύματα οι άμαχοι, οι άνθρωποι που ονειρεύονταν μια ήρεμη ζωή, μια καλύτερη τύχη για τα παιδιά τους. Ο εθνικισμός έσπειρε το μίσος σε κοινωνίες που συμβίωναν ειρηνικά για αιώνες και ο κομματισμός την δυστυχία του θανάτου.
Έρμαιο σε θολά συμφέροντα το ελληνικό στοιχείο του Πόντου υπόκειται αδιανόητους διωγμούς, που ζωντανεύουν μοναδικά μέσα στις σελίδες του βιβλίου, με τον συγγραφέα να οδηγεί έντεχνα τον αναγνώστη τόσο στα πραγματικά γεγονότα, όσο και στην ατμόσφαιρα της εποχής, περιγράφοντας με τις απαραίτητες λεπτομέρειες όλα όσα χρειάζεται ο αναγνώστης για να κατανοήσει την περιπέτεια του Πόντου.
Όμως ο Γιάννης Καλπούζος προχωρά ακόμα περισσότερο από την απλή εξιστόρηση. Ζωντανεύει στην κυριολεξία την εποχή, περιγράφοντας τις πολιτείες και τα χωριά της υπαίθρου, μεταφέροντας στοιχεία ντοπιολαλιάς, ανασύροντας σπέρματα της γραμμής που ενώνει τον Πόντο με την αρχαιότητα και το Βυζάντιο, αναπλάθοντας έθιμα, γεύσεις, προσδοκίες. Όλα αυτά χωρίς να κουράζει τον αναγνώστη, που απνευστί προχωρά τις σελίδες της αφήγησης και των περιγραφών.
Ιδιαίτερα σημαντικές είναι οι περιγραφές της ζωής που αντιμετώπισαν οι Πόντιοι που κατάφυγαν στην Ρωσία προκειμένου να διασωθούν από τις σφαγές των Τούρκων. Ακόμα πιο πικρές οι σελίδες αυτής της περιπέτειας, που με μέγιστη ευαισθησία περιγράφει ο συγγραφέας.
Το «Σέρρα» είναι ένα μυθιστόρημα σταθμός.)

Αριστείδης Καρεμφύλλης

«Ο ποντιακός Ελληνισμός, από τα μάτια του Καλπούζου!»
Ο Γιάννης Καλπούζος είναι από τους πλέον αγαπημένους συγγραφείς. Με μια ροπή στα ιστορικά μυθιστορήματα και με βαθιά προσήλωση στο έργο της συγγραφής, καταφέρνει να μαγέψει το κοινό και καλεί τον αναγνώστη σε ένα ταξίδι σε εποχές και τόπου πάλαι ποτέ ανθισμένες.

Το τελευταίο του βιβλίο, κυκλοφόρησε.

 (Αριστείδης Καρεμφύλλης

«Ο ποντιακός Ελληνισμός, από τα μάτια του Καλπούζου!»
Ο Γιάννης Καλπούζος είναι από τους πλέον αγαπημένους συγγραφείς. Με μια ροπή στα ιστορικά μυθιστορήματα και με βαθιά προσήλωση στο έργο της συγγραφής, καταφέρνει να μαγέψει το κοινό και καλεί τον αναγνώστη σε ένα ταξίδι σε εποχές και τόπου πάλαι ποτέ ανθισμένες.
Το τελευταίο του βιβλίο, κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ψυχογιός και φέρει τον τίτλο «Σέρρα». Μια περιήγηση στον Πόντο και την ελληνική κοινότητα που ευημερούσε λίγο πριν την γενοκτονία. Πρωταγωνιστής, ένας Δάσκαλος, ο Γαληνός, κι η Ταλίν, μια Αρμενοπούλα που πάσχιζε να γλυτώσει από τον αφανισμό των ομοεθνών της και τις σεξουαλικές ορέξεις ενός υψηλόβαθμου Τούρκου χωροφύλακα.
Στην ουσία πρόκειται για μια ιστορία αγάπης, όπου είναι ξεκάθαρη η πάλη μεταξύ της θέλησης και της υποχρέωσης του ατόμου να ακολουθήσει το πρέπον. Μην βιαστεί κανείς να θεωρήσει ότι είναι ένα γλυκανάλατο ρομάντζο, που εκτυλίσσεται σε εμπόλεμα πλαίσια.
Ο Καλπούζος, καταφέρνει να δέσει την ιστορία και τα γεγονότα, δίνοντας ταυτόχρονα μια ανθρωποκεντρική χροιά σε όλο το έργο. Δεν μας απασχολεί στο πλήθος των σελίδων ο έρωτας, ούτε ο πόλεμος που συντάρασσε την εποχή και την περιοχή. Μα μέσω τον αφηγήσεων, βλέπουμε το ως οι άνθρωποι ερωτεύονταν καθώς μαίνεται το κλίμα του πολέμου.
Η ιστορία χωρίζεται σε δύο μορφές εξιστόρησης. Στην αρχή του κάθε κεφαλαίου έχει τοποθετηθεί μια διαπίστωση πιο φιλοσοφική, με έντονο κριτικό πνεύμα. Στην συνέχεια αναλύεται η ιστορία, άρρηκτα συνδεδεμένη με την παραπάνω διαπίστωση. Μια προοικονομία στην ουσία των επερχόμενων γεγονότων.
Κλείνοντας δεν θα μπορούσα να αφήσω ασχολίαστες τις περιγραφές του Καλπούζου. Επίθετα και προσδιορισμοί που δημιουργούν στην φαντασία του αναγνώστη ολοζώντανες τις εικόνες που περιγράφονται. Σε συνδυασμό με τους χάρτες που παρατίθενται, γίνεται ξεκάθαρα ένα οδοιπορικό στην Τραπεζούντα και τα πέριξ. Ας μου επιτραπεί να αναγνωρίσω την επιρροή του Παπαδιαμάντη στον συγγραφέα, μιας κι είναι το πρώτο που σκέφτομαι σε κάθε αναφορά στου σε τόπο, χρόνο και στην ομορφιά του γυναικείου σώματος.
Ένα υπέροχο βιβλίο για δυνατούς αναγνώστες. Με κάθε σελίδα μπορούμε να αναγνωρίσουμε την ποιότητα της ελληνικής γλώσσας όπως αυτή δίνεται από την πένα του Γιάννη Καλπούζου. Αξίζει να το διαβάσετε.)

Δέσποινα Καρυπίδου

«Πρόκειται για ένα έργο που αγγίζει κάθε ψυχή και κυρίως αγγίζει και τιμά την ποντιακή ψυχή» Κυκλοφόρησε στις 7-4-2016 το νέο βιβλίο του γνωστού λογοτέχνη Γιάννη Καλπούζου «Σέρρα η ψυχή του Πόντου» που αναφέρεται  η Δέσποινα Καρυπίδου.

 

«Πρόκειται για ένα έργο που αγγίζει κάθε ψυχή και κυρίως αγγίζει και τιμά την ποντιακή ψυχή»
Κυκλοφόρησε στις 7-4-2016 το νέο βιβλίο του γνωστού λογοτέχνη Γιάννη Καλπούζου “Σέρρα η ψυχή του Πόντου” που αναφέρεται στις διώξεις , τη γενοκτονία και τα πάθη του ποντιακού ελληνισμού. Οι μεγάλες οδύνες είναι σιωπηλές και ευτυχώς που υπάρχουν μεγάλοι λογοτέχνες για να δώσουν σ’ αυτές φωνή και να ζωντανέψουν άγνωστα και «παραμελημένα» γεγονότα της ελληνικής, και όχι μόνο, ιστορίας . Η γενοκτονία Αρμενίων και Ποντίων και η τραγική περιπλάνηση των ανθρώπων στη μοίρα τους δίνεται με μια γλώσσα ηδονική και ιαματική και με μια σοφία της ψυχής βγαλμένη από τις ζωές «πασχόντων» ανθρώπων από διαφορετικές φυλές. Η ευρηματική πλοκή και η απολαυστική αφήγηση θεραπεύουν κάθε αξίωση του αναγνώστη για γνώση και συγκίνηση. Σίγουρα η ζωή κάποιων ανθρώπων μοιάζει με μυθιστόρημα. Διαβάζοντας τη «Σέρρα» έχεις στα χέρια σου ένα μυθιστόρημα που μοιάζει με τη ζωή αφού έχει πολλά από τα συστατικά της: το μεγαλείο της μοίρας, την τραγωδία, την αντοχή, την ανθρωπιά, την πάλη με το κακό, τη συγχώρεση και την κάθαρση. Ο Γ. Καλπούζος «ζωγραφίζει» με λέξεις και μας κάνει να αναρωτιόμαστε μέχρι πού μπορεί να φτάσει το ταλέντο του. Πρόκειται για ένα έργο που αγγίζει κάθε ψυχή και κυρίως αγγίζει και τιμά την ποντιακή ψυχή.)

Δήμητρα Κωλέτη

Διαβάστε εδώ την κριτική. https://biblioanafores.blogspot.gr/2016/04/blog-post_30.html

Δημήτρης Μουρατίδης στο Σελιδοδείκτη

«Γιάννη, το βιβλίο σου, ερέχτατο πάρα πολλά!»
Για μια ακόμη φορά, ο Γ. Καλπούζος στο καινούριο του βιβλίο, ασχολείται με τον ελληνισμό της διασποράς. Αυτή τη φορά με τους Έλληνες του Πόντου και ειδικότερα της Τραπεζούντας, μέσω της αφήγησης της πολυτάραχης ζωής του Γαληνού Φιλονίδη. Την αφήγηση καταγράφει ένας συγγραφέας του οποίου η ταυτότητα θα αποκαλυφθεί στις τελευταίες σελίδες.

«Με τούτη τη σκηνή άρχισε να μου διηγείται ο Γαληνός Φιλονίδης τη ζωή του. Την ιστορία του αποφάσισα να τη μεταφέρω στο χαρτί. Γιατί άραγε; Ρώτησα αμέτρητες φορές τον εαυτό μου κι η απάντηση ήταν πάντα η ίδια: Για να τον γνωρίσω καλύτερα πατώντας χνάρι στο χνάρι σε κάθε βίωμά του.

Κι ακόμη, επειδή θαρρώ ότι θα ωφεληθούν πολλοί απ’ τα πάθη και τα παθήματά του. Όσον αφορά ποιος είμαι εγώ που σας τα αφηγούμαι, θα ‘ρθει η στιγμή να το αποκαλύψω». Η ιστορία ξεκινά τον Ιούνιο του 1915, όταν τέθηκε..

Το νέο βιβλίο του Γ. Καλπούζου, έφτασε πριν από ελάχιστες εβδομάδες στις προθήκες των βιβλιοπωλείων. Ένα βιβλίο διαφορετικό από τα προηγούμενα, αλλά εξίσου καλογραμμένο.
Ο Άνδης και η Θάλεια ερωτεύονται από την παιδική τους ηλικία. Ο Άνδης είναι γόνος πολυμελούς οικογένειας φτωχών χωρικών από τον Πλατανιά της Άρτας. «Ο πατέρας του έσπερνε παιδιά θαρρείς κι ήσαν καλαμπόκι. Το ένα μετά το άλλο ωσότου αράδιασε επτά, ζωή να ‘χουνε. Όλα κορίτσια μέχρι τα έξι κι ευτυχώς το αποσπόρι εδέησε να γεννηθεί σερνικό, ειδάλλως δε θα σταματούσε ο κυρ Αλέκος. Το ‘χε καημό μεγάλο ν’ αποκτήσει γιο». Το παράξενο όνομά του, το οφείλει στο νουνό του που τον βάφτισε Αρμάνδο, αλλά επειδή οι οικείοι του «να τον φωνάζουν Αρμάνδο, ούτε συζήτηση», το άλλαξαν σε Άνδης.
Στο χωριό περνούσε τα καλοκαίρια της, η οικογένεια της συνομήλικής του Θάλειας, που το χειμώνα ζούσε στην Άρτα. Μια τυπική συντηρητική οικογένεια (ο μπαμπάς Χαρίδημος δικαστικός κλητήρας, η μαμά Αυγή καταπιεσμένη νοικοκυρά) της δεκαετίας του ’60. Αν και ήταν εκ διαμέτρου αντίθετοι χαρακτήρες, στον Άνδη άρεσε από τότε που την πρωτοείδε. «Του άρεσε το γλυκό της πρόσωπο, τα πλούσια ξανθά μαλλιά, τα γαλανά μάτια, τα λεπτά χέρια και το λούσο της. Θαρρείς τον μαγνήτιζαν». Από την άλλη, παρά το γεγονός ότι οι γονείς της Θάλειας, δεν της επέτρεπαν να παίζει με τα παιδιά του χωριού και ειδικά με τον Άνδη που ήταν αρχηγός τους, αυτή τον λάτρευε –έστω και πίσω από τα κάγκελα του φράχτη-για τον ατίθασο και ανυπότακτο χαρακτήρα του.
Τα παιδιά συνέχισαν να βλέπονται με χίλιες-μύριες προφυλάξεις και στην εφηβική τους ηλικία. Ο Άνδης, μετακόμισε στην Άρτα, για να φοιτήσει στο Γυμνάσιο. Η Θάλεια, μετά το Γυμνάσιο πέρασε στη Νομική ενώ ο Άνδης, λίγο λόγω της ένδειας και λίγο λόγω χαρακτήρα, δεν μπόρεσε να προετοιμαστεί κατάλληλα για τις εξετάσεις και δεν πέτυχε. Αυτό δεν εμπόδισε τη σχέση τους. Ο Άνδης μετακόμισε στην Αθήνα με σκοπό να κάποια δουλειά και να είναι κοντά στην αγαπημένη του. Η οποία όμως βρισκόταν υπό στενή επιτήρηση, αφού εκτός από την ίδια, μετακόμισε και όλη η…οικογένεια στην πρωτεύουσα.
Όμως η ζωή θα κάνει ένα από τα γνωστά, αλλά πάντα απρόσμενα παιχνίδια της και οι δύο νέοι θα χωρίσουν! Άραγε οι δρόμοι τους θα ξανασυναντηθούν; Οι συνθήκες και οι περιστάσεις, θα τους επιτρέψουν να έχουν μια δεύτερη ευκαιρία;
Αυτή τη φορά, ο Γιάννης Καλπούζος, μας αφηγείται μια σύγχρονη ιστορία. Όμως και πάλι η Ιστορία (με κεφαλαίο Ι αυτή τη φορά) παίζει σημαντικό ρόλο. Και μάλιστα οι σκοτεινές σελίδες της. Αυτές που αφορούν τον Εμφύλιο πόλεμο. «Ακόμη τον πληρώνουμε και θα συνεχίσουμε για δεκαετίες. Πότε τον κρύβουμε…και πότε τον ξεσκεπάζουμε με χίλιους δυο τρόπους. Όμως είτε κρυμμένος είτε φανερός, μας δηλητηριάζει». Πρόκειται για ένα πολυεπίπεδο μυθιστόρημα, που θα συναρπάσει. Σε πρώτο επίπεδο, υπάρχει ο μύθος του βιβλίου. Ευρηματικός, με ανατροπές που κρατά το ενδιαφέρον του αναγνώστη μέχρι την τελευταία σελίδα. Σε δεύτερο επίπεδο, υπάρχουν «οι λαβωματιές της Ιστορίας όπως αντανακλούν πάνω μας», η εξαιρετική ψυχογράφηση των χαρακτήρων, η ρεαλιστική απεικόνιση των κοινωνικών αλλά και οικονομικών συνθηκών της εποχής, οι σχέσεις μέσα στην οικογένεια και πολλά άλλα θέματα, που ο αναγνώστης ανακαλύπτει στην πορεία. Κι όλα αυτά, δοσμένα με την μοναδική γραφή του Γιάννη Καλπούζου, διανθισμένα με ισχυρές δόσεις χιούμορ και σαγηνευτική γλώσσα, προσφέρουν εκτός από τροφή για σκέψη, γνήσια αναγνωστική απόλαυση. Η προσδοκία του συγγραφέα το βιβλίο «να λειτουργήσει ως πνευματική πτήση κόντρα στη συναισθηματική πτώση των καιρών μας», ευοδώνεται πλήρως.)

Ελένη Πλακίδα

«Το άρωμα ενός ταξιδιού» Ο Γιάννης Καλπούζος είναι φιλίστωρ. Δε διαβάζει, όμως, απλώς την ιστορία. Την αναμοχλεύει, χώνεται σαν το σαράκι μέσα στο ξύλο ψάχνοντας την καρδιά της. Αυτή μελετά και μας την παραδίδει ως φυλακτό να τη δούμε από τη δική του ματιά και με τη δική του ματιά. Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος – Πόντος – Οθωμανοί – Ρώσοι κατάσκοποι – Ρωμιοί καταδότες – εκτοπισμοί – κι ο άνθρωπος άθυρμα

 Ελένη Πλακίδα

«Το άρωμα ενός ταξιδιού»
Ο Γιάννης Καλπούζος είναι φιλίστωρ. Δε διαβάζει, όμως, απλώς την ιστορία. Την αναμοχλεύει, χώνεται σαν το σαράκι μέσα στο ξύλο ψάχνοντας την καρδιά της. Αυτή μελετά και μας την παραδίδει ως φυλακτό να τη δούμε από τη δική του ματιά και με τη δική του ματιά.
Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος – Πόντος – Οθωμανοί – Ρώσοι κατάσκοποι – Ρωμιοί καταδότες – εκτοπισμοί – κι ο άνθρωπος άθυρμα της μοίρας. Γενοκτονία Ποντίων και Αρμενίων – Στάλιν και στρατόπεδα εργασίας στη Σιβηρία και στο Καζακστάν. Ιστορικά γεγονότα αδιαμφισβήτητα και γνωστά… (;) Εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας.
Όταν όμως εκείνος που διώκεται δεν είναι ένας άγνωστος σ’ ένα βιβλίο Ιστορίας, αλλά έχει όνομα… τότε, όλα αλλάζουν. Είναι – αίφνης – ο φίλος σου ο Γαληνός, που αναρωτιέσαι αν είναι τυχαία η επιλογή του ονόματός του ή μία ακόμα ειρωνεία, αφού γαλήνη δε βρήκε στη ζωή του. Εισχωρείς – τότε – στην ψυχή του, όσο γίνεται κι όσο σ’ αφήνει αυτός ο άνθρωπος, για να δεις το εσωτερικό του έρεβος. Γαλήνιο ύφος, ωσάν απαλό χάδι χροιά φωνής, βλέμμα όπου θαρρείς σμίγουν όλα τα ποτάμια της ζωής και κάτι το απροσδιόριστο και μη ανιχνεύσιμο.
Τον δικό σου πια Γαληνό ακολουθείς παντού και συμπάσχεις και πάσχεις και ματώνουν τα πόδια σου απ’ την πεζοπορία, η καρδιά σου απ’ τ’ άδικο και αναρωτιέσαι σαν τη Φιλάνθη ποια μοίρα κυβερνά τη ζωή μας.
Ο Γαληνός με το ήθος και το λογισμό του, η Ταλίν που έχτιζε καταπώς το ‘χε ανάγκη το όνειρο, η Φιλάνθη με το ερώτημα ποιος διαφεντεύει τη μοίρα της, ο Φεϊζέλ Κιουλκάν με τις τέχνες του και πιότερο με την ελεύθερη σκέψη του, γίνονται χαρακτήρες και όχι μόνο πρόσωπα. Είναι εκείνοι που τους ανακαλείς στη μνήμη, που προστρέχεις σ’ αυτούς όταν χρειάζεται… Και τότε λες «σαν το Γαληνό», «σαν το Φεϊζέλ»… Είναι εκείνοι που σου δείχνουν ότι το άστρο της ζωής, φωτεινό, σκούρο ή ολόμαυρο, δεν παύει το ταξίδι του. Έχουν μια δύναμη που τη χρειάζεται ο καθένας μας και μια γενναία θλίψη σαν αυτή των ανθρώπων της Ηπείρου, του γενέθλιου τόπου του Γιάννη Καλπούζου.
Άραγε, πόσο τυχαίο είναι ότι ο Γαληνός κάθεται καταγής και κλαίει με αναφιλητά μόνο ενώπιον του Ισμέτ αγά. Ξέρει ότι αυτός ο αγράμματος γέροντας δε θα μολέψει το κλάμα του, θα τον αρπάξει από κει να τον σύρει σ’ άλλες στράτες. Το δάκρυ του ανθρώπου που πονά είναι ιερό – δεν είναι όλοι άξιοι να το νιώσουν, ούτε καν να το δουν.
Όπως και με το Γαληνό – έτσι και με το Γιάννη Καλπούζο – απολαμβάνεις την ηδύτητα της συζήτησης. Αρπάζει μια λέξη και την πλάθει σα να τη χαϊδεύει, για να σκορπίσει το άρωμά της και να σου μάθει ότι η Διασόνα είναι η Ιασονίς από τον Ιάσονα ή ότι οι Τούρκοι λένε τον παντοπώλη μπακάλ κι οι Ρωμιοί τον έκαναν μπακάλη κι αυτό από την ισπανική λέξη bacalao, που μπορεί και να μην είναι ισπανική. Απ’ αυτό το μπλέξιμο φυλών και πολιτισμών κατανοείς ότι η γλώσσα είναι η καρδιά των ανθρώπων και οι καρδιές χτυπούν, γελούν και κλαίνε στον ίδιο ρυθμό.
Κι ό,τι δεν μπορεί να εκφράσει η γλώσσα, το κάνει κίνηση και χορό. να ζυμώνεται το κορμί όταν η αγριότητα το συνθλίβει, να λύνεται και να ξαναδένεται για να αντέξει τον πόνο και να βγάζει άναρθρες κραυγές «όι, όι», για να βροντοφωνάξει ότι είναι ακόμα εδώ και αντέχει και δίνει τις μάχες του κι αν κάποτε νικιέται, όμως νικά…
Αγαπητέ κ. Καλπούζο, ευχαριστώ γι’ αυτό το άρωμα ταξιδιού.)

Ελευθέριος Α. Μανδαλιανός

«Εισαγωγικά σημειώματα που θα μπορούσαν να χαρακτηρισθούν αποφθέγματα ζωής»
Ο Γιάννης Καλπούζος παραδίδει στο κοινό ένα μυθιστόρημα πολυσχιδές, σφιχτοδεμένο και άριστα δομημένο, που ισορροπεί μεταξύ Ιστορίας και έρωτα και δύσκολα θα απογοητεύσει ακόμη και τον πιο απαιτητικό αναγνώστη. Με μαεστρία και σεβασμό απέναντι στην Ιστορία και το γένος των Ποντίων ο συγγραφέας σκιαγραφεί το κοινωνικοπολιτικό γίγνεσθαι της εποχής από το 1915 μέχρι και τη δεκαετία του ’60, ιχνηλατώντας πάνω στην Ιστορία του Πόντου. Τα ιστορικά στοιχεία και γεγονότα πάνω στα οποία πλάθεται ο μύθος, αναφέρονται με μέτρο και αποτελούν τον κινητήριο μοχλό του ευρηματικού μύθου του Γιάννη Καλπούζου.
Έρωτας, προδοσίες, ίντριγκες και πολλές ανατροπές συνθέτουν έναν άψογο μύθο ο οποίος κινείται πάνω στα χνάρια των ιστορικών γεγονότων που επηρέασαν τους ήρωες. Σκληρότητα, βια, απανθρωπιά, εθνικισμός και ρατσισμός. Αγάπη, πίστη, ανθρωπιά, δύναμη, επιβίωση. Πολλές και αντιφατικές οι έννοιες του βιβλίου και ο συγγραφέας σαν ζωγράφος καταφέρνει και αυτή την παλέτα με τα διαφορετικά χρώματα, την κάνει πίνακα που γοητεύει και εντυπωσιάζει.
Με ιδιάζουσα και πολύ ενδιαφέρουσα δομή, η ιστορία σιγά σιγά ξετυλίγεται μπρος στα μάτια του αναγνώστη, με μικρά κεφάλαια τα οποία διαθέτουν ένα εισαγωγικό σημείωμα του συγγραφέα του μύθου, ο οποίος αποκαλύπτεται στο τέλος και αποτελεί την πιο σημαντική ανατροπή στη μυθιστορία. Εισαγωγικά σημειώματα που θα μπορούσαν να χαρακτηρισθούν αποφθέγματα ζωής και προϊδεάζουν εν μέρει για το τι θα ακολουθήσει στο κάθε κεφάλαιο.
Οι ήρωες του Γιάννη Καλπούζου, άριστα ψυχογραφημένοι, απτοί και καθημερινοί, οδηγούν τον αναγνώστη στην εποχή με τις αξίες, τις πράξεις και τις συνήθειές τους. Ο συγγραφέας με πένα που σαγηνεύει, περιγράφει με λόγο έντονα εικονοπλαστικό, τοπία, πρόσωπα, γεγονότα, συναισθήματα, ήθη και έθιμα δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στις αξίες των ηρώων και στις σκέψεις τους.
Σέρρα. Η ψυχή του Πόντου. Ένα βιβλίο σταθμός, που θα σας σαγηνεύσει, σα χρονομηχανή θα σας μεταφέρει στην εποχή και θα σας συγκλονίσει. Ένα συνεχές μάθημα ζωής και Ιστορίας που δεν πρέπει να λείπει από καμία βιβλιοθήκη. Μια συγκλονιστική ιστορία αγάπης. Ένα μυθιστόρημα που υμνεί τον έρωτα, την πίστη, που ακλόνιτη στέκεται σιμά μας και δίνει δύναμη στις καρδιές των ανθρώπων και την ανθρωπιά. Ένα βιβλίο που διδάσκει Ιστορία και θέτει γερά θεμέλια για περαιτέρω σκέψεις γύρω από τη ζωή. Ένα μυθιστόρημα που δεν πρέπει να χάσετε…)

Ευδοκία Φανερωμένου Bookia.gr

«Ό άγιος Δαίμονας της γραφής» Ένα ακόμη μεγαλούργημα του Γ. Καλπούζου, με φόντο τον Πόντο και το αιμάτινό του στίγμα που απλώνεται μέσω των ανθρώπων του μέχρι τη Σοβιετική Ένωση την εποχή του Στάλιν, τα στρατόπεδα εργασίας στη Σιβηρία και τις στέπες του Καζακστάν. Ό ίδιος ο συγγραφέας έχει δηλώσει πως δε θεωρεί τα βιβλία του ιστορικά μυθιστορήματα, αλλά μυθιστορήματα σε ιστορικό φόντο. Ένα φόντο όμως κατακτημένο με επίμονη μελέτη που καταλήγει ως βιωματική εναπόθεση μέσα από τη μέθεξη του συγγραφέα με το θείο πυρ τη έμπνευσης. Γιατί ο Γιάννης Καλπούζος, χαρισματικός αναμφισβήτητα, βαδίζει τα χνάρια της Ιστορίας με απόλυτο σεβασμό και απαλλαγμένος από την εμπάθεια του όποιου, έστω και υπολανθάνοντος μίσους απέναντι στις αδικίες της. Ο Γαληνός Φιλονίδης, ο κεντρικός ήρωας του μυθιστορήματος, με γενέθλια γη την Τραπεζούντα στις αρχές του περασμένου αιώνα είναι ένας μορφωμένος άνθρωπος που αγαπά την πυγμαχία και τρέφει όνειρα για τη ζωή. Ώσπου οι θύελλες στη ζωή του έρχονται να τον δοκιμάσουν και να ανατρέψουν τα πάντα. Ένας δαίμονας και ένας καταδότης. Ο έρωτας και η ηθική. Δυο γυναίκες. Η δική του επιλογή. Η απρόσκλητη μοίρα που τον μπλέκει στα γρανάζια μιας άλλης ζωής, την οποία μπορεί να μην ονειρεύτηκε, αλλά βρήκε τη δύναμη να τη φορτώσει με την επιμονή ενός ανθρώπου που πορεύεται φιλιωμένος με το αναπάντεχο. Και στο βάθος η Ιστορία που αρέσκεται να βγαίνει στο προσκήνιο και να μονοπωλεί τη σαστιμάρα του απροσδόκητου στο θέατρο του παραλόγου.
Οι ήρωές του, για κάποιο πάντα λόγο έχουν να αφηγηθούν τη δική τους προσωπική ιστορία, οι εκτιμήσεις όμως και η γνώση ανήκουν στον αναγνώστη. Και αυτή η ελευθερία που δίνει ο Καλπούζος στον αναγνώστη – συνοδοιπόρο του είναι πέρα για πέρα εκτιμητέα ως στάση προσέγγισης.
Το “σέρρα” όμως είναι αριστουργηματικό για έναν ακόμη λόγο. Θα μπορούσε κανείς να το χαρακτηρίσει ως μία κιβωτό αναγνωστικών εκπλήξεων. Η μεστότητα του Καλπούζου πλέον, παίζει με αφοπλιστική άνεση ανάμεσα στις αμέτρητες και απρόσμενες-μια που είναι άριστα δουλεμένες-ανατροπές που διατηρούνται σταθερά μέχρι την τελευταία σελίδα, τις εναλλαγές αφηγηματικών τρόπων και προσώπων, τον εγκιβωτισμό άλλων λογοτεχνικών ειδών -θέατρο, ποίηση-και την καλοδουλεμένη, βασανισμένη γλώσσα, ακόμη και στην επιλογή των ονομάτων των ηρώων, που όπως πάντα ταιριάζει στο ύφος της εποχής και του τόπου. Και όλα αυτά δε μπορούν παρά να θεωρηθούν πολιτιστική κατάθεση και τέχνη υψηλής αξίας. Και εάν στο “Σάος” ο Καλπούζος καλλιτεχνούσε με το χρωστήρα των λέξεων και με την άνεση ζωγράφου έναν πίνακα ζωγραφικής, στο “σέρρα” τον βλέπουμε να καταθέτει το θεατρικό του μονόπρακτο με την άνεση ενός φτασμένου θεατρικού συγγραφέα.
Οι ήρωες του μυθιστορήματος, άτλαντες της Ιστορίας και του πεπρωμένου τους, καλούνται να διαχειριστούν το βάρος της ακουμπώντας το στο βράχο της προσωπικής τους σοφίας ή να λυγίσουν από αυτό και να συνεχίσουν σκυφτοί και μοιραίοι τη ζωή τους. Όποια όμως και να είναι η επιλογή τους, η κάθαρσή τους είναι παρούσα στην κατάλληλη στιγμή, ως καθρέφτης των πεπραγμένων τους χωρίς διάθεση τέλεσης μνημοσύνων πράξεων. Δύσκολο εγχείρημα για έναν συγγραφέα, αν αναλογιστεί κανείς ότι είναι χειρουργικό: τομή της μυθιστορίας, ράψιμο με την Ιστορία και τ’ ανάποδο. Ο Καλπούζος δεν είναι ένας απλός παραμυθάς. Είναι ο παραμυθάς που έχει ομιλήσει με τον Ξενοφώντα και τους “Μυρίους” του και φτάνει στο σήμερα για να τους ξανασυναντήσει αφηγηματικά με άλλα ονόματα, αλλά την ίδια περπατησιά στα ίδια μέρη. Για την “περπατησιά της ζήσης” κάνει λόγο, ποιητικά διακείμενος συχνά στο κείμενό του, και αυτό είναι ίσως και το κλειδί που ανοίγει τα μυθιστορήματα του Καλπούζου, και ακόμη περισσότερο το “σέρρα”, στην απλότητα και την απόλαυση της ανάγνωσης. Ο βηματισμός των ηρώων, οι παραβιάσεις τους, οι αντοχές των ορίων τους, η δύναμή τους να αναγεννιούνται , να οργώνουν τις στέρφες εκτάσεις της ζωής τους που έχει λεηλατηθεί, ο έρωτας και η ηθική που τον συρρικνώνει, η αλήθεια του ως νωπογραφία που αντέχει στο χρόνο, τα διλήμματα και οι αποφάσεις, άλλοτε γρήγορες και αποτελεσματικές και άλλοτε προκύπτουσες έξωθεν, τα έθιμα, η γη που γεννά τους ανθρώπους της και τους ξερνά απρόσμενα, η προσφυγιά, η ακρότητα και η βαναυσότητα που ως καταρράκτης επιβάλλεται νομοτελειακά στην κοίτη των ήσυχων νερών αθώων ανθρώπων, ο αποχωρισμός και το σμίξιμο, οι σχέσεις ζωής, οι απώλειες και οι εισβολές χαράς. Όλα αυτά τα τόσο σύνθετα δίνονται απλά και συνάμα με μια δύναμη φλόγας που σε συνεπαίρνει, όπως ο πυρρίχιος χορός. Και πλάι τους διακριτικά, ένα ακόμη μεγαλείο του Καλπούζου: η φιλοσοφική του σταλαματιά, ευρηματικά στην αρχή κάθε κεφαλαίου, εν είδει εισαγωγικού σχολίου, μπολιασμένη στα λόγια των ηρώων με κάθε αφορμή και ολοφάνερη στο τέλος, ως πεμπτουσία της αναγνωστικής κορύφωσης.
“Κοιτάς μπροστά όταν δεν ξεχνάς από που έρχεσαι”… Και το λόγο παίρνει ο χορός.
Ταίριαζαν οι βηματισμοί τους με το άγριο των βουνών, το άγριο της ζωής τους και με τα πολεμικά τεχνάσματα που παρίστανε ο πυρρίχιος, ο αρχαίος χορός, κι ας μη βαστούσαν ασπίδες και δόρατα. Επίθεση, άμυνα, παραφύλαξη, απειλή, οπισθοχώρηση, ελιγμό, κάλυψη, όλα τα περιέκλειε ο χορός τους. Όμως δεν ήταν μόνο τούτα. Έσφιγγαν τα χέρια τους, καθώς δένουν τα κλωνάρια στον κορμό, σ’ ένα αντάμωμα συντρόφων, ζωντανών και αποθαμένων. Κι έσκαβαν με τις μπότες τη γης, θαρρείς κράζοντάς της ότι την πατούν και συγχρόνως σάμπως ν’ αφουγκράζονται όσους τους φώναζαν από κάτω, γενιές και γενιές πρωτύτερες. Χόρευαν κι έδειχναν να υπερίπτανται του κόσμου. Να κάθεται ο Θεός μέσα στον άνθρωπο κι ο άνθρωπος ν’ αρπάζεται απ’ τον Θεό.
Η περιγραφή του χορού Σέρρα, περιγραφή τριών ολόκληρων σελίδων, από τον Γιάννη Καλπούζο αποκαλύπτει την εκστατική συνάντηση όλων των συναισθημάτων όσων σφίγγουν τα χέρια κρατώντας μια σκυτάλη. Τη σκυτάλη που το βάρος της Ιστορίας και η ανάσα εκείνων που τη συνάντησαν με το σκληρό της πρόσωπο της δόθηκε άφατη κληρονομιά και όρος συνέχισης της αλήθειας τους. Και είναι η αφήγηση τέτοια σε ένταση που μοιάζει να φέρει τη λαλιά και την περηφάνια του πατήματος ενός γένους που οργώνει τη γη και θερίζει τη θεία πνοή της σε κάθε δόσιμο του χεριού, πριν ο κεμετζές και το νταούλι ελευθερώσουν την κραυγή τους στα πέρατα της γης.
Δικαιωματικά, λοιπόν, ο Γιάννης Καλπούζος, έχει χαρακτηριστεί από πολλούς “Ό άγιος Δαίμονας της γραφής”. Γιατί μόνο μια δαιμονισμένη αγιοσύνη μπορεί να χορέψει στη φωτιά με κάτι τόσο ισχυρό. Το βάρος της Ιστορίας και εκείνων που μας την ψιθύρισαν κομμάτι κομμάτι… Αυτά τα κομμάτια η μαεστρία της γραφής του μας τα χαρίζει σε ένα βιβλίο παρακαταθήκη μαζί μια πρόσκληση: να “χορέψουμε” έναν αλλιώτικο χορό: τον χορό της φωτιάς.

  1. Γράφει η φιλόλογος Ελένη Πλακίδα

«Το άρωμα ενός ταξιδιού»
Ο Γιάννης Καλπούζος είναι φιλίστωρ. Δε διαβάζει, όμως, απλώς την ιστορία. Την αναμοχλεύει, χώνεται σαν το σαράκι μέσα στο ξύλο ψάχνοντας την καρδιά της. Αυτή μελετά και μας την παραδίδει ως φυλακτό να τη δούμε από τη δική του ματιά και με τη δική του ματιά.
Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος – Πόντος – Οθωμανοί – Ρώσοι κατάσκοποι – Ρωμιοί καταδότες – εκτοπισμοί – κι ο άνθρωπος άθυρμα της μοίρας. Γενοκτονία Ποντίων και Αρμενίων – Στάλιν και στρατόπεδα εργασίας στη Σιβηρία και στο Καζακστάν. Ιστορικά γεγονότα αδιαμφισβήτητα και γνωστά… (;) Εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας.
Όταν όμως εκείνος που διώκεται δεν είναι ένας άγνωστος σ’ ένα βιβλίο Ιστορίας, αλλά έχει όνομα… τότε, όλα αλλάζουν. Είναι – αίφνης – ο φίλος σου ο Γαληνός, που αναρωτιέσαι αν είναι τυχαία η επιλογή του ονόματός του ή μία ακόμα ειρωνεία, αφού γαλήνη δε βρήκε στη ζωή του. Εισχωρείς – τότε – στην ψυχή του, όσο γίνεται κι όσο σ’ αφήνει αυτός ο άνθρωπος, για να δεις το εσωτερικό του έρεβος. Γαλήνιο ύφος, ωσάν απαλό χάδι χροιά φωνής, βλέμμα όπου θαρρείς σμίγουν όλα τα ποτάμια της ζωής και κάτι το απροσδιόριστο και μη ανιχνεύσιμο.
Τον δικό σου πια Γαληνό ακολουθείς παντού και συμπάσχεις και πάσχεις και ματώνουν τα πόδια σου απ’ την πεζοπορία, η καρδιά σου απ’ τ’ άδικο και αναρωτιέσαι σαν τη Φιλάνθη ποια μοίρα κυβερνά τη ζωή μας.
Ο Γαληνός με το ήθος και το λογισμό του, η Ταλίν που έχτιζε καταπώς το ‘χε ανάγκη το όνειρο, η Φιλάνθη με το ερώτημα ποιος διαφεντεύει τη μοίρα της, ο Φεϊζέλ Κιουλκάν με τις τέχνες του και πιότερο με την ελεύθερη σκέψη του, γίνονται χαρακτήρες και όχι μόνο πρόσωπα. Είναι εκείνοι που τους ανακαλείς στη μνήμη, που προστρέχεις σ’ αυτούς όταν χρειάζεται… Και τότε λες «σαν το Γαληνό», «σαν το Φεϊζέλ»… Είναι εκείνοι που σου δείχνουν ότι το άστρο της ζωής, φωτεινό, σκούρο ή ολόμαυρο, δεν παύει το ταξίδι του. Έχουν μια δύναμη που τη χρειάζεται ο καθένας μας και μια γενναία θλίψη σαν αυτή των ανθρώπων της Ηπείρου, του γενέθλιου τόπου του Γιάννη Καλπούζου.
Άραγε, πόσο τυχαίο είναι ότι ο Γαληνός κάθεται καταγής και κλαίει με αναφιλητά μόνο ενώπιον του Ισμέτ αγά. Ξέρει ότι αυτός ο αγράμματος γέροντας δε θα μολέψει το κλάμα του, θα τον αρπάξει από κει να τον σύρει σ’ άλλες στράτες. Το δάκρυ του ανθρώπου που πονά είναι ιερό – δεν είναι όλοι άξιοι να το νιώσουν, ούτε καν να το δουν.
Όπως και με το Γαληνό – έτσι και με το Γιάννη Καλπούζο – απολαμβάνεις την ηδύτητα της συζήτησης. Αρπάζει μια λέξη και την πλάθει σα να τη χαϊδεύει, για να σκορπίσει το άρωμά της και να σου μάθει ότι η Διασόνα είναι η Ιασονίς από τον Ιάσονα ή ότι οι Τούρκοι λένε τον παντοπώλη μπακάλ κι οι Ρωμιοί τον έκαναν μπακάλη κι αυτό από την ισπανική λέξη bacalao, που μπορεί και να μην είναι ισπανική. Απ’ αυτό το μπλέξιμο φυλών και πολιτισμών κατανοείς ότι η γλώσσα είναι η καρδιά των ανθρώπων και οι καρδιές χτυπούν, γελούν και κλαίνε στον ίδιο ρυθμό.
Κι ό,τι δεν μπορεί να εκφράσει η γλώσσα, το κάνει κίνηση και χορό. να ζυμώνεται το κορμί όταν η αγριότητα το συνθλίβει, να λύνεται και να ξαναδένεται για να αντέξει τον πόνο και να βγάζει άναρθρες κραυγές «όι, όι», για να βροντοφωνάξει ότι είναι ακόμα εδώ και αντέχει και δίνει τις μάχες του κι αν κάποτε νικιέται, όμως νικά…
Αγαπητέ κ. Καλπούζο, ευχαριστώ γι’ αυτό το άρωμα ταξιδιού.)

Θεοδώρα Βοϊβόντα, Φιλόλογος (Μed)

«ένα ταξίδι αυτογνωσίας και αυτοπροσδιορισμού»
Για άλλη μια φορά ο Γιάννης Καλπούζος καταφέρνει να αγγίξει με το καινούριο του βιβλίο «Σέρρα, Η ψυχή του Πόντου» τις ψυχές και τον λογισμό των αναγνωστών, οδηγώντας μας σε ένα ταξίδι αυτογνωσίας και αυτοπροσδιορισμού. Η συγγραφική του πορεία φανερώνει ότι όλο και περισσότερο τον κερδίζει το ιστορικό μυθιστόρημα καταδεικνύοντας ότι εκεί ίσως ανιχνεύεται η συγγραφική του ταυτότητα. Μάλιστα, το πετυχαίνει αυτό καλύτερα ίσως και από έναν ιστορικό, καθώς ως ρακοσυλλέκτης της ιστορικής επιστήμης μετουσιώνει τα «απορρίμματα» του ιστορικού επιστήμονα σε ένα βαθύ ψυχογράφημα της τραγικότητας της ανθρώπινης ύπαρξης, μία εκκωφαντική κατάθεση ψυχής, αναδεικνυόμενος σε βαθύ ανατόμο της, πετυχαίνοντας να συμφιλιώσει τη Μυθοπλασία με την Ιστορία με αριστοτεχνικό τρόπο.
Μοιρασμένος μεταξύ του παρελθόντος και του παρόντος, του χτες και του σήμερα, συνομιλώντας συνειδητά με την Ιστορία, καταφέρνει να ξαναζωντανέψει μια ολόκληρη εποχή, αναπλάθοντάς τη γλωσσικά, περιγράφοντας πιστά τις ιδιωτικές και καθημερινές στιγμές απλών ανθρώπων του Ποντιακού Ελληνισμού και όχι μόνο, ξεριζωμένων που αγωνίζονται με πάθος και πάθη, περηφάνια και πείσμα να ριζώσουν σε νέες πατρίδες, παρεμβάλλοντας την ανθρώπινη ψυχολογία, την καθημερινότητά τους, τις μεταξύ τους σχέσεις, αντικρίζοντας τα γεγονότα αυτά καθαυτά μέσα από τη ματιά των πρωταγωνιστών του και τις συνέπειες που έχουν στους ίδιους, αλλά και ευρύτερα στο κοινωνικό σύνολο, αναδημιουργώντας ουσιαστικά μια εποχή που δεν έζησε με μία ακρίβεια μοναδική. Γνωρίζει πολύ καλά ότι η πλοκή που είναι η Ιστορία, δημιουργείται από τους ανθρώπους. Ποτέ οι άνθρωποι δεν δημιουργούνται από την Ιστορία, ή πολύ περισσότερο από την πλοκή. Ακόμη και αυτή, όντας ιδιαίτερη, την χειρίζεται με τέτοιο αριστουργηματικό τρόπο φανερώνοντας μεγάλη τέχνη και ικανότητα, ανοίγοντας μια χαραματιά στην πόρτα της ψυχής μας, κρατώντας μας σε αγωνιώδη εγρήγορση μεταγγίζοντας τον φόβο, τον έλεο και την κάθαρση από την ψυχή των ηρώων στην ψυχή του κάθε αναγνώστη. Μέσα από τη συγγραφική του πένα μπολιαζόμαστε και εισχωρούμε στον κόσμο αλλοτινών εποχών ζώντας μαζί του πολλές ζωές, ανασυνθέτοντας το ατομικό βίωμα του παρελθόντος, αποτελώντας ουσιαστικά μια έρευνα των αόρατων δομών της Ιστορίας, που στο βάθος τους αρθρώνονται εκείνα τα βιώματα που σηματοδοτούν το παρόν και το μέλλον μας.
Ο Γιάννης Καλπούζος αποδίδει με πιστότητα όχι μόνο τα ιστορικά, πολεμικά και άλλα γεγονότα καθώς συγκεντρώνει και ταξινομεί πληροφορίες με τον ζήλο, τη μεθοδικότητα και την ακρίβεια ιστοριοδίφη. Προχωρά στην ανασύνθεση της ιστορικής εποχής αναπτύσσοντας έναν μύθο μέσα στο ιστορικό παρελθόν, θέλγοντας ιδιαίτερα τους αναγνώστες του με αυτό το στοιχείο της καθημερινότητας. Όπως λέει και ο ίδιος αν δεν εισχωρήσεις στην ψυχή του άλλου, ξένος παραμένει και αλαργινός για σένα.
Χρησιμοποιώντας μια λογοτεχνική γραφή μεστή, εκφραστική, χυμώδη που θα λεγε κανείς ότι αποτελεί οδηγό για την αποθησαύριση τεχνικών περιγραφής και αφήγησης-μιλώντας από φιλολογική σκοπιά, με εργαλείο μια γλώσσα πλούσια, κρουστή και μεστή, με την εμπνευσμένη χρήση σχημάτων, τη μελετημένη χρήση των συμβολισμών, αποτελεί εραστή και υπηρέτη του λόγου, δραπέτη της αμάθειας και ακούραστο μαχητή των λέξεων, εκμεταλλευόμενος στο έπακρο και μια ακόμη ιδιότητά του, αυτή την ποιητική. Έτσι οι περιγραφές του έχουν τη διαύγεια του λυρισμού. Γίνονται φωτογραφικές απεικονίσεις και σηματοδοτούν την προσωπική του έκφραση, είτε πρόκειται για ένα τοπίο, είτε για μια δεδομένη χρονική στιγμή, είτε ένα κοινωνικοπολιτικό και ιστορικό γεγονός, είτε απλώς μέσα από την περιγραφή των ηρώων και των μυστικών τους. Τα μικρά κεφάλαια, με την εσκεμμένη στοχαστική εισαγωγή, προβληματίζουν αλλά και διευκολύνουν την απρόσκοπτη παρακολούθηση, την επικεντρωμένη ανάγνωση και την εναλλαγή. Αποτελεί ουσιαστικά την «ρεαλιστική εκτέλεση μιας ρομαντικής σύλληψης», καθώς επιδιώκει:
-Να γνωρίσουν και να βιώσουν οι αναγνώστες του τα βάσανα και την οδύνη του Ποντιακού Ελληνισμού, αλλά και από την άλλη πλευρά τη δύναμη που έχει η ζωή να σε τραβάει μπροστά και μέσα στη δίνη των γεγονότων να προσπαθείς με κάθε τρόπο να ξαναβρείς τον βηματισμό σου, συνειδητοποιώντας πόσο εφήμερα είναι όλα τα υλικά αγαθά. Ίσως μας προβληματίσει και σε κάτι ακόμη, πόσο τραγικά ίδια επαναλαμβάνεται η ιστορία, ανασύροντας από τη μνήμη μας πρόσφατες εικόνες προσφυγικών ροών προς τη χώρα μας.
-Καλλιεργεί ηθικές αξίες και γνώση αυτοπροσδιορισμού, καθώς ο καθένας από μας κουβαλά πάνω του την ιστορία χιλιετιών, ανακαλύπτοντας ταυτόχρονα τον εαυτό του.
-Ξεκαθαρίζει στο υποσυνείδητο των αναγνωστών τον εθνικό χαρακτήρα των διαφόρων εθνοτήτων και βέβαια της εθνότητας στην οποία ανήκει ο ίδιος ο αναγνώστης. Αλλά και τον προβληματίζει για το «τι είναι τελικά εθνική/θρησκευτική/γλωσσική ταυτότητα»;
-Παράλληλα όμως, αναδεικνύει την πολυπολιτισμικότητα της εποχής εκείνης, το μόνιασμα του απλού λαού, ανεξάρτητα από τη φυλή ή τη θρησκεία καθώς ο Πόντος ήταν ένα χωνευτήρι φυλών, σηματοδοτώντας το ως ζητούμενο στην εποχή μας, κόντρα στην όποια σύγκρουση για την επικράτηση του ισχυρού. Κόντρα ουσιαστικά στο θηρίο που κρύβει ο άνθρωπος μέσα του για εξουσία, σάρκα και αίμα, αναζητώντας τη λύτρωση μέσα από την πίστη στον Θεό, οποιοσδήποτε και αν είναι αυτός.
-Αναδεικνύει τη μεγάλη σημασία της εκπαίδευσης και της παίδευσης γενικότερα, καθώς αυτή βάζει τα θεμέλια για να ορθωθεί το κτίσμα της ελευθερίας, αλλά και κρατά την Ελλάδα ως σηματωρό μη επιτρέποντας να μας καταπιεί η χοάνη του Μωαμεθανισμού.
-Τονώνει την πολιτική συνείδηση του αναγνώστη και ακόμα τον προβληματισμό του για ιστορικά γεγονότα, τα οποία ακόμα και στην εποχή του ενδεχομένως να τον επηρεάζουν.
-Φέρνει στην επιφάνεια ζητήματα ανέγγιχτα ή υποερευνημένα από την ιστοριογραφία, προσεγγίζοντάς τα με εμβριθή και συγκλονιστικό τρόπο. Πόσο περιορισμένη ήταν η γυναίκα της εποχής, την βαθιά και ανά τους αιώνες ελληνικότητα του Πόντου, την μεταθανάτια ζωή η οποία δεν αναγνωρίζει εθνικότητα, καθώς όπως ο ίδιος λέει οι νεκροί δεν κατέχουν από ελληνικό, τούρκικο και ρωσικό, γυρίζουν λεύτερα στον τόπο τους και ας μην τους θωρούν οι ζωντανοί, αλλά και έθιμα που χαρακτήριζαν εκείνη την εποχή που πιθανόν χωρίς την πένα του να μην τα γνωρίζαμε.
-Την αγριότητα που κυριεύει την ανθρώπινη φύση, μέσα στη δίνη του πολέμου, αλλά και τη δύναμη του έρωτα που συνταράζει την ανθρώπινη ύπαρξη που δίνεται με μια σοφία, ένα πάθος, μία μέθεξη αλλά και έναν ηθικό ρεαλισμό μοναδικό!
Αδιαμφισβήτητα λοιπόν, μία από τις καλύτερες λογοτεχνικές πένες στην Ελλάδα, είναι αυτή του Γιάννη Καλπούζου, που με κάθε του βιβλίο, καταφέρνει να μας κάνει να ζούμε στιγμές μοναδικές, έχοντας μέσα του τη σφραγίδα του παντοτινού και της διάρκειας. Για άλλη μια φορά ο Καλπούζος πετυχαίνει να γράψει ένα βιβλίο-οδοιπορικό στην αυτογνωσία, την ψυχική ισορροπία και την πνευματική καλλιέργεια, βοηθώντας μας παράλληλα μέσα από την ιστορία να ανιχνεύσουμε εκείνους τους κώδικες που θα μας βοηθήσουν να συνυπάρξουμε ως λαός, αλλά και να επαναπροσδιορίσουμε την ύπαρξή μας.
Είμαι βέβαιη πως η ύπαρξή σας θα γεμίσει εικόνες, η ψυχή σας συναισθήματα και η καρδιά σας θα χτυπήσει λίγο πιο γρήγορα, χαρίζοντάς σας αλησμόνητες συγκινήσεις. Όχι μόνο γιατί τα λόγια είναι φτωχά για να περιγράψεις ένα τόσο συγκλονιστικό, πρωτότυπο και αληθινό βιβλίο, αλλά γιατί το ταξίδι αυτό που προσφέρει ο συγγραφέας μετατρέποντάς μας σε κοινωνούς του κατασταλάγματος εμπειρίας και ζωής του, πρέπει να το κάνετε οι ίδιοι, να ζήσετε στις διαδρομές που σας προσφέρει, να γνωρίσετε μέρη, ανθρώπους, να νιώσετε τα καρδιοχτύπια τους και να πορευθείτε μαζί τους προσπαθώντας να λύσετε γρίφους αρχαίους, αλλά και τωρινούς, αποκτώντας παράλληλα ανάταση γνωστική, ψυχική και πνευματική. Μα πάνω απ’ όλα, θα πρέπει να κατανοήσετε μόνοι σας το βάθος της πραγματικότητας που βρίσκεται πίσω από την μυθοπλασία, τα λυτρωτικά εκείνα στοιχεία που ανάλογα με τις επιλογές μας, μάς οδηγούν στην καταστροφή ή στην κάθαρση αφήνοντας πίσω τους χνάρια και ας μη φαίνονται, χαράζοντας τις μελλοντικές μας περπατησιές.)

Ιάκωβος Δ. Μιχαηλίδης Αναπληρωτής Καθηγητής Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας, ΑΠΘ

«Η μαγική πένα του Καλπούζου συμβαδίζει με μια απαράμιλλη ιστορική τεκμηρίωση».

Ο Πόντος είναι η δική μου Ιθάκη. Ένας έρωτας ανεκπλήρωτος, παιδικός, που γεννήθηκε από τις διηγήσεις της γιαγιάς Σημέλας και του παππού Ιάκωβου από την Αργυρούπολη (Γκιουμούζχανε). Για όλους εμάς, τους Πόντιους πρόσφυγες τρίτης γενιάς, οι διηγήσεις για τους Μύριους του Ξενοφώντα, τους Κρυπτοχριστανούς, τους Αρμένιους και τους Τούρκους γείτονες και φίλους μας, τους αδελφούς μας που δεν προσφυγοποιήθηκαν την περίοδο 1919-1923 στην «Ψωροκώσταινα» αλλά διέφυγαν κυνηγημένοι ή εξόριστοι στο Σοχούμι και το Βατούμ, οι περισσότεροι από τους οποίους υπέστησαν νέους εκτοπισμούς στη διάρκεια των σταλινικών διώξεων, αποτελούν τμήμα της οικογενειακής μας παράδοσης, καλά φυλαγμένης στο θησαυροφυλάκιο της ψυχής μας.
Αυτός ο μυθικός μας κόσμος ζωντανεύει υποδειγματικά στο ανά χείρας ιστορικό μυθιστόρημα του Γιάννη Καλπούζου. Είναι συγκινητικό και ταυτόχρονα εξόχως τιμητικό πώς ένας μυθιστοριογράφος -ο κορυφαίος, κατά τη γνώμη μου, της γενιάς του- μη Πόντιος ο ίδιος, κατόρθωσε να αποκρυπτογραφήσει τον μυστικό αρχέτυπο κώδικα της «ψυχής του Πόντου», του αρχαιοελληνικού πολεμικού Πυρρίχιου χορού της Σέρρας και να μας ταξιδέψει στη γλυκιά αγριάδα του ιστορικού Πόντου, όπου προσκυνητές οι ίδιοι μεταλαμβάνουμε κατανυκτικά των «αχράντων μυστηρίων» της ρωμαίικης παράδοσης. Και είναι ταυτόχρονα συγκλονιστικό πώς η μαγική πένα του Καλπούζου συμβαδίζει με μια απαράμιλλη ιστορική τεκμηρίωση, που θα τη ζήλευαν ακόμη και οι καταξιωμένοι επαγγελματίες του είδους.
«Διαλέγω τους ανθρώπους ανεξαρτήτως φυλής». Το πρώτο μισό του 20ού αιώνα μέσα στις μυλόπετρες της μετάβασης από την Οθωμανική Αυτοκρατορία στο σύγχρονο τουρκικό έθνος-κράτος εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι κονιορτοποιήθηκαν, αδυνατώντας να προσαρμοστούν στις απαιτήσεις της εποχής της νεοτερικότητας. Ωστόσο, χαρακτηριστικά και αξίες όπως η λεβεντιά, η τιμή, η αίσθηση του χρέους και η αξιοπρέπεια, διασώθηκαν από έναν κόσμο που έσβησε και ξεχειλίζουν από το μυθιστόρημα του Γιάννη Καλπούζου ως το καλύτερο μνημόσυνο γι’ αυτούς που χάθηκαν και ίσως η μόνη ουσιαστική ελπίδα για ένα καλύτερο μέλλον.)

Ιωάννα Καρατζαφέρη

«Με θαυμαστικά»
Η πρώτη χρονολογία που διάβασα ήταν/είναι το 1915 και η αρμενική αναφορά μου έφεραν αμέσως στο νου το Ολοκαύτωμα των Αρμενίων, το οποίον υπέστησαν από τους Τούρκους.
Η πρώτη σκέψη που έκανα ήταν/είναι το κοινό παρελθόν των τριών γειτονικών χωρών, Τουρκία – Ελλάδα – Αρμενία.
Η πρώτη ανταπόκρισή μου ήταν ο θαυμασμός από την πρώτη σελίδα και συνέχισε να πολλαπλασιάζεται κάθε φορά που πήγαινα στην επόμενη.
Ο αναγνώστης πληροφορείται, από την πρώτη σελίδα, ότι πρόκειται για τη διήγηση της ζωής κάποιου Γαληνού Φιλονίδη.
Το μυθιστόρημα σέρρα του Γιάννη Καλπούζου δεν είναι μόνο μια εξιστόρηση των ιστορικών γεγονότων ενός αιώνα, που αναφέρονται σ’ έναν μόνο γεωγραφικό χώρο, τον Πόντο, απ’ όπου ξεκινάει, αλλά υπερβαίνει και τα δυο αυτά στοιχεία, εμπλέκοντας καταγωγές, διασχίζοντας σύνορα, γλώσσες, εθνικές και τοπικές, αναφορές στον Όμηρο, τον Ξενοφώντα, Αρχιεπίσκοπους, Πατριάρχες, τη συγκίνηση που του προξενούσε η ιδέα να βρεθεί στη γενέθλια γη του Σεβαστού Κυμινήτη, του επιφανέστερου Τραπεζούντιου λόγιου του 17ου αιώνα, φτάνει στον Λένιν, τον Τρότσκι και τον Στάλιν, αφού το 1917 γίνεται η Ρωσική Επανάσταση, τον Μουσταφά Κεμάλ, στον οποίο αποφεύγει να προσθέσει το όνομα Ατατούρκ, που σημαίνει «πατέρας των Τούρκων», τον Ελευθέριο Βενιζέλο, σε ανθρώπινες σχέσεις, εκπατρισμούς, εγκλήματα, έρωτες, γεννήσεις, θανάτους, βαρβαρότητα, βιασμούς, και διηγήσεις που η μνήμη τους είναι τόσο έντονη και λεπτομερής ώστε ξεπερνάει την ηλεκτρονική.
Το μυθιστόρημα σέρρα του Γιάννη Καλπούζου δεν είναι μόνο μια εξιστόρηση των ιστορικών γεγονότων ενός αιώνα, που αναφέρονται σ’ έναν μόνο γεωγραφικό χώρο, τον Πόντο, απ’ όπου ξεκινάει, αλλά υπερβαίνει και τα δυο αυτά στοιχεία, εμπλέκοντας καταγωγές, διασχίζοντας σύνορα, γλώσσες, εθνικές και τοπικές.
Γνωρίζοντας ο κάθε αναγνώστης την ηλικία του συγγραφέα –στο ολιγόλογο βιογραφικό σημείωμα στο εξώφυλλο του βιβλίου αναγράφεται το έτος γέννησής του– δυσκολεύεται να κατανοήσει την προέλευση της γραμμικής γραφής, τις περιγραφές των πόλεων, ακόμα και οποιασδήποτε συνοικίας ή γειτονιάς, που όταν στρίβεις τον τάδε δρόμο, βγαίνεις στην τάδε πλατεία «όθε», κατά την έκφρασή του, αντί του «όπου», στη νότια πλευρά υπάρχει κάποια εκκλησία Αγίου, ή το εργοστάσιο του δείνα, ποταμούς και ποταμίσκους, τις ονομασίες που μεταφράζει από διάφορες γλώσσες και διαλέκτους στα σημερινά ελληνικά, τα προϊόντα διατροφής, πότε φυτεύονται ή σπέρνονται, πότε ωριμάζουν, τι είδους εργοστάσια τα επεξεργάζονται για κατανάλωση.
Ωστόσο, ο συγγραφέας έχει τον δικό του τρόπο με τον οποίο εκφράζεται γραπτώς, σε συντακτικό και λέξεις που συνθέτει, ή τροποποιεί ο ίδιος.
Οι σχηματισμοί της γης, τα όρη, οι λόφοι έχουν συγκεκριμένο ύψος, οι αποστάσεις έχουν το δικό τους όνομα, μήκος σε μέτρα ή χιλιόμετρα, η θάλασσα σαν πλωτός δρόμος και σαν υδάτινο χωράφι που παράγει τροφή.
Τα φυσικά στοιχεία, ο ήλιος, το φεγγάρι, η βροχή, το χιόνι, το κρύο, η ζέστη, έχουν τις δικές τους επιπτώσεις πάνω στον άνθρωπο.
Ο άνθρωπος με ποικίλες καταγωγές, όπως:
«…Στον Πόντο κατοικούν μουσουλμάνοι, Λαζοί, Κιρκάσιοι, Κούρδοι, Κηζηλμπάσηδες, Γεωργιανοί, Πέρσες, Αθίγγανοι, Τουρκμάνοι, Τάταροι, Τσιαπνήδες, Ούζοι και τόσες φυλές, και φυσικά πλήθος εξισλαμισμένων Ελλήνων. Οι Τούρκοι δεν ξεπερνούν το πέντε τοις εκατό».
Και αλλού: «Ωστόσο, η διάθεση της Φιλάνθης δεν άλλαξε με την άφιξή της στο κατά την ποντιακή διάλεκτο παρχάρι…» ή «Υποστήριζε, δε, ότι καταγόταν απ’ τη φυλή των Αμαζόνων, οι οποίες έζησαν στον κεντρικό Πόντο με πρωτεύουσα τη Θεμίσκυρα, τη νυν πόλη του Τσαρσαμπά…»
Διάβαζα και δεν μπορούσα να αναγνωρίσω τι ήταν παλιά γνώση, έχοντας μεγαλώσει στην Καλλιθέα με προσφυγικούς συνοικισμούς και ακούσει διάφορες λέξεις με μια διαφορετική προφορά, ή πόσα ήταν καινούργια.
Ο βίος του Γαληνού Φιλονίδη γίνεται όλο πιο ενδιαφέρων προς χάρη των εναλλαγών, καθώς τρέχει ο χρόνος, των δικών του διάφορων προσωπικών επιδιώξεων και αναζητήσεων.
Οι γνώσεις του ήταν άμεσες ή έμμεσες από τις ερωτήσεις και απαντήσεις που έπαιρνε κι έδινε: «Συνήθιζαν παλιότερα οι πλούσιοι Έλληνες να κτίζουν απόμακρα τις επαύλεις τους… Στα δυτικά υψώνονταν τα κάστρα των Κομνηνών, από την εποχή της Αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας… 1204-1461».
Είχαν περάσει τα μεσάνυχτα, είχα κλείσει το χορό σέρρα μέσα στο ομώνυμο βιβλίο και στην αϋπνία μου θυμήθηκα μια παλιά μου συμμαθήτρια από το Δημοτικό, τη Σιμέλα Κομνηνού.
Το πρωί πήρα στα χέρια μου το βιβλίο και το άνοιξα στο σελιδοδείκτη που είχα βάλει το προηγούμενο βράδυ.
Οι σελίδες γέμιζαν από πολλαπλά πρόσωπα με διαφορετικές καταγωγές και γλώσσες, περιπέτειες για την επιβίωση, εκτοπισμούς, μπόγους κρεμασμένους από τους ώμους και τις πλάτες μέχρι μικρών παιδιών, κακουχίες, ανταρσίες, φιλοδοξίες, προδοσίες, και «…πλήθη Ελλήνων προσφύγων απ’ τις περιοχές που εγκατέλειπαν τα ρωσικά στρατεύματα κατέφευγαν στην Τραπεζούντα, ενώ Ρώσοι φαντάροι και υπαξιωματικοί περιφέρονταν κατά ομάδες…».
Κεφάλαιο 17
Άρχισα να διαβάζω. Κάτω από τις αποφθεγματικές αράδες του συγγραφέα: «Στις 3 Απριλίου 1916» (ημέρα των γενεθλίων μου), «Κυριακή των Βαϊων…» (τέτοια μέρα πήγαινα στην εκκλησία για να πάρω βάγια και να τα φέρω στη μητέρα μου)… ένιωσα πως κάτι μεταφυσικό μου συνέβαινε.
Αγκάλιασα το βιβλίο με τη μνήμη της ώσπου συνήλθα και συνέχισα το διάβασμα.
«…ο βαλής Μεχμέτ Τζεμάλ Αζμί ανακοίνωσε στον μητροπολίτη Χρύσανθο ότι οι τουρκικές Αρχές εγκαταλείπουν την Τραπεζούντα και συμφώνησαν τον τρόπο παράδοσης της πόλης στους Ρώσους…»
Οι ώρες περνούσαν με το γύρισμα των σελίδων και τις περιπέτειες, όχι μόνο του Γαληνού Φιλονίδη, αλλά και τόσων άλλων χαρακτήρων που τον πλαισίωναν, και γέμιζαν τις ώρες μου που δεν επηρεάζονταν από την παράγραφο: «Στη Ρωσία το πρόγραμμα των Μπολσεβίκων προβλέπει οκτώ ώρες εργασίας κι εμείς δουλεύουμε έντεκα και δώδεκα ημερησίως…». Αντικατέστησα το υποκείμενο του πρώτου πληθυντικού του ρήματος με το «εγώ» και συνέχισα το διάβασμα.
Οι σελίδες γέμιζαν από πολλαπλά πρόσωπα με διαφορετικές καταγωγές και γλώσσες, περιπέτειες για την επιβίωση, εκτοπισμούς, μπόγους κρεμασμένους από τους ώμους και τις πλάτες μέχρι μικρών παιδιών, κακουχίες, ανταρσίες, φιλοδοξίες, προδοσίες, και «…πλήθη Ελλήνων προσφύγων απ’ τις περιοχές που εγκατέλειπαν τα ρωσικά στρατεύματα κατέφευγαν στην Τραπεζούντα, ενώ Ρώσοι φαντάροι και υπαξιωματικοί περιφέρονταν κατά ομάδες…»
Η κύρια περιοχή, όπως είναι σχεδιασμένη στις πρώτες σελίδες του βιβλίου, ως ΧΑΡΤΗΣ ΠΟΝΤΟΥ, φτάνει μέχρι το Σουχούμ της Γεωργίας, όπου έφτασαν, κάτω από τρομακτικές και απάνθρωπες συνθήκες, οι εκδιωγμένοι και εγκαταστάθηκαν, πολλοί από τους οποίους επέστρεψαν πάλι στη γενέτειρά τους• μου θύμισαν την οικογένεια Αβραμίδου, που είχε έρθει στην Καλλιθέα τη δεκαετία του 1940, με τον πρωτότοκο υιό να μεταναστεύει αργότερα στην Αυστρία, όπου και εξελίχθηκε ως σημαντικός γλύπτης, γνωστός ως Joannis Avramidis (23 Σεπτεμβρίου 1922–16 Ιανουαρίου 2016). Είχε γεννηθεί στο Βατούμ Γεωργίας, έγινε Καθηγητής στην Ακαδημία Καλών Τεχνών, και αργότερα στο Αμβούργο, είχε έρθει στη Θεσσαλονίκη, καλεσμένος, όπου και τον επισκέφθηκα, ατυχώς δεν θυμάμαι το έτος.
Η Επανάσταση του 1917, το Κομμουνιστικό Κόμμα, η ΕΣΣΔ, τα κολχόζ, ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, οι εκδιωγμένοι Έλληνες, η αναφορά πόλεων και τοποθεσιών είναι ένα συγγραφικό σύνολο που δεν αφήνει τίποτα απέξω, από τον βίο που διηγείται ο Γαληνός Φιλονίδης, ο οποίος υπήρξε δάσκαλος της ελληνικής γλώσσας και άλλων σχετικών με την καταγωγή του ενασχολήσεων και δραστηριοτήτων, σύζυγος, πατέρας ενός γιου που τον σκότωσαν, παιδάκι ακόμα, χτυπώντας τον βίαια σε βράχια, και μιας κόρης, εραστής, και διαβάζοντάς τα ο αναγνώστης άλλοτε αναγνωρίζει κάποιες σελίδες ιστορίας ή έστω ονομασίες, όπως: «Το τρένο σταμάτησε στο σταθμό Σιρ Νταριά του Ουζμπεκιστάν, στα ογδόντα χιλιόμετρα απ’ την Τασκένδη …».
Η διήγηση και η παρουσίαση διάφορων ανθρώπων μέσα από το βιβλίο με είχαν εγκλωβίσει στις σελίδες του σέρρα και ευχόμουν «μακάρι να μπορούσα να μεταφέρω τα συναισθήματά μου» καθώς έφτανα στο τέλος τους.
«…Ο Φειζέλ Κιουλκάν ήταν εκατό τοις εκατό Τούρκος και άνθρωπος. Ο Κριτόδημος εκατό τοις εκατό Έλληνας, κακοήθης και αχρείος. Ρώσος και Τούρκος και κτήνος ο Χαμζά Χαφίζ. Ρωμιός και άνθρωπος ο Όμηρος Σεμενιάδης, ο νονός και θετός μου πατέρας, για χάρη του οποίου πήρες και τ’ όνομά σου. Ρώσος, τομάρι και κάθαρμα ο Ρούρικ. Ιταλός και άνθρωπος ο Βερονέζι. Λαζός, άθλιος, απόβρασμα και μακελάρης ο Τοπάλ Οσμάν. Απ’ τους μεν και τους δε, διαλέγω τους ανθρώπους ανεξαρτήτως φυλής».
Τελείωσα την ανάγνωση με τις τελευταίες δυο αράδες: «Άμον τον ήλον έρθες και τ’ ς’ αστραπής το θάμα, σον ουρανόν εκρέμετ’ και της ζωής μ’ το στάγμα», και έκλεισα το βιβλίο νιώθοντας ένα έντονο ερωτηματικό να ξεπηδά από τα βάθη της ύπαρξής μου:
Ποιος μπορεί να είναι αντικειμενικός; Ο αφηγητής, ο συγγραφέας, ο αναγνώστης, ποιος;)

Κατερίνα Τσεμπερλίδου

«Αυτό το μυθιστόρημα θα το λατρέψεις»
Γιάννης Καλπούζος
Σέρρα, η ψυχή του Πόντου
Εκδόσεις Ψυχογιός
Ένα εκπληκτικό έπος. Το έπος του Ποντιακού Ελληνισμού από την πένα του Γιάννη Καλπούζου. Δεν γράφονται συχνά τέτοια βιβλία, τέτοιες ιστορίες. Ένα αριστουργηματικό μυθιστόρημα, που μιλάει στην ελληνική ψυχή και ξυπνάει μνήμες σε όσους κατάγονται από την εύφορη γη του Πόντου.
-Κάθε σελίδα του βιβλίου κρύβει συγκινήσεις, περιγράφει γεγονότα, επιφυλάσσει συνεχείς ανατροπές. Είναι τόσο πυκνογραμμένο, που το απολαμβάνεις αργά, σελίδα τη σελίδα, δεν βιάζεσαι να φτάσεις στην τελευταία. Έχει το χάρισμα της σοκολάτας της λογοτεχνίας. Όπως απολαμβάνεις κάθε κομμάτι σοκολάτας χωρίς να βιάζεσαι, έτσι συμβαίνει και με το μυθιστόρημα του Γιάννη Καλπούζου, θέλεις να καταγράψεις μέσα σου, να αφομοιώσεις, να απολαύσεις, όλες τις περιγραφές, τους ήρωες, την απίθανη ποιητική, λογοτεχνική γλώσσα, τη συμπυκνωμένη του σοφία.
-Ο Καλπούζος είναι χαρισματικός λογοτέχνης και ποιητής, δεν είναι απλά συγγραφέας. Συνδυάζει μοναδικά τη λογοτεχνική έκφραση γεμάτη ποιητική αύρα (με αλληγορίες, μεταφορές, παρομοιώσεις) μαζί με τοπικές διαλέκτους, ιδιωματισμούς και ντοπιολαλιές.
-Η ιστορία ξεκινάει τον Ιούνιο του 1915, στην Τραπεζούντα με τη γενοκτονία των Αρμενίων, όταν μια απελπισμένη μάνα Αρμένισσα, αφήνει την κόρη της Ταλίν, ένα κορίτσι δεκατεσσάρων ετών, όμορφο σαν να το ζωγράφισε ο ίδιος ο Θεός, στο σπίτι του Γαληνού Φιλονίδη για να το σώσει. Ο ήρωας του βιβλίου βρίσκεται αντιμέτωπος με τον κίνδυνο να εκτελεστεί να της δώσει καταφύγιο και να τον συνεπάρει η αιθέρια ομορφιά της. Όμως ο Γαληνός είναι αρραβωνιασμένος με ένα άλλο κορίτσι, τη Φιλάνθη, από την Ορντού, που ήδη κάνει όνειρα για το γάμο της μαζί του. Διχασμένος ανάμεσα στις δύο γυναίκες, ο Γαληνός, πρότυπο ηθικής, “μπέσας”, κανόνων και σωστής συμπεριφοράς, θα ακολουθήσει το δρόμο που επιβάλλει το σωστό.
-Από κει, όμως, αρχίζει ένα ανεμοστρόβιλος από γεγονότα που θα επιβάλει η μοίρα στον ήρωα, χωρίς να τον αφήσει να πάρει ανάσα. Θα περάσει δια πυρός και σιδήρου, θα αδικηθεί κατάφορα, θα προδοθεί και θα πονέσει αβάσταχτα σε σημείο που να ορκιστεί να εκδικηθεί τον διώκτη του, τον άνθρωπο που προσπάθησε να του καταστρέψει τη ζωή. Και αυτή η ζωή ακολουθεί τα συναισθήματα, τα βήματα και τους συμβολισμούς του κορυφαίου ποντιακού χορού Σέρρα, του αρχαίου Πυρρίχιου χορού της λεβεντιάς.
-Τα γυρίσματα της μοίρας και τη ιστορίας, θα φέρουν συχνά τον Γαληνό κοντά στους αγαπημένους του ανθρώπους κι άλλοτε πάλι, ένα χέρι θα τον συνθλίβει, παίρνοντάς του τα πάντα, αγάπη, σπίτι, οικογένεια, φιλία και πατρίδα.
-Σχεδόν ένας αιώνας ιστορίας καταγράφεται στο βιβλίο μέσα από δραματικά γεγονότα. Το μυθιστόρημα διαδραματίζεται στα μέρη του Πόντου, στις αρχές του εικοστού αιώνα, παρακολουθώντας τις διώξεις των Ελλήνων, από τους Τούρκους, αρχικά Νεότουρκοι και μετά Κεμαλιστές και στη συνέχεια, τον ξεριζωμό από την πατρίδα του Πόντου στη Σοβιετική Ένωση, τις εκτοπίσεις στα στρατόπεδα εργασίας στη Σιβηρία και στις άγονες στέπες του Καζακστάν, τις δημεύσεις περιουσιών, την τρομοκρατία επί αρχηγίας Στάλιν.
-Όπως και σε όλα του τα προηγούμενα ιστορικά βιβλία (Κύπρο στο “Ουρανόπετρα”, Ήπειρο στο “Ιμαρέτ”, Κωνσταντινούπολη στο “Άγιοι και Δαίμονες”) στο βιβλίο “Σέρρα”, ο Γιάννης Καλπούζος περιγράφει τις αδικίες, τις θηριωδίες, τις αγριότητες, τη βία και τη στρέβλωση της αλήθειας από όποιον έχει το πάνω χέρι στα πολιτικά πράγματα, τόσο στην Οθωμανική Τουρκία όσο και στην – τότε – Σοβιετική Ένωση.
-Στο μυθιστόρημα θα συναρπάσει τον αναγνώστη και κάτι ακόμα: Στην αρχή κάθε κεφαλαίου, ο συγγραφέας παραθέτει σαν απόσταγμα σοφίας το καταστάλαγμα όσων θα ακολουθήσουν. Σαν ένα σχόλιο από ένα γέροντα σοφό, ο οποίος με δύο κουβέντες σου ομολογεί τα μυστικά της ζωής. Είναι ο “χορός” της τραγωδίας.
-Παραθέτω εδώ μια επιλογή μου, ένα εξαιρετικό εισαγωγικό κείμενο – αν και ΟΛΑ τα εισαγωγικά κείμενα είναι αποστάγματα σοφίας – : «Ακόμα και μια πέτρα μπορεί να γίνει δάσκαλός σου». Μια πρωτότυπη κορωνίδα, που δίνει την ευκαιρία στον αναγνώστη να αφομοιώσει καλύτερα τα διδάγματα ζωής από τη μυθοπλασία του συγγραφέα. (Πάουλο Κοέλιο, μη ζηλέψεις!)
-Ο συγγραφέας, όμως, δίνει στον αναγνώστη και κάτι ακόμα: ένα τέλος που θα τον ανταμείψει για την αγωνία του. Ούτε που το φαντάζεσαι! Κάνει την ανατροπή της ανατροπής. Εκεί που νομίζεις πως έχουν χαθεί τα πάντα, υπάρχει Θεός και βάζει το χέρι του για να αλλάξει τη μοίρα του δίκαιου ανθρώπου.
-Το βιβλίο “Σέρρα” απευθύνεται στη λεβέντικη ελληνική ψυχή. Πόσω, μάλλον, στην κάθε Ποντιακή ψυχή, σαν τη δική μου, που έχει στο DNA της και στο υποσυνείδητό της, ιστορίες για διώξεις και ξεριζωμούς. Η μία οικογένεια τράβηξε για ανατολή, η άλλη για τη δύση, κάποιοι χάθηκαν, κάποιοι σκοτώθηκαν. Δεν μπορεί να μην συγκινηθείς διαβάζοντας την ιστορία που με τόσες λεπτομέρειες αφηγείται εξ ονόματος όλων εμών των Ποντίων, ο Γιάννης Καλπούζος. Αν και Ηπειρώτης. Αναζητάς μέσα στις σελίδες του βιβλίου τη δική σου οικογενειακή ιστορία και αναρωτιέσαι πόσα τράβηξαν οι παππούδες και προπαππούδες σου στον ευλογημένο τόπο του Πόντου. Με δέος ανακάλυψα μέσα στις γραμμές της ιστορίας το χωριό καταγωγής του παππού μου, “Σαράντων” λέγεται ή “Σαραντάρ” από τα μέρη της Κρώμνης (σελ. 356). Νομίζω της γιαγιάς μου, “Κορόνυξα” ή “Αρπαλί” δεν το συνάντησα κάπου.
-Καταλήγοντας, θέλω να τονίσω πόσο σημαντικό είναι το να παίρνεις ένα θετικό μήνυμα από κάθε βιβλίο. Το βιβλίο “Σέρρα” είναι ένας ύμνος στην ανάγκη του ανθρώπου για επιβίωση που, όμως, στηρίζεται σε αρχές και ήθος, όχι με κάθε τίμημα. Την επωδό αυτή, το μήνυμα της επιβίωσης, το πήρα στα πρώτα μου βήματα από έναν άνθρωπο που ήξερε να επιβιώσει: τη γιαγιά μου από την “Κορόνυξα” του Πόντου.
Αυτό το μυθιστόρημα θα το λατρέψεις.)

Μπάμπης Δερμιτζάκης στο Λέξημα φιλόλογος, βιβλιοκριτικός και συγγραφέας

«Θεωρώ τον Καλπούζο ως ένα από τους κορυφαίους πεζογράφους μας, και αυτό ίσως το πιο συναρπαστικό του βιβλίο».
Ένα συναρπαστικό ιστορικό μυθιστόρημα για τον Πόντο.
Έχω γράψει για άλλα πέντε μυθιστορήματα του Γιάννη Καλπούζου, βιβλιοκριτικές που έχουν αναρτηθεί στο blog μου, και κάποιες και στο Λέξημα. Συγκεντρωτικά τις έχω στην ιστοσελίδα μου. Σειρά έχει σήμερα η «Σέρρα, η ψυχή του πόντου». Σέρρα είναι ο αρχαϊκός πολεμικός χορός πυρρίχιος. Λέγεται και σέρρα γιατί χορευόταν κοντά στον ποταμό Σέρρα της Τραπεζούντος.
Ο Καλπούζος, μετά το ερωτικό μυθιστόρημα «Ό,τι αγαπώ είναι δικό σου» επιστρέφει στο ιστορικό μυθιστόρημα.
Διακρίνουμε και σ’ αυτό ό,τι εντοπίσαμε και στην «Πολυφίλητη» του Νίκου Ψιλάκη που παρουσιάσαμε πριν ένα μήνα: η ιστορία, η ερωτική ιστορία του Γαληνού και της Ταλίν, δεν είναι προσχηματική, είναι εντελώς συναρπαστική, που όμως μέσω αυτής έχει σαν στόχο ο συγγραφέας να μας παρουσιάσει την τραγική ιστορία των Ποντίων, από τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο μέχρι την προσφυγιά τους και τις περιπέτειές τους στην άλλοτε Σοβιετική Ένωση. Εκεί τους παρακολουθεί, γιατί εκεί αντιμετώπισαν άλλες περιπέτειες, ενώ η μετεγκατάστασή τους στην Ελλάδα, επίσης με προβλήματα – ο Καλπούζος αναφέρεται και σ’ αυτά – ήταν σχετικά ήπια.
Διαβάζοντας τη «Σέρρα» μου ήλθε στο μυαλό ένα απόσπασμα από το βιβλίο του φίλου μου του Μανόλη του Σέργη «Αστική λαογραφία: Αναπαραστάσεις της Αθήνας στο συγγραφικό έργο του Μιχαήλ Μητσάκη»: «Η Αποστολίδου έχει δίκιο όταν υποστηρίζει πως τα έργα με το υψηλότερο ποσοστό μυθοπλασίας, που εδράζονται στην περιφέρεια της Ιστορίας και εστιάζονται στην υποκειμενικότητα, μας φέρνουν κοντύτερα στη δομή της αίσθησης μιας παρελθούσας εποχής».
Το ζήτημα δεν είναι μόνο να ξέρεις, αυτό το μαθαίνεις από τα βιβλία ιστορίας, αλλά και να αισθανθείς. Και αυτό μπορεί να γίνει μόνο μέσα από τις προσωπικές ιστορίες, που πάνω τους αντανακλούνται οι πολιτικοί και κοινωνικοί κλυδωνισμοί, κάτι που είδα επίσης πολύ χαρακτηριστικά σε κάποιες ταινίες του κινέζου σκηνοθέτη Jia Zhangke. Μπορεί οι ήρωες του Καλπούζου να είναι επινοημένοι, όμως αυτά που τους συνέβησαν είναι πράγματα που συνέβησαν σε πάρα πολλούς στον Πόντο.
Σε ένα ιστορικό μυθιστόρημα αναγκαστικά κάνουν την εμφάνισή τους και πραγματικά, ιστορικά πρόσωπα, τα οποία βρίσκονται όμως σε δεύτερο πλάνο. Ήξερα κάποια πράγματα για τον μητροπολίτη Χρύσανθο, αλλά αγνοούσα για τον Λακόμπα. Πρόεδρος της Αμπχαζίας, υπέθεσα ότι ήταν ιστορική προσωπικότητα και τον έψαξα στο διαδίκτυο. Οι πληροφορίες γι’ αυτόν είναι αυτές που παραθέτει και ο Καλπούζος. Ψάχνοντας όμως και για τον Μπέρια, ανατρίχιασα μ’ αυτά που διάβασα. Τα βρήκα στη συνέχεια και στο μυθιστόρημα.
Το μεγάλο χάρισμα του Καλπούζου είναι η φοβερή επινοητικότητα στην πλοκή. Βρισκόμαστε μπροστά σε συνεχή σασπένς και ανατροπές, που κρατούν αδιάπτωτο το αναγνωστικό ενδιαφέρον. Και το μεγάλο σασπένς βέβαια, με τον έρωτα του Γαληνού και της αρμένιας Ταλίν. Θα ευοδωθεί τελικά; Ο Γαληνός σπαράζεται ανάμεσα στον έρωτά του για την Ταλίν και το συζυγικό καθήκον. Υποφέρουν και οι δυο. Κάποια στιγμή θα χωριστούν. Όμως θα ξαναβρεθούν. Και θα ξαναχωριστούν. Και…
Θα περάσουν και οι δυο τους πάρα πολλές περιπέτειες. Διαβάζοντας για τη σύλληψη του Γαληνού, τα βασανιστήρια που υπέστη, τον εξαναγκασμό του να υπογράψει ότι ήταν ένοχος, την εξορία του στη συνέχεια στα Γκουλάγκ, θυμήθηκα «Το μηδέν και το άπειρο» του Άρθουρ Κέσλερ.
Η γλώσσα έχει κατά τόπους λυρικά ξεχειλίσματα, κυρίως στους διαλόγους των δύο ερωτευμένων, ενώ σε κάθε κεφάλαιο υπάρχει μια παράγραφος οιονεί προμετωπίδα, με φιλοσοφικό-θυμοσοφικό στοχασμό. Παράδειγμα:
«Άμα γνωρίζεις πόσα σκαλοπάτια κατέβηκαν ορισμένοι άνθρωποι απ’ την αξιοπρέπεια και την ευημερία στην καταισχύνη και στην εξαθλίωση, αλλιώς μετράς το κάθε βήμα σου, αλλιώς στοχάζεσαι τα της ζωής σου κι αλλιώς, πιο λεύτερη, βγαίνει η ανάσα σου» (σελ. 199).
Ο Καλπούζος αξιοποιεί τα πλεονεκτήματα της πρωτοπρόσωπης και της τριτοπρόσωπης αφήγησης, τις οποίες χρησιμοποιεί κατά περίπτωση. Πρωτοπρόσωπος αφηγητής είναι ο κεντρικός ήρωας, ο Γαληνός.
Η «απόλαυση του κειμένου» μαζί με τη «γνώση της ιστορίας» κάνουν το βιβλίο αυτό συναρπαστικό και χρήσιμο ταυτόχρονα. Όμως να παραθέσουμε και να σχολιάσουμε κάποια αποσπάσματα.
«Αναφερόταν ο Γιαγκούμπ σε όσα ακολούθησαν μετά το σουλτανικό φιρμάνι του 1856, με το οποίο επετράπη η ανεξιθρησκία στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Τούτο έδωσε την ευκαιρία να φανερωθούν αρκετοί κρυπτοχριστιανοί, ή κλωστοί ή γυριστοί, και να επανέλθουν στην ορθόδοξη πίστη» (σελ. 36).
Υπάρχουν αρκετές παρόμοιες ιστορικές πληροφορίες που αγνοούσα, όπως η παρακάτω:
«…τους Αρμενίους που συγκρότησαν την οργάνωση Νέμεσις κι είχαν θανατώσει στο Βερολίνο τον Ταλαάτ πασά, τον δόκτορα Σακίρ και τον πρώην νομάρχη Τραπεζούντος Μεχμέτ Τζεμάλ Αζμί, καθώς και τον Τζεμάλ πασά στην Τιφλίδα ως πρωτεργάτες των σφαγών του 1915» (σελ. 390).
«Μέλλει μονάχα να φανερωθούν οι λεπτομέρειες από το ποιον δρόμο τελικά θα διαλέξεις. Ο άλλος, εκείνος που δεν θα τραβήξεις, θα μείνει για πάντα ανεξερεύνητος κι ίσως με παραπανίσια δόση μαγείας. Τουτέστιν όλα εξωραϊσμένα, αφού δεν θα δοκιμαστούν στην τριβή και στη φθορά της καθημερινής συμβίωσης» (σελ. 420).
Θυμίζει το τραγούδι «Μα θαρρώ πως θα τα μπλέξω, απ’ την Κική και την Κοκό ποια να διαλέξω. Την Κική την αγαπώ, μα μ’ αρέσει κι ηΚοκό», όμως ισχύει και γενικότερα. Πώς θα ήταν άραγε η ζωή μου αν είχα αποδεχθεί το διορισμό μου σαν καθηγητής αγγλικών στην πατρίδα μου την Ιεράπετρα και παραιτούμουν από τη θέση μου σαν φιλόλογος στην Κάσο όπου είχα διοριστεί δυο μήνες πριν, το Σεπτέμβρη του 1982;
«Φρόντιζαν οι Ρωμιοί να τηρούν τα έθιμα του τόπου τους, από τα κάλαντα και τους Μωμόγερους μέχρι τα κόκκινα αυγά το Πάσχα και την επίσκεψη στο νεκροταφείο την Κυριακή του Θωμά με φαγητά και ποτά» (σελ. 589-590).
Σε προηγούμενες σελίδες ο Καλπούζος δίνει λεπτομερή περιγραφή αυτών, αλλά και άλλων εθίμων, με εξαίρεση το έθιμο της επίσκεψης στο νεκροταφείο. Όμως εγώ το έζησα «ζωντανά» στο χωριό μου, με κάποιους φίλους ρωσοπόντιους, πριν πολλά χρόνια.
«Δεν είναι ντροπή να φοβάσαι. Ντροπή είναι να σε κάνει περίγελο ο φόβος κι εξαιτίας του να χάνεις το σέβας που σου αξίζει» (σελ. 50-51).
Έχω γράψει ότι στο εξής θα σταχυολογώ τα αποφθέγματα που συναντώ στα βιβλία που διαβάζω και θα τα καταχωρώ σε ξεχωριστό αρχείο. Το έκανε και ο Τολστόι.
Κι ένα ακόμη:
«…ο ανεκπλήρωτος έρωτας είναι βάσανο και αθεράπευτη πληγή» (σελ. 229).
Και θυμήθηκα τη μαντινάδα:
Αυτό το αχ! δεν είν’ φωτιά να πιω νερό να σβήσει
μόνο ’ναι πόνος στην καρδιά και θα με βασανίσει
«Παλιά σκότωναν τους θανατοποινίτες κατάδικους κλείνοντάς τους μέσα σε δωμάτιο όπου άναβαν κάρβουνα» (σελ. 81).
Να κάτι που αγνοούσα. Τουλάχιστον δεν βασανίζονταν.
Και μια παροιμία: «Του γάτου λέω φεύγα και του σκύλου πιάσ’ τον» (σελ. 258).
Οι αντένες μου δεν εντόπισαν κανένα ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν υπάρχουν και απλά μου ξέφυγαν. Συνάντησα όμως τον δάκτυλο: «Κύμα το κύμα το διάβα της ζήσης του» (σελ. 30) και «Περίμενε κάμποσο κι ύστερα άνοιξε η ξύλινη εξώπορτα τρίζοντας» (σελ. 99) καθώς και τον τροχαίο: «Βγήκε στο Ουζούν σοκάκι με το νου του στη Φιλάνθη» (σελ. 273).
Θεωρώ τον Καλπούζο ως ένα από τους κορυφαίους πεζογράφους μας, και αυτό ίσως το πιο συναρπαστικό του βιβλίο.)

Ρούλα Βουράκη

Το «σέρρα» και ο ίσκιος του τι χρειάζεται περισσότερο μια πεζογραφική αφήγηση για να γίνει από ενδιαφέρουσα συγκλονιστική; Τίποτε άλλο πέρα από την αλήθεια. Μοιάζει με τον αμάραντο αποκαλύπτουν οι σελίδες του ιστορικού μυθιστορήματος «σέρρα». Δεν μαραίνεται ποτέ, αλλά τη βρίσκεις δύσκολα, δυσκολότερα ακόμη, όταν χάνεται στις υπόγειες στοές της ιστορίας. Η αρματωσιά της όμως, σαν τη βρεις, μεταπλάθει τα αφηγούμενα κάτι παραπάνω από πειστικά σε διαχρονικά.

Με το βαρύτιμο αυτό φορτίο η συγγραφική πένα του Γιάννη Καλπούζου διαπερνά μυθοπλαστικά την ταραχώδη ιστορία του διαπολιτισμικού Πόντου στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, αποτυπώνει τον πολύπαθο βίο του και αποκρυπτογραφεί την ψυχή του ακολουθώντας τον ρυθμό του πυρρίχιου πολεμικού χορού που κρατά από τους ομηρικούς χρόνους, κοινωνεί ζώντες με νεκρούς και κοσμεί με το όνομά του: σέρρα το εξώφυλλο του μυθιστορήματος για να θυμίζει πριν από κάθε ανάγνωση ότι «κοιτάς μπροστά, όταν δεν ξεχνάς από πού έρχεσαι». Επιβάτες – αναγνώστες όλοι εμείς μιας θλιβερής αμαξοστοιχίας του χρόνου ακολουθούμε τις πολεμικές και ειρηνικές διαδρομές που η μυθοπλασία του «σέρρα» επιλέγει να οδηγήσει την πλοκή πάνω στις ράγες των μύθων και της ιστορίας. Στάση πρώτη στον Πόντο του πρώτου παγκοσμίου πολέμου, στην Τραπεζούντα και στην Ορντού. Στάση δεύτερη στη Σοβιετική Ένωση την πρώτη μετεπανασταστική περίοδο με το σταλινικό καθεστώς, τα στρατόπεδα εργασίας στη Σιβηρία και τις στέπες του Καζακστάν. Γνωρίζουμε τον συνεπιβάτη μας Γαληνό Φιλονίδη, θεματοφύλακα των χρηστών ηθών της εποχής του, καθώς η φωνή του εναλλασσόμενα από πρώτο σε τρίτο πρόσωπο ελεύθερου πλαγίου λόγου μάς συστήνει Ρωμιούς, Οθωμανούς, Νεότουρκους και Κεμαλιστές, Ρώσους πολιτικούς και κατασκόπους. Παίρνουμε μέρος στον μικρόκοσμο και μακρόκοσμο των διαγραφόμενων σχέσεων των ηρώων διαπροσωπικά, διαφυλετικά, δημόσια και παραπολιτικά, ενώ το συναίσθημά μας παρελκόμενο αναρριχάται στις τραγικές κορυφώσεις που αναπόφευκτα γεννά η δραματική αφήγηση της Γενοκτονίας Ποντίων και Αρμενίων που προσβάλλει και ακυρώνει τον πολιτισμό και τον ανθρωπισμό αντίστοιχα, εκεί που ο εθνικισμός και η μισαλλοδοξία συνθλίβουν το πρόσωπο του Θεού και του ανθρώπου.
Στα περισσότερα σημεία η αναγνωστική εμπειρία παραπέμπει σε μέθεξη θεατρικού δρώμενου δομημένου σε πολυεπίπεδο σκηνικό και σκηνοθετημένου αριστοτεχνικά στην απόδοση των χαρακτήρων, στην εναλλαγή των σκηνών και στο μεταξύ τους δέσιμο υποβάλλοντας τον δέκτη με τη φυσικότητα διαδοχής τόπων, γεγονότων και τοπίων όμοια με την εξίσου φυσική αλλαγή των εποχών του χρόνου. Η ατμοσφαιρική επένδυση των αφηγούμενων συνηγορεί στα παραπάνω, καθώς παραλλάσσεται από την πολεμική αχλύ του φόβου και της καχυποψίας, στην αοριστία του πολιτικού κλίματος, στην πολύμορφη εμπορική και πνευματική κίνηση του Πόντου και της Σοβιετικής Ένωσης και στην αισθαντικότητα του ερωτικού αισθήματος που μετεωρίζει τον Γαληνό ανάμεσα σε δύο γυναίκες διαφορετικού βιοθεωρητικού συστήματος, την Φιλάνθη και την Ταλίν που αφήνουν με τον δικό της τρόπο η καθεμία τα ίχνη της στην ψυχή του.
Την ενδιαφέρουσα αυτή διαδοχή διαχέει ένα πλούσιο πληροφοριακό υλικό ολιστικού χαρακτήρα που χαρίζει εγκύκλιο διάσταση στην αφήγηση αποκαλύπτοντας το ευρύ ερευνητικό πεδίο του συγγραφέα Γ. Καλπούζου ιστορικά, κοινωνικοπολιτικά, λαογραφικά και ευρύτερα πολιτισμικά. Ξεχωριστή θέση μεταξύ αυτών η έμφαση που δίνεται στη γλώσσα, στην ποντιακή διάλεκτο ιδιαίτερα, στα τοπωνύμια και στο παναθρώπινο ταξίδι του εκπεφρασμένου λόγου στις ενδιαφέρουσες μεταμορφώσεις της ρίζας των λέξεων μεταξύ των φυλών και των λαών (bacalao: ισπανικά, μπακαλ: τούρκικα, μπακάλης: ελληνικά).
Από το ιδεολογικό πλαίσιο του κεντρικού άξονα αναδύεται η ιδέα της ελληνικότητας του Πόντου, και το αίτημα της απελευθέρωσης και ένωσης του με την Ελλάδα. Παράλληλα ακτινογραφείται το προσφυγικό δράμα στην πιο ειδεχθή εκφορά του στην ιστορία της ανθρωπότητας, εκεί όπου τα αποτρόπαια εγκλήματα κατά των προσφύγων στους μαζικούς διωγμούς τους θα στιγματίζουν για πάντα με τα πιο μελανά χρώματα τη συνείδηση του ανθρώπινου πολιτισμού. Για μια ακόμη φορά γινόμαστε μάρτυρες αναγνωστικά της τραγικής μοίρας του ανθρώπου, όταν γίνεται πρόσφυγας και συναντά την οικουμενική ψυχή του ξεριζωμένου όλων των εποχών στον αδυσώπητο συμβιβασμό του όλα είναι δρόμος και φυγή και ο θάνατος συνήθεια. Πρόκειται για τη στιγμή που το «εγώ» συνθλίβεται κάτω από το ηθικό χρέος, όταν πρόκειται για γονείς, ενώ σε άλλες περιπτώσεις η εξαθλίωση μεταφέροντας το βάρος αφόρητο από το σώμα στην ψύχη αντιστρέφει τον ίδιο τον ηθικό κώδικα επιβάλλοντας εξαχρειωτικά το δίκαιο της επιβίωσης ως ισχυρότερο όλων.
Με παράπλευρες στάσεις της αφήγησης στους ομόκεντρους κύκλους της πλοκής ιχνογραφούνται η κοινωνική θέση του άντρα και της γυναίκας αναλογικά με τη φυλή και τη θρησκεία, τα όρια, οι διαχωριστικές γραμμές και οι ανατροπές αυτών που επιβάλλουν συγκυριακά την αλλαγή ρόλων. Στο ίδιο πλαίσιο επισημαίνονται οι επαναστατικές τάσεις των μορφωμένων και οι δραστηριότητες της Εθνικής Ένωσης Νέων στη συγκρότηση ένοπλου τάγματος επικουρικού της ελληνικής χωροφυλακής, οι μυστικές οργανώσεις όσων δεινοπάθησαν από τους Τούρκους και βέβαια οι αντάρτικές ομάδες του βουνού που όπως σε κάθε περίπτωση λειτουργούσαν αυτοδίκαια και ληστρικά. Μέσα απ’ όλα αυτά η πιο καθαρή αλήθεια που διαποτίζει τη σοφία της ζωής: το καλό και το κακό χωρίς φυλετική και θρησκευτική ταυτότητα, δύο όψεις της ζωής σε σταθερή αλληλεπίδραση. Στη μυθοπλαστική εκδοχή του «σέρρα» εκεί που ξεψυχά η προδοσία του Ρωμιού γεννιέται και η αληθινή φιλία του με τον Τούρκο. Χρώμα δεν έχουν τα αισθήματα, ούτε η ψυχή που τα γεννά.
Το πνεύμα του φιλελευθερισμού τέλος που διαποτίζει προοδευτικά το δεύτερο μέρος του βιβλίου με το πέρασμα της αφήγησης στη Σοβιετική Ένωση δίνει ενδιαφέρουσες προεκτάσεις στον προβληματισμό του αναγνώστη γύρω από την ελευθερία του λόγου και της σκέψης, την αξία της ανθρώπινης οντότητας και τη δύναμη της συνήθειας και νοοτροπίας του λαού έναντι της καθεστωτικής αντίληψης.
Τα γεγονότα και τη δράση της μυθοπλασίας του «σέρρα» σε σχέση με τα πρόσωπα – χαρακτήρες και τους ρόλους τους εναρμονίζει η αφηγηματική τέχνη του δημιουργού Γιάννη Καλπούζου συγκεντρώνοντας όλες εκείνες τις αρετές που την κάνουν μοναδική χαρίζοντάς της απαράμιλλη αξία. Περιπέτεια, ανατροπές, προοικονομία, επιβράδυνση κι επιτάχυνση στα σημεία κρατούν αδιάπτωτα υψηλό το αναγνωστικό ενδιαφέρον, ενώ το εκδικητικό μένος που σκοτεινιάζει την ψυχή του Γαληνού γίνεται ευρηματικός μοχλός που κινεί δεξιότεχνα την πλοκή. Με στιβαρό τον ρεαλισμό της αφήγησης σε νατουραλιστικές ακρώρειες στις άγριες δολοφονίες των τσετών, η αφήγηση μετακυλά συχνά τα ηθογραφικά μέρη σε ψυχογραφικά, ενίοτε και ψυχαναλυτικά, ενώ η εικονοπλαστική δύναμη του ύφους στα περιγραφικά μέρη αποδίδει γλαφυρά την ατμόσφαιρα των σκηνών με λυρικές απολήξεις στην απόδοση του ερωτικού αισθήματος απορροφώντας διαισθητικά τον αναγνώστη.
Από την εναλλαγή των φωνών του τριτοπρόσωπου εξωδιηγητικού σε πρωτοπρόσωπο ενδο- και ομοδιηγητικού αφηγητή ξεχωρίζει μια τρίτη δευτεροπρόσωπη που επικεντρώνεται στην προμετωπίδα των κεφαλαίων και εκφράζει θυμοσοφικά κυρίως το απόσταγμα της κρίσης για τ’ ανθρώπινα.
Σε μια από αυτές ο αφηγητής διερωτάται ρητορικά αν ο έρωτας χωρίς πάθος είναι σαν να γράφεις ποίημα δίχως ή με ολίγη ποίηση. Με την καταφατική απάντηση που εμπεριέχεται στο ρητορικό ερώτημα θα συμφωνήσει αβίαστα ο αναγνώστης κλείνοντας το πολυσέλιδο βιβλίο(629 σελίδες) που κρατά στα χέρια του και έχοντας ήδη νιώσει το πάθος της δημιουργικής γραφής του να τον πλημμυρίζει στην αναγνωστική του εμπειρία.
Ανάγει τότε τον συγγραφέα Γιάννη Καλπούζο και το ιστορικό μυθιστόρημα του: «σέρρα» σε καλλιτέχνη – επιστήμονα τον πρώτο, σε έντεχνο εγχειρίδιο πολυγνώσης το δεύτερο που διευρύνει και ανατείνει πνευματικά και ψυχικά αντίστοιχα. Στη συνείδηση του αναγνώστη γίνεται πόνημα δυνατό το «σέρρα», έτσι που ο απόηχος της ανάγνωσής του σαν ίσκιος του βιβλίου να μη βαραίνει ποτέ στο χρόνο τη συνείδηση του πυρήνα του, τόσο απλά, όπως η συμβουλή της κυρά – Λεμονιάς, της μάνας του Γαληνού για τις πράξεις του γιου της και των άλλων:
«Κοιτάτε μονάχα να μη σας βαραίνει ο ίσκιος σας και να μη βαραίνει άλλους. Είτε παιδιά σας είναι, είτε δικοί σας, είτε ξένοι». (Σελ. 360)

Σωτηρία Παπαρσένη

Το «σέρρα» και ο ίσκιος του
Τι χρειάζεται περισσότερο μια πεζογραφική αφήγηση για να γίνει από ενδιαφέρουσα συγκλονιστική;
Τίποτε άλλο πέρα από την αλήθεια. Μοιάζει με τον αμάραντο αποκαλύπτουν οι σελίδες του ιστορικού μυθιστορήματος «σέρρα». Δεν μαραίνεται ποτέ, αλλά τη βρίσκεις δύσκολα, δυσκολότερα ακόμη, όταν χάνεται στις υπόγειες στοές της ιστορίας. Η αρματωσιά της όμως, σαν τη βρεις, μεταπλάθει τα αφηγούμενα κάτι παραπάνω από πειστικά σε διαχρονικά. Με το βαρύτιμο αυτό φορτίο η συγγραφική πένα του Γιάννη Καλπούζου διαπερνά μυθοπλαστικά την ταραχώδη ιστορία του διαπολιτισμικού Πόντου στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, αποτυπώνει τον πολύπαθο βίο του και αποκρυπτογραφεί την ψυχή του ακολουθώντας τον ρυθμό του πυρρίχιου πολεμικού χορού που κρατά από τους ομηρικούς χρόνους, κοινωνεί ζώντες με νεκρούς και κοσμεί με το όνομά του: σέρρα το εξώφυλλο του μυθιστορήματος για να θυμίζει πριν από κάθε ανάγνωση ότι «κοιτάς μπροστά, όταν δεν ξεχνάς από πού έρχεσαι».
Επιβάτες – αναγνώστες όλοι εμείς μιας θλιβερής αμαξοστοιχίας του χρόνου ακολουθούμε τις πολεμικές και ειρηνικές διαδρομές που η μυθοπλασία του «σέρρα» επιλέγει να οδηγήσει την πλοκή πάνω στις ράγες των μύθων και της ιστορίας. Στάση πρώτη στον Πόντο του πρώτου παγκοσμίου πολέμου, στην Τραπεζούντα και στην Ορντού. Στάση δεύτερη στη Σοβιετική Ένωση την πρώτη μετεπανασταστική περίοδο με το σταλινικό καθεστώς, τα στρατόπεδα εργασίας στη Σιβηρία και τις στέπες του Καζακστάν. Γνωρίζουμε τον συνεπιβάτη μας Γαληνό Φιλονίδη, θεματοφύλακα των χρηστών ηθών της εποχής του, καθώς η φωνή του εναλλασσόμενα από πρώτο σε τρίτο πρόσωπο ελεύθερου πλαγίου λόγου μάς συστήνει Ρωμιούς, Οθωμανούς, Νεότουρκους και Κεμαλιστές, Ρώσους πολιτικούς και κατασκόπους. Παίρνουμε μέρος στον μικρόκοσμο και μακρόκοσμο των διαγραφόμενων σχέσεων των ηρώων διαπροσωπικά, διαφυλετικά, δημόσια και παραπολιτικά, ενώ το συναίσθημά μας παρελκόμενο αναρριχάται στις τραγικές κορυφώσεις που αναπόφευκτα γεννά η δραματική αφήγηση της Γενοκτονίας Ποντίων και Αρμενίων που προσβάλλει και ακυρώνει τον πολιτισμό και τον ανθρωπισμό αντίστοιχα, εκεί που ο εθνικισμός και η μισαλλοδοξία συνθλίβουν το πρόσωπο του Θεού και του ανθρώπου.
Στα περισσότερα σημεία η αναγνωστική εμπειρία παραπέμπει σε μέθεξη θεατρικού δρώμενου δομημένου σε πολυεπίπεδο σκηνικό και σκηνοθετημένου αριστοτεχνικά στην απόδοση των χαρακτήρων, στην εναλλαγή των σκηνών και στο μεταξύ τους δέσιμο υποβάλλοντας τον δέκτη με τη φυσικότητα διαδοχής τόπων, γεγονότων και τοπίων όμοια με την εξίσου φυσική αλλαγή των εποχών του χρόνου. Η ατμοσφαιρική επένδυση των αφηγούμενων συνηγορεί στα παραπάνω, καθώς παραλλάσσεται από την πολεμική αχλύ του φόβου και της καχυποψίας, στην αοριστία του πολιτικού κλίματος, στην πολύμορφη εμπορική και πνευματική κίνηση του Πόντου και της Σοβιετικής Ένωσης και στην αισθαντικότητα του ερωτικού αισθήματος που μετεωρίζει τον Γαληνό ανάμεσα σε δύο γυναίκες διαφορετικού βιοθεωρητικού συστήματος, την Φιλάνθη και την Ταλίν που αφήνουν με τον δικό της τρόπο η καθεμία τα ίχνη της στην ψυχή του.
Την ενδιαφέρουσα αυτή διαδοχή διαχέει ένα πλούσιο πληροφοριακό υλικό ολιστικού χαρακτήρα που χαρίζει εγκύκλιο διάσταση στην αφήγηση αποκαλύπτοντας το ευρύ ερευνητικό πεδίο του συγγραφέα Γ. Καλπούζου ιστορικά, κοινωνικοπολιτικά, λαογραφικά και ευρύτερα πολιτισμικά. Ξεχωριστή θέση μεταξύ αυτών η έμφαση που δίνεται στη γλώσσα, στην ποντιακή διάλεκτο ιδιαίτερα, στα τοπωνύμια και στο παναθρώπινο ταξίδι του εκπεφρασμένου λόγου στις ενδιαφέρουσες μεταμορφώσεις της ρίζας των λέξεων μεταξύ των φυλών και των λαών (bacalao: ισπανικά, μπακαλ: τούρκικα, μπακάλης: ελληνικά).
Από το ιδεολογικό πλαίσιο του κεντρικού άξονα αναδύεται η ιδέα της ελληνικότητας του Πόντου, και το αίτημα της απελευθέρωσης και ένωσης του με την Ελλάδα. Παράλληλα ακτινογραφείται το προσφυγικό δράμα στην πιο ειδεχθή εκφορά του στην ιστορία της ανθρωπότητας, εκεί όπου τα αποτρόπαια εγκλήματα κατά των προσφύγων στους μαζικούς διωγμούς τους θα στιγματίζουν για πάντα με τα πιο μελανά χρώματα τη συνείδηση του ανθρώπινου πολιτισμού. Για μια ακόμη φορά γινόμαστε μάρτυρες αναγνωστικά της τραγικής μοίρας του ανθρώπου, όταν γίνεται πρόσφυγας και συναντά την οικουμενική ψυχή του ξεριζωμένου όλων των εποχών στον αδυσώπητο συμβιβασμό του όλα είναι δρόμος και φυγή και ο θάνατος συνήθεια. Πρόκειται για τη στιγμή που το «εγώ» συνθλίβεται κάτω από το ηθικό χρέος, όταν πρόκειται για γονείς, ενώ σε άλλες περιπτώσεις η εξαθλίωση μεταφέροντας το βάρος αφόρητο από το σώμα στην ψύχη αντιστρέφει τον ίδιο τον ηθικό κώδικα επιβάλλοντας εξαχρειωτικά το δίκαιο της επιβίωσης ως ισχυρότερο όλων.
Με παράπλευρες στάσεις της αφήγησης στους ομόκεντρους κύκλους της πλοκής ιχνογραφούνται η κοινωνική θέση του άντρα και της γυναίκας αναλογικά με τη φυλή και τη θρησκεία, τα όρια, οι διαχωριστικές γραμμές και οι ανατροπές αυτών που επιβάλλουν συγκυριακά την αλλαγή ρόλων. Στο ίδιο πλαίσιο επισημαίνονται οι επαναστατικές τάσεις των μορφωμένων και οι δραστηριότητες της Εθνικής Ένωσης Νέων στη συγκρότηση ένοπλου τάγματος επικουρικού της ελληνικής χωροφυλακής, οι μυστικές οργανώσεις όσων δεινοπάθησαν από τους Τούρκους και βέβαια οι αντάρτικές ομάδες του βουνού που όπως σε κάθε περίπτωση λειτουργούσαν αυτοδίκαια και ληστρικά. Μέσα απ’ όλα αυτά η πιο καθαρή αλήθεια που διαποτίζει τη σοφία της ζωής: το καλό και το κακό χωρίς φυλετική και θρησκευτική ταυτότητα, δύο όψεις της ζωής σε σταθερή αλληλεπίδραση. Στη μυθοπλαστική εκδοχή του «σέρρα» εκεί που ξεψυχά η προδοσία του Ρωμιού γεννιέται και η αληθινή φιλία του με τον Τούρκο. Χρώμα δεν έχουν τα αισθήματα, ούτε η ψυχή που τα γεννά.
Το πνεύμα του φιλελευθερισμού τέλος που διαποτίζει προοδευτικά το δεύτερο μέρος του βιβλίου με το πέρασμα της αφήγησης στη Σοβιετική Ένωση δίνει ενδιαφέρουσες προεκτάσεις στον προβληματισμό του αναγνώστη γύρω από την ελευθερία του λόγου και της σκέψης, την αξία της ανθρώπινης οντότητας και τη δύναμη της συνήθειας και νοοτροπίας του λαού έναντι της καθεστωτικής αντίληψης.
Τα γεγονότα και τη δράση της μυθοπλασίας του «σέρρα» σε σχέση με τα πρόσωπα – χαρακτήρες και τους ρόλους τους εναρμονίζει η αφηγηματική τέχνη του δημιουργού Γιάννη Καλπούζου συγκεντρώνοντας όλες εκείνες τις αρετές που την κάνουν μοναδική χαρίζοντάς της απαράμιλλη αξία. Περιπέτεια, ανατροπές, προοικονομία, επιβράδυνση κι επιτάχυνση στα σημεία κρατούν αδιάπτωτα υψηλό το αναγνωστικό ενδιαφέρον, ενώ το εκδικητικό μένος που σκοτεινιάζει την ψυχή του Γαληνού γίνεται ευρηματικός μοχλός που κινεί δεξιότεχνα την πλοκή. Με στιβαρό τον ρεαλισμό της αφήγησης σε νατουραλιστικές ακρώρειες στις άγριες δολοφονίες των τσετών, η αφήγηση μετακυλά συχνά τα ηθογραφικά μέρη σε ψυχογραφικά, ενίοτε και ψυχαναλυτικά, ενώ η εικονοπλαστική δύναμη του ύφους στα περιγραφικά μέρη αποδίδει γλαφυρά την ατμόσφαιρα των σκηνών με λυρικές απολήξεις στην απόδοση του ερωτικού αισθήματος απορροφώντας διαισθητικά τον αναγνώστη.
Από την εναλλαγή των φωνών του τριτοπρόσωπου εξωδιηγητικού σε πρωτοπρόσωπο ενδο- και ομοδιηγητικού αφηγητή ξεχωρίζει μια τρίτη δευτεροπρόσωπη που επικεντρώνεται στην προμετωπίδα των κεφαλαίων και εκφράζει θυμοσοφικά κυρίως το απόσταγμα της κρίσης για τ’ ανθρώπινα.
Σε μια από αυτές ο αφηγητής διερωτάται ρητορικά αν ο έρωτας χωρίς πάθος είναι σαν να γράφεις ποίημα δίχως ή με ολίγη ποίηση. Με την καταφατική απάντηση που εμπεριέχεται στο ρητορικό ερώτημα θα συμφωνήσει αβίαστα ο αναγνώστης κλείνοντας το πολυσέλιδο βιβλίο(629 σελίδες) που κρατά στα χέρια του και έχοντας ήδη νιώσει το πάθος της δημιουργικής γραφής του να τον πλημμυρίζει στην αναγνωστική του εμπειρία.
Ανάγει τότε τον συγγραφέα Γιάννη Καλπούζο και το ιστορικό μυθιστόρημα του: «σέρρα» σε καλλιτέχνη – επιστήμονα τον πρώτο, σε έντεχνο εγχειρίδιο πολυγνώσης το δεύτερο που διευρύνει και ανατείνει πνευματικά και ψυχικά αντίστοιχα. Στη συνείδηση του αναγνώστη γίνεται πόνημα δυνατό το «σέρρα», έτσι που ο απόηχος της ανάγνωσής του σαν ίσκιος του βιβλίου να μη βαραίνει ποτέ στο χρόνο τη συνείδηση του πυρήνα του, τόσο απλά, όπως η συμβουλή της κυρά – Λεμονιάς, της μάνας του Γαληνού για τις πράξεις του γιου της και των άλλων:
«Κοιτάτε μονάχα να μη σας βαραίνει ο ίσκιος σας και να μη βαραίνει άλλους. Είτε παιδιά σας είναι, είτε δικοί σας, είτε ξένοι». (Σελ. 360)

Τέσυ Μπάιλα

«μέσα στη φωτιά της Ιστορίας» Κατευθείαν στην καρδιά της ποντιακής ψυχής στοχεύει ο Γιάννης Καλπούζος γράφοντας το βιβλίο αυτό. Και ταυτόχρονα παραδίδει ένα βιβλίο για την Ιστορία του Πόντου αλλά και ολόκληρης της Ελλάδας. Με το γνωστό του τρόπο στήνει εκ νέου το ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο της εποχής και ζωντανεύει μέσα από την ιστορία των ηρώων του την ατμόσφαιρα της εποχής με ένα ρεαλιστικό και ταυτόχρονα γοητευτικό τρόπο.

Ιούνιος του 1915, στην Τραπεζούντα, την εποχή που ο Α΄ Παγκόσμιος πόλεμος λυμαίνεται τις τύχες των ανθρώπων και οι Πόντιοι βρίσκονται στα τάγματα εργασίας παλεύοντας να επιβιώσουν σε πολύ αντίξοες συνθήκες. Μια μικρή κοπέλα αρμενικής καταγωγής θα φυγαδευτεί για να γλιτώσει από τον θηριώδη διώκτη της. Θα κρυφτεί στο σπίτι ενός νέου άντρα, του Γαληνού. Παράλληλα, στην περιοχή Ορντού μια νεαρή κοπέλα, εύπορης καταγωγής, σχεδιάζει το γάμο της μαζί του. Κι ενώ ο Γαληνός, ένας πολύ μορφωμένος για την εποχή του άντρας, θα βρεθεί αντιμέτωπος με το δίλημμα ανάμεσα στις δύο αυτές γυναίκες και θα νιώσει να δοκιμάζονται οι προσωπικές του αντοχές, η Ιστορία θα γράφει νέες σελίδες με τον εκτοπισμό των Αρμενίων και τη δίωξη όσων κρύβουν Αρμένιους να πρωταγωνιστούν σ’ αυτές και θα αντιστρατεύεται κάθε προσπάθεια των ηρώων να ζήσουν μια ανέφελη ζωή. Οθωμανοί διώκτες, Ρώσοι και Τούρκοι κατάσκοποι, Ρωμιοί καταδότες περιδιαβαίνουν τις σελίδες του βιβλίου και δημιουργούν νέες συνθήκες και απρόβλεπτες ανατροπές. Κι ενώ μαίνεται ο πόλεμος ο έρωτας διεκδικεί τη μοίρα των ηρώων αυτών, αποφασίζει ερήμην τους για την τύχη τους και διεκδικεί το δικό τους μερδικό ζωήςμέσα στην Ιστορία. Γίνεται όλος μια επαναστατική κραυγή που δικαιώνει την ανθρώπινη υπόσταση και αναφλογίζει τη δύναμή της.
Παράλληλα ο συγγραφέας σκηνοθετεί κινηματογραφικές σκηνές και καταγράφει τους ήρωές του και τις αντιδράσεις τους, χρησιμοποιώντας μια κρουστή γλώσσα και βαθιά συμπυκνωμένα νοήματα. Χαρακτηριστικός είναι ο τρόπος που δομεί την πλοκή μέσα σε πολλά και μικρά κεφάλαια που επιτρέπουν στον αναγνώστη μια απαραίτητη αναγνωστική ανάσα όταν διαβάζει μια ιστορία γεμάτη από τις βαρβαρότητες της σφαγής των Αρμενίων, τη ρωσική κατάκτηση της Τραπεζούντας, την προσπάθεια να δημιουργηθεί η Ελληνική Δημοκρατία στον Πόντο, τα εγκλήματα που διέπραξαν οι Νεότουρκοι και άνθρωποι του Κεμάλ, τις σταλινικές βιαιότητες. Και ταυτόχρονα να δει τις νοοτροπίες που δημιούργησαν τις ανθρώπινες συμπεριφορές, τα ήθη και τα έθιμα της εποχής, το ρόλο των θρησκευτικών πεποιθήσεων στη ζωή των ανθρώπων, την ανθρωπογεωγραφία μιας ολόκληρης εποχής, τη συνύπαρξη των φυλών σε έναν τόπο, τον τρόπο που ο τρόμος και οι πολιτικές ακρότητες σημάδεψαν τη ζωή των ανθρώπων αλλοτινών, όχι και τόσο μακρινών, εποχών.
Κάθε κεφάλαιο αρχίζει με ένα στοχασμό από τον αφηγητή του βιβλίου που αρχικά δε γνωρίζουμε ποιος ακριβώς είναι. Το απόφθεγμα αυτό όμως συμπυκνώνει τη βαθιά και ουσιώδη σκέψη του και παράλληλα όλα όσα θα επακολουθήσουν στο κεφάλαιο αυτό. Στοχασμοί που από μόνοι τους είναι αρκετοί για να προκαλέσουν το αναγνωστικό ενδιαφέρον και να γίνουν αφορμή για σκέψη.
Είναι γνωστή η παραστατικότητα με την οποία αφηγείται ο Γιάννης Καλπούζος. Και σε τούτο το βιβλίο του η Ιστορία κινεί τα νήματα των κοινωνιών και ρυθμίζει τις τύχες των ηρώων. Και σε τούτο το βιβλίο του καταθέτει ένα ανθρωποκεντρικό μυθιστόρημα , με βάση την ιστορική εμβρίθεια και τεκμηρίωση, που κινητοποιεί τα ψυχικά αποθέματα του αναγνώστη την ίδια στιγμή που κοινωνεί τις ιδέες του μαζί του.
Η αγάπη του συγγραφέα για τη γνώση του παρελθόντος είναι γνωστή. Ο Καλπούζος ξέρει πολύ καλά πως το παρελθόν εμπεριέχει το μέλλον και συχνά επεξηγεί το παρόν. Γι’ αυτό το λόγο και πρέπει να το κατανοήσουμε. Και το αναμοχλεύει προσπαθώντας να το αναδείξει. Η γενοκτονία των Ποντίων είναι το όχημα για να αποτιμήσει ο αναγνώστης καλύτερα την ιστορική πραγματικότητα της εποχής. Μόνο η επαγρύπνηση της ατομικής συνείδησης άλλωστε μπορεί να κινητοποιήσει τη συλλογική μνήμη των λαών και το μυθιστόρημα μια και συνδυάζει με τον καλύτερο τρόπο την περιγραφή της περιπέτειας, το συναίσθημα και τη φιλοσοφία της εποχής γίνεται στα χέρια του έμπειρου συγγραφέα το μέσο εκείνο που μπορεί να μεταφέρει καλύτερα τη γνώση των γεγονότων.
Έτσι ο συγγραφέας μελετά σε βάθος την ιστορική πραγματικότητα. Καταβυθίζεται μέσα στα γεγονότα, στις συμπεριφορές που τα ενέπνευσαν και στον ψυχισμό των ανθρώπων που τα βίωσαν. Ο συγγραφέας έχει επιλέξει ως υπέρτιτλο του βιβλίου τη λέξη «σέρρα», που σημαίνει τον χαρακτηριστικό πολεμικό χορό των Ποντίων, έναν χορό που έλκει την καταγωγή του από τον αρχαίο Πυρρίχιο. Επί της ουσίας όμως αυτό που περιγράφει είναι πώς αλλάζουν οι ανθρώπινες συνειδήσεις μέσα στη φωτιά της Ιστορίας και πώς καταφέρνουν να επιβιώσουν οι άνθρωποι ακολουθώντας μοιραία τα βήματα αυτού του πολεμικού χορού, αφού όλη η ανθρώπινη ζωή είναι προσεκτικοί, ανθρώπινοι, λεβέντικοι βηματισμοί πάνω στην Ιστορία.
Χαρακτηριστικά άλλωστε περιγράφει σε κάποιο σημείο του βιβλίου αυτόν το χορό και τη στάση ζωής που σηματοδοτεί στην έκφρασή του και είναι αυτό το επιστέγασμα της ιδεολογικής σημασίας ολόκληρου του βιβλίου: «Αργά, κοφτά, ξεκίνησε η μουσική και κατόπιν όλο να ταχύνεται ο ρυθμός, να ξαναπέφτει, και πάλι ογλήγορος. Ταίριαζαν οι βηματισμοί τους με το άγριο των βουνών, το άγριο της ζωής τους και με τα πολεμικά τεχνάσματα που παρίστανε ο αρχαίος Πυρρίχιος χορός. Επίθεση, άμυνα, παραφύλαξη, απειλή, οπισθοχώρηση, ελιγμό, κάλυψη, όλα τα περιέκλειε ο χορός τους. Όμως δεν ήταν μόνο τούτα. Έσφιγγαν τα χέρια τους, καθώς δένουν τα κλωνάρια στον κορμό, σ’ ένα αντάμωμα συντρόφων, ζωντανών και αποθαμένων. Κι έσκαβαν με τις μπότες τη γης, θαρρείς κράζοντάς της ότι την πατούν και συγχρόνως σάμπως ν’ αφουγκράζονται όσους τους φώναζαν από κάτω, γενιές και γενιές πρωτύτερες.
Χόρευαν κι έδειχναν να υπερίπτανται του κόσμου. Να κάθεται ο Θεός μέσα στον άνθρωπο κι ο άνθρωπος ν’ αρπάζεται απ’ τον Θεό. Το φέγγος και η σκοτεινιά να εναλλάσσονται στα πρόσωπά τους, φωτοσκότεινοι, ίδιο το στάλαμα της ζωής. Να ζυμώνεται το κορμί, να τσακίζει, να λύνεται και να ξαναδένεται. Ν’ αναπαύεται η ψυχή κάπου στα σύγνεφα, να λυτρώνεται κι ευθύς να τρομάζει. Τη μια να τους τραβά το χώμα, την άλλη να υψώνονται όπως ο Ανταίος. Να πυρακτώνεται ο νους και να βογκά ο τόπος απ’ τους γδούπους, να τρέμει απ’ την παλικαριά και την αποκοτιά τους. Να χτυπούν τα γόνατα καταγής και πάλι να στυλώνονται ορθοί. Να κατέχουν ότι παρέκει καρτερά ο θάνατος και να τον περιγελούν.
Αντάρα και καταχνιά να θολώνει το βλέμμα τους, μα και να σκιρτά στα λοξοκοιτάγματά τους γλυκάδα αντρίκεια. Ν’ αποζητούν στων γυναικών τα μάτια το λίγωμα, το παίνεμα, της σάρκας και της καρδιάς το φούντωμα. Δαιμονική δύναμη, αφιονισμένη, φαινόταν να ρίχνεται καταπάνω τους ή να εφορμά από μέσα τους. Έβγαζαν και κραυγές άναρθρες απ’ τα στόματά τους και πότε πότε φώναζαν «Όι!» «Όι!», σαν να νογούσαν ότι δεν τους βοηθά η γλώσσα να τα παραστήσουν όλα τούτα με λόγια κι επιστράτευαν το κορμί να τα συλλαβίσει…».)

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΓΚΡΑΒΟΥΡΕΣ ΠΟΝΤΟΣ-ΤΡΑΠΕΖΟΥΝΤΑ

ΧΑΡΤΕΣ ΠΟΝΤΟΣ ΤΡΑΠΕΖΟΥΝΤΑ

 

 

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΓΚΡΑΒΟΥΡΕΣ ΣΟΥΧΟΥΜ

 

 

 

 

ΧΑΡΤΕΣ ΣΟΧΟΥΜ ΑΜΠΧΑΖΙΑ

 

 

 

 

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΧΑΡΤΕΣ ΚΑΖΑΚΣΤΑΝ

 

 

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΟΔΗΣΣΟΣ

 

 

Το σέρρα στην ΕΡΤΔείτε εδώ την αναφορά της ΕΡΤ στο σέρρα  http://www.ert.gr/eidiseis/politismos/ertsyggrafeis/giannis-kalpouzos-serra-psychi-tou-pontou/

 

 

ΚΑΛΠΟΥΖΟΣ

Αρέσει σε %d bloggers: