Αγναντεύοντας την Ήπειρο

ΑΓΝΑΝΤΕΥΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΗΠΕΙΡΟ
Ψηλά λαγάριζε ο ουρανός. Χαμηλά ρουφούσε το χώμα το σκοτάδι, λίγο λίγο σαν το θολό νερό που κατακάθεται. Περπατούσα όλη νύχτα. Μια με τραβούσαν τα βουνά, μια μ’ έδεναν οι κάμποι. Αλλά κι αν στέριωναν τα ποτάμια τα νερά τους να περάσω, να κόψω δρόμο, κι αν χαμήλωναν τα πολυσέλιδα βουνά κι οι ράχες τα κορμιά τους να διαβεί το βλέμμα μου και να γαζώσει τους τόπους πίσω τους, δεν άρκεσε η νύχτα. Ούτε μια ζωή δεν φτάνει, ούτε πολλές ζωές. Θέλει μια ζωή να γίνει χιλιάδες. Να μοιραστείς. Αλλού να στέλνεις τα μάτια, αλλού τα χέρια. Εδώ την καρδιά, εκεί τον νου.
Γιατί είναι οι τόποι μόνοι τους κι οι τόποι μαζί με τους ανθρώπους. Τη μια βαμμένοι όνειρα, την άλλη μ’ αίμα, ιδρώτα και δάκρυ, τραγούδια κι έρωτα, ζωή και θάνατο.
Πρέπει σπιθαμή τη σπιθαμή να σκύβεις, ν’ ακουμπάς τ’ αυτί σου στο χώμα. Ν’ ακούς ποιοι αντιχτυπούν από κάτω. Να δεις τα χρώματα, να μυρίσεις τα κλαριά και να τ’ αγκαλιάσεις ένα ένα κι ούτε να ξεχνάς πως τ’ αγκάλιασαν κι άλλοι πριν από σένα κι ότι θα ‘ρθουν κι άλλοι μετά από σένα. Να βαπτισθείς στον Βοϊδομάτη και στον Άραχθο, στον Θύαμη και στον Αχέροντα, στον Αώο και στον Λούρο. Ν’ ακούσεις το κόχλασμα στα ριζοσπήλια και να χαθείς στους λόγγους, στις ράχες και στη λιμνοθάλασσα της Ροδιάς. Ν’ ακούς κλαρίνα τα μεσάνυχτα στις ρεματιές και πανηγύρια μετά την εκκλησιά στις χωμάτινες πλατείες. Να γνέθεις στη ρόκα μήνες, εποχές, στιγμές, θρύλους και παραμύθια. Ν’ ανεβείς στον Σμόλικα, στα Τζουμέρκα, στον Τόμαρο και στο Μιτσικέλι.
Να χαθείς στ’ Ακροκεραύνια και να σε βρει η Θεά Γη. Να σου δείξει δρόμους για το Πωγώνι, τον Ελαφότοπο και το Μέτσοβο· το Τσεπέλοβο, το Κομπότι, το Βουργαρέλι και τους Καλαρρύτες.
Να ξεχωρίζεις ανάσες κι όπου πας να σταματάς. Σκολειά να βλέπεις να χτίζει στην Άρτα ο Μανωλάκης, τον Μάξιμο Γραικό να παίρνει δρόμο για το Άγιο Όρος κι ύστερα για τη Ρωσία και να κόβεται ο δρόμος των Φιλελλήνων στο Πέτα. Να πιάνεις κουβέντα με τον πρωτομάστορα, με τον Καρυωτάκη, τον Κοτζιούλα, ή τον Μάρκο Μπότσαρη και τον Τζαβέλα. Κι ύστερα με τον Πύρρο, τη Δέσπω και τον Κρυστάλλη.
Κάπου να σκιάζεσαι, κάπου να ντρέπεσαι κι αλλού να νιώθεις την ψυχή σου να σηκώνεται τ’ αψήλου. Να γκρεμίζεσαι στον Ζάλογγο και στη Μονή Σέλτσου και να περηφανεύεσαι. Να συναντάς τους ιερείς της Δωδώνης, την κυρά Φροσύνη και τις γυναίκες της Πίνδου, του καμάτου και των γογγυσμών, που για αιώνες ζωή διάβηκαν με κλειστά μάτια, που θα πει ζωή που δεν έζησαν.
Να συναντάς τον Ζώη Καπλάνη, τους Ζωσιμάδες και τον Ανδρούτσο· τους Πελασγούς, τους Θεσπρωτούς, τους Πελειάδες, τους Μολοσσούς και τους Περαιβούς· τους Σελλούς και την πόλη Γραία, απ’ όπου Γραικοί ονομαστήκαμε· κι ύστερα τους Κομνηνούς, τους Αγγέλους και τους Παλαιολόγους, μα κι όλων των χρόνων τους κολίγους που φεγγάρι μαύρο, βυζί μητριάς πατρίδας, βύζαξαν και κόμπο τον κόμπο σύναξαν τον ιδρώτα να ζυμώσουν το ψωμί της ζήσης.
Να σκάβεις το χώμα και κάτω από τις εκκλησιές να βρίσκεις μαντεία, κάτω από τους Τσάμηδες Θυάμιδες και κάτω από τη μια θρησκεία άλλη και ξανά άλλη και γλώσσες και λαούς που ανακατεύτηκαν κι άλλοι έχασαν τη σειρά τους κι άλλοι την κράτησαν ωσάν το δεντρί τη ρίζα του.
Πρέπει να νιώθεις τον τόπο να τρέμει, να βογκά σαν σε γέννα και να ευωδιάζει. Ν’ ανταμώνεις με Βλάχους κι Αρβανίτες και να ορθώνεται ομπρός σου το Δεσποτάτο. Να σε ρίχνουν στην κολυμπήθρα, να περνάς κάτω από επιτάφιους και να κινάς τον χειμώνα με το καυσόξυλο παραμάσχαλα για το σχολείο. Να ποτίζονται τα μάτια σου απ’ τα ποτάμια και τα λαγκάδια. Να περπατάς στο Πάπιγκο, στο φαράγγι του Βίκου και στη Βάλια Κάλντα και να ζηλεύει η Ζίτσα και η Κόνιτσα.
Κι ώσπου να διακρίνεις τον Σαμουήλ στο Κούγκι απ’ τον Κοσμά τον Αιτωλό, να βουτάς στην Παμβώτιδα και να βγαίνεις στη Νικόπολη. Να ‘ρχονται οι Αθαμάνες και κάτι να σε στέλνει σαράντα χιλιάδες χρόνια πίσω στην Καστρίτσα και στο Ασπροχάλικο. Κι απάνω να πετούν σταυραετοί, γεράκια και πετροχελίδονα· τριγύρω να χορεύουν ελάφια, ζαρκάδια και λύκοι· και πέρα στον Αμβρακικό κονδυλοφόροι να γίνονται τις νύχτες τα κατάρτια. Ν’ ακούς ψαλμωδίες στη Μονή Κηπίνας και τώρα να λες θα πέσει στον γκρεμό. Ν’ ακούς βαρβάρους να περνούν: Γότθοι, Σλάβοι, Βούλγαροι, Νορμανδοί, Οθωμανοί.
Κι όποτε τολμήσεις να πεις τα είδα όλα να σε σταματούν ο Μπακόλας, ο Σκαλτσογιάννης κι ο λόρδος Μπάιρον, μα κι άγνωστοι που άφησαν δικούς κι αγαπημένους στους Άγιους Σαράντα, στην Πρεμετή, στην Κορυτσά, στο Αργυρόκαστρο.
Να θωρείς τα ξεφλουδίσματα στ’ αλώνια και να σου διηγούνται οι γέροντες πώς καιν καντήλια στους γκρεμούς· πώς άγια κόκαλα γυρίζουν πίσω στο ποτάμι· πώς μαρτυρούν τη μοίρα οι ωμοπλάτες των αρνιών· μα και πώς έτρωγαν στην κατοχή ψωμί από βελανίδια κι αγριάδα.
Ψωμί καθάριο να τρως τη μια και ζεστή μπομπότα ή κουλούρα την άλλη. Να κολυμπάς στο Ιόνιο ή στον Καλεντίνη και μετά να σκίζεις σανίδια στα ρέματα, να κουβαλάς λιθάρια και πλάκες για τα σπίτια και τα γιοφύρια. Λέξεις ν’ ακούς, ξενόφερτες να σου φαντάζουν. Ν’ ακούς τη μάνα σου να λέει ποριά την πόρτα του φράχτη κι ύστερα να θυμάσαι το «πόρος» πέρασμα. Και να λες Έλληνες και Γραικοί εδώ βαπτίστηκαν, στην Ήπειρο.
Να μετράς τα ρεάλια που πλήρωναν στους Ενετούς για προστασία, τα γρόσια και τα γράμματα επί Οθωμανών, να σε σκεπάζει ο ίσκιος του Καραϊσκάκη και του Μακρυγιάννη και ν’ ακούς ονόματα Θαρύπας, Αιακίδης, Άμβρακας, Πτολεμαίος, Έλενος, Λάνασσα, Βιρκένα, Θεοδώρα, Θεά Άρτεμη Ηγεμόνη, ναύαρχος Φαϊκ Πασάς.
Να θωρείς τον Πήγασο σε χάλκινα νομίσματα· μάχες στην Πύδνα και στο Δυρράχιο· ποτάμια αίμα στο Μπιζάνι, στο Γρίμποβο, στα Πέντε Πηγάδια, στο γιαταγάνι του Αλή Πασά, στη σπάθα του Λιμπεράκη Γερακάρη. Να θωρείς τις επαναστάσεις του Δελεάνου και του Διονυσίου Σκυλοσόφου· κι επιδρομές του Αλάριχου, των Σαρακηνών απ’ το πέλαγος και των Ούννων. Μα και των απογόνων τους, καθώς των Γερμανών το ’40, να ρίχνονται στο Κομμένο και να μακελεύουν κι αλλού να σέρνουν Εβραίους στα κρεματόρια κι ύστερα ν’ αποχαιρετάς τις στρατιές των μεταναστών της δεκαετίας του ’60 π’ αναχωρούν για τη Γερμανία.
Να στέκεσαι ψηλά στα Κεντρώματα στις Μελάτες και να μυρίζεσαι ζωή χρόνων αλλοτινών που κάτι χαλάσματα μονάχα πια τη μαρτυρούν στο Παλιχώρι. Και να λες έχει χωριά και τόπους κι ιστορία στα Γιάννενα, στην Πρέβεζα, στη Θεσπρωτία και στην Άρτα που ποτέ δεν θα μάθω.
Και να ξέρεις πως όλα ξεπηδούν σαν όνειρα μες απ’ τα όνειρα. Σμίγουν σε κυκλικούς χορούς, φεύγουν κι έρχονται, γίνονται κουβάρι, χιλιάδες νήματα μαζί. Χορεύουν, όπως οι Ηπειρώτες μες στη μέθεξη της γενναίας θλίψης των τραγουδιών τους, σαν να τους τραβά τα χέρια ο ουρανός και να τους μαγνητίζει τα πόδια ο θάνατος.
Κι όταν αρχίζεις να μολογάς, να ξέρεις ότι ένα λες και χιλιάδες έχεις ξεχάσει. Μέχρι να πεις πενήντα τόσα χρόνια τίποτε δεν έμαθα για την Ήπειρο. Μόνο την αγνάντεψα.
Γιάννης Καλπούζος

ΑΡΤΑ ΕΘΝΟΣ

Το αντιλάλημα της Άρτας
«Να η Άρτα πώς χορεύει στεφανωμένη με ιστορία στην αγκαλιά του Άραχθου, πατώντας στον Αμβρακικό και κρατώντας της τα χέρια τα Τζουμέρκα και τα Ραδοβύζια»
Σαράντα πέντε μάστοροι κτίζουν μύθους στο γεφύρι και μολογούν το αντιλάλημα της Άρτας στους αιώνες, ακολουθώντας βήματα ανάκατα αφότου ο Άμβρακας φύτεψε τ’ όνομά του σε τούτη τη γης, μα κι οι Πελασγοί, οι Μολοσσοί, οι Αθαμάνες, οι Περαιβοί και πόσοι άλλοι.
Ωσάν ανεμοστρόβιλος φέρνει η ιστορία ονόματα: Πύρρος, Κομνηνός, Θεοδώρα, Δηιδάμεια. Να κι ο Μάρκος Φούλβιος να φεύγει απ’ την Αμβρακία με χίλια τόσα αγάλματα για τη Ρώμη, να ο Αλάριχος που ‘ρχεται απ’ τα βουνά και Σαρακηνοί απ’ το πέλαγος, να κι ο Μακρυγιάννης με το γιαταγάνι κι ο Νικόλαος Σκουφάς να τραβά στην Κασσοπίτρα να μάθει τα πρώτα γράμματα.
Εδώ το 232 π. Χ. απέκτησαν δημοκρατικό πολίτευμα, εδώ η πρωτεύουσα του Δεσποτάτου της Ηπείρου, εδώ έχτιζε σχολειά ο Μανολάκης το 1662, από δω ο Μάξιμος Γραικός πήρε το δρόμο για το Άγιο Όρος κι ύστερα για τη Ρωσία. Να κι ο Γεργανός, ο Περάνθης, ο Λάγιος, ο Μόραλης, ο Δημόπουλος, ο Τσούτσινος, ο Καρατζένης, ο Βαφιάς κι όλων των χρόνων τα γλυκά αποστάγματα. Μα παραδίπλα στέκονται κι οι αιματοβαμμένοι ο Αλή Πασάς, ο Λιμπεράκης Γερακάρης κι οι Γερμανοί που μακέλεψαν το Κομμένο και βομβάρδισαν την πόλη και τα χωριά. Και να άλλες βρύσες αίματος, ηρωικού, στην Άρτα και στο Πέτα που σώπασε το τραγούδι των φιλελλήνων το 1822, στο Δημαριό και στο Κλειδί το 1854, στο Γρίμποβο το 1897 και το 1912 και πόσους άλλους τόπους. Να κι οι Σουλιώτισσες που γκρεμίστηκαν στην Μονή Σέλτσου το 1804.
Ασύχαστος τόπος. Να οι πρόσφυγες της Μικρά Ασίας καταφτάνουν το 1923, να οι Πόντιοι το 1960. Να οι Εβραίοι που σέρνονται στα κρεματόρια της Γερμανίας. Κι απ’ τη Γερμανία να μην γλιτώνεις. Εργάτης να φεύγεις το 1960, φωτογραφίες με μαύρα γυαλιά να στέλνεις στους δικούς σου και να πισωπατάς στο χρόνο, στο 1881 να φτάνεις στα χρόνια της απελευθέρωσης, τότε που βυζί μητριάς πατρίδας βύζαξαν οι κολίγοι. Κι όλο ελπίδα να τάζει η Παναγία της Ροδιάς, των Μελατών κι η Κάτω Παναγιά, μα και των Βυζαντινών οι θαυμαστές κόρες η Παρηγορήτρια, η Αγία Θεοδώρα, η Παναγία της Βλαχέρνας, η Κόκκινη Εκκλησιά. Όλες γένους θηλυκού, της τρυφερότητας και της απαντοχής, μα οι γυναίκες για αιώνες ζωή διάβαιναν και ζωή δεν θωρούσαν.
Να η Άρτα! Ράχες, βουνά και κάμπος. Ρέματα, παραπόταμοι κι ο μέγας Άραχθος. Με ιστιοφόρα όνειρα στον Αμβρακικό αντάμα με τσικνιάδες και πελεκάνους· με κρούσταλλα να κρέμονται το χειμώνα στους γκρεμούς· με μωβ φωτιές τις κουτσουπιές την άνοιξη· μ’ αποστρατευμένα φύλλα το φθινόπωρο όλο κατανυκτικά χρώματα· και με τις πορτοκαλιές και τις λεμονιές πράσινες αειθαλείς νύφες.
Εδώ το ψωμί στην γάστρα, τα πλατώματα του κάστρου όπου τόσα μάτια δέθηκαν, τα φεγγαρομπαλώματα στους πισινούς, η λούρα κι η φοβέρα του δάσκαλου. Στο φως της λάμπας πετρελαίου να διαβάζεις, με το καυσόξυλο παραμάσχαλα να κινάς για το σχολειό, να σπρώχνεις το λεωφορείο να βγει την ανηφόρα με τις λάσπες το 1970 κι άλλοτε ν’ αφήνεσαι στον γλυκασμό της ανατολής στο Ραδοβύζι και της ωσάν χρυσάνθεμο δύσης στο Ξηροβούνι.
Εδώ σε κυκλικούς χορούς, σαν το ‘χουν οι ηπειρώτες, να σου τραβά τα πόδια ο θάνατος κι ο ουρανός τα χέρια και με τσίπουρο αψύ να θεριεύουν τα όνειρα· παρέκει καντάδες ν’ ακούγονται στο ξημέρωμα του εικοστού αιώνα· ιμάμηδες σε ήχους βυζαντινούς να ψέλνουν στο Ιμαρέτ· το κλαρίνο με μελίσματα της χαρμολύπης να στεφανώνει τα Τζουμέρκα· κι αλλού του Σοφοκλή τα οράματα ν’ ανοίγονται στ’ αμφιθέατρα κι ως σήμερα ψάλτες και παπάδες μες τις εκκλησιές ν’ ανταπαντούν σαν σε χορό αρχαίας τραγωδίας.
Και ξάφνου βρέχει και μπουμπουνίζει και μούσκεμα φτάνεις περπατητός στην Άρτα του 1960 και πίσω καρτερούν καλούδια τα παιδιά και μολογήματα της πόλης. Μα πλιο ερήμωσαν τα χωριά και παιδιά δεν καρτερούν. Μονάχα τα μάτια των γερόντων αναθεματίζουν το δρόμο π’ άρπαξε την σπορά τους.
Αλλά έχει γυρίσματα ο χρόνος. Πήραν μιλιούνια με το ζόρι οι Ρωμαίοι να εποικίσουν την Νικόπολη και νέκρωσε για 6-7 αιώνες η Αμβρακία. Μα πάλι ορθώθηκε, ως Άρτα. Γιατί μια γειτονιά είναι ο χρόνος κι αυτός που πέρασε κι ο τωρινός κι αυτός που θα ‘ρθει. Να, όπως ο πετροπόλεμος των Αμβρακιωτών· ο πετροπόλεμος επί Οθωμανών· μα και μετέπειτα γειτονιά με γειτονιά· και να ‘τος σήμερα στα Ιντερνέτ Καφέ και στις οθόνες μέσα, στη γειτονιά του κόσμου και του χρόνου. Να, όπως φεύγεις πιωμένος απ’ τα συμπόσια το 200 π. Χ. ή απ’ τα Καφέ Αμάν και τα Καφέ Σαντάν του 19ου και του 20ου αιώνα κι απ’ το περίπτερο «Κρυστάλλης» το 1980. Μα και μεθυσμένος, άλλως πώς, απ’ του Κρυστάλλη το ποίημα που με τες φτερούγες του σταυραητού σε πάει τ’ αψήλου.
Γιατί όλοι μια μεταλαβιά του χρόνου είμαστε και της μνήμης. Ένας κόκκος άμμου στην Κορωνησία, μια βελόνα έλατου στο Βουργαρέλι, μια καλαμιά στα διβάρια της Βίγλας, ένα κούμαρο στο Δίστρατο, μια χιονονιφάδα στα Θεοδώριανα, ένα θρόισμα στην Σκουληκαριά, μια πυγολαμπίδα στο Κομπότι ή στην Καλεντίνη, ένα αναδίπλωμα του νερού στα Άγναντα, ένα χαμόγελο που σε καρτερεί στην Άρτα.
Γιάννης Καλπούζος

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s