Όλες οι δημοσιεύσεις από Giannis Kalpouzos

Γινάτι

 

 

 

 

Γιάννης Καλπούζος, νέο μυθιστόρημα

 Τίτλος: «γινάτι», υπότιτλος: «Ο σοφός της λίμνης»

Κυκλοφορεί στις 22 Μαρτίου 2018

από τις εκδόσεις Ψυχογιός

σελίδες 576

Πρώτη έκδοση σε 50.000 αντίτυπα

Λίγα λόγια για το μυθιστόρημα

Ο Ζώτος και η Τουρκογιαννιώτισσα Χαβαή, με την πολυκύμαντη ερωτική τους σχέση, ο αινιγματικός και σοφός βαρκάρης σιορ Δονάτος, μια γυναίκα-αράχνη, με μάτια ωσάν σε κατάνυξη προσευχής αλλά και φλεγόμενους δαίμονες εντός τους, ο λούστρος Εβραίος Γιάκος, ο φλύαρος σαν σπουργίτι Βιργίλης (βλάχικης καταγωγής), ο σατανικός εμπειρικός γιατρός Μαργαζής και ο τυχοδιώκτης παπα-Λέρας, ο οποίος καυχιέται ότι εκδύει τις γυναίκες από τα αμαρτήματα και από τα εσώρουχα, μπλέκονται στο γαϊτανάκι που υψώνει ως μιαρή ή ευλογημένη έκρηξη το γινάτι με αφορμή έναν φόνο, μια αυτοκτονία, τον φόβο της αντεκδίκησης, την καταφρόνια της κοινωνίας, τη θρησκεία, τον πλούτο, τη φτώχια, τη ζήλια, τον πόθο, κάποια ανομολόγητα εγκλήματα που θα συμβούν κατά τη Μικρασιατική εκστρατεία, την εθνική ταυτότητα και τον διάβολο ή τον άγγελο που κρύβει καθένας μέσα του. Και κυλά η ζωή τους πότε σαν αγριεμένο ποτάμι και πότε σαν γλυκασμός της άνοιξης.

Πρωταγωνιστές και δευτεραγωνιστές πορεύονται στα χρόνια της ιταλικής κατοχής των Ιωαννίνων του 1917∙ της πρώτης απόπειρας δημιουργίας Ρουμάνικου πριγκιπάτου στην περιοχή της Πίνδου∙ της εξόρυξης πετρελαίου στη Δραγοψά (όπου επιχειρούνται ξανά έρευνες από το 2015)∙ της εκστρατείας στη Μικρά Ασία∙ της προσφυγιάς Μικρασιατών και Ποντίων, αλλά κι εκείνης των Τουρκογιαννιωτών∙ του διχασμού των Ελλήνων σε βενιζελικούς και αντιβενιζελικούς∙ και της μάστιγας της ληστοκρατίας στην Ήπειρο, της οποίας την ύπαιθρο λυμαίνονταν διαβόητοι λήσταρχοι με πολυμελείς συμμορίες (ενίοτε δρούσαν και εντός των πόλεων), ενώ έφταναν να απαγάγουν μέχρι βουλευτές.

Συνάμα οι ήρωες ακολουθούν τα βήματα Εβραίων, Βλάχων, Σαρακατσάνων και όσων Τουρκογιαννιωτών δεν ανταλλάχθηκαν ως αλβανικής καταγωγής ή χατιρικά, και γενικότερα την ταραγμένη χρονική περίοδο πριν από το 1922 και κατά την πρώτη δεκαετία του Μεσοπολέμου με στρατιωτικά κινήματα, επαναστάσεις και κυβερνήσεις επί κυβερνήσεων.

Στο υπόστρωμα της μυθοπλασίας αναπαριστάνεται ολόκληρη εκείνη η εποχή (1917-1929) και προκύπτουν, μέσα από τη δράση των ηρώων, οι νοοτροπίες, οι συμπεριφορές, τα ήθη, η μόδα, κατάρες, ευχές, μάγια και τόσα άλλα.

Συγχρόνως το βιβλίο πραγματεύεται κοινωνικά, διαχρονικά και πανανθρώπινα ζητήματα όπως η συνύπαρξη (χριστιανών και μουσουλμάνων μετά το 1913, όταν ο υποτακτικός γίνεται αφέντης, ή με τους Εβραίους), οι πολυσχιδείς εκφάνσεις της ψυχής, η αγριότητα που κρύβουμε εντός μας και μπορεί να μας μετατρέψει στον πόλεμο και σε άλλες περιστάσεις σε ανδρείους ή σιχαμερούς και ποιος δικαιούται να ονομάζεται Έλληνας. Ασχολείται εκτεταμένα και με το γινάτι είτε ως ξεροκεφαλιά, θυμό, εκδικητικότητα και ούτω καθεξής, είτε ως δημιουργικό και γόνιμο πείσμα.

Στο μυθιστόρημα συνυφαίνονται το ερωτικό στοιχείο, το μυστήριο, η περιπέτεια, το αναπάντεχο, το άγριο και το ήμερο, οι έντονα συγκινητικές στιγμές και πάμπολλοι ανθρώπινοι χαρακτήρες, με τα πάθη, τις προσδοκίες, τα προτερήματα και τα ελαττώματά τους, ενώ υπόσχεται μέσω της αναπαραστατικής δύναμης της γλώσσας την αναγνωστική ευφορία.

Στην ίδια πατρίδα συνυπάρχουν ή συγκρούονται διαφορετικοί κόσμοι, ομάδες και άτομα∙ σμίγουν ή αποχωρίζονται τα όνειρα κι ανακατώνονται τα αίματα, οι θρησκείες και οι γλώσσες∙ κι όλα συμβαίνουν με επίκεντρο τα Γιάννενα, την πόλη των θρύλων και της μυστηριακής γοητείας.

ΚΑΠΟΙΟΙ ΔΕΝ ΞΕΧΝΟΥΝ ΠΟΤΕ


ΚΑΠΟΙΟΙ ΔΕΝ ΞΕΧΝΟΥΝ ΠΟΤΕ

Διηγήματα και μια παραλογή

Εξώφυλλο Οπισθόφυλλο

Έκδοση Β’

54

 

Κάποιοι δεν ξεχνούν ποτέ – Διηγήματα και μια παραλογή

«Κάποιοι δεν ξεχνούν ποτέ». Στα μάτια μιας καλογριάς τα εικονίσματα παίρνουν τη μορφή του πρώην αγαπημένου της και παλεύει με τη λησμοσύνη, τον έρωτα, την αμαρτία και τη συνείδησή της, μέχρι που επεμβαίνει η ηγουμένη.

  1. «Λουνέμα».

Το τυχαίο συμβάν φέρνει στον δρόμο του ήρωα την ιδανική γυναίκα στο πρόσωπο μιας τσιγγάνας, η οποία έχει την ικανότητα να ανιχνεύει τον εσωτερικό του κόσμο. Ψέμα ή αλήθεια; Ονειρικός πόθος ή απολογισμός πεπραγμένων; Όπως και να ‘χει, τα θέλω και τα πρέπει, οι συμβάσεις μιας διαμορφωμένης ζωής και οι αποφάσεις που πάρθηκαν ή όχι μεταβολίζονται σε ποιητικό και αφηγηματικό δρώμενο.

  1. «Ο Κάδος».

Κάποιος άγνωστος κλείνεται σ’ ένα κάδο σκουπιδιών, ενώ ο ήρωας τον παρακολουθεί χωρίς να παρεμβαίνει. Η απόσταση απ’ τους άλλους, η άνοδος και η πτώση, η επιτυχία και η αποτυχία, το θήραμα και ο κυνηγός, η δημόσια εικόνα και η ιδιωτική, η απομόνωση και ο ατομικισμός, η ματαιότητα της ύπαρξης και το παμφάγο του ανθρώπου, η υποκρισία και η τρομολαγνεία, η τόσο διαφορετική πρόσληψη των γεγονότων και κατ’ επέκταση του κόσμου από τον καθένα κι εν τέλει ο ρόλος που, είτε το θέλουμε είτε όχι, μοιράζει για όλους ο σκηνοθέτης της ζωής.

  1. «Μόνο να τους άγγιζα».

Στο εγκαταλειμμένο χωριό του επιστρέφει και περιφέρεται ολόγυμνος ο ήρωας. Μόνη υπαρκτή παρουσία μια γριά που συνομιλεί με όσους τα όνειρα τούς φέρνουν εκεί όπου τα πρωτοτάϊσαν. Η νοσταλγία, η ερήμωση των ορεινών χωριών, το παρελθόν μέσα από το νέο βλέμμα, η παντοτινή πατρίδα του ομφάλιου γενέθλιου τόπου.

  1. «Χάντρα χάντρα».

Η διπλή ζωή ενός ναυτικού, ο οποίος καθώς πέφτουν μία μία οι χάντρες του κομπολογιού του αναθυμάται κι ένα συνταρακτικό γεγονός από τα περασμένα. Οι γλυκασμοί, το αγρίμι του πόθου, οι ενοχές. «Τι τα θες, άμα μπλέξει ο άντρας με δυο ψυχές, με δυο κορμιά, με δυο ονείρατα, εύκολα δεν ξεμπλέκει. Ό,τι κι αν κάμει κάποια θ’ αδικήσει. Το πιθανότερο και τις δυο».

  1. «Βέβηλη επιλογή».

Η Guernica της φουρτουνιασμένης ψυχής του ήρωα μέσα από στιγμές και πρόσωπα της Ιστορίας που μπλέκονται σ’ ένα κυκλώνα αισθήσεων και παραισθήσεων και ενός ακραίου ερωτικού συναπαντήματος, του οποίου η κατάληξη παραπέμπει στην απελευθέρωση από τα δεσμά της σεξουαλικής επιθυμίας.

  1. «Ο Φιλ».

O σερβιτόρος κι ένα ποτήρι ξεδιπλώνουν τις μεταξύ τους και όχι μόνο, σχέσεις εξουσίας, σατιρίζοντας ταυτόχρονα τις λογοτεχνικές φόρμες, αλλά και τις ανταγωνιστικές σχέσεις παλαιοτέρων και νεότερων ομότεχνων.

  1. «Απόχρωση ονείρου».

Τα μάτια του ναύτη αλλάζουν ξαφνικά χρώμα και γίνονται γαλάζια. Ένα ταξίδι στις αποχρώσεις του γαλάζιου και στους δρόμους της ψυχής του ήρωα που αποφασίζει ν’ ακολουθήσει την ενόρασή του ενώ διαπομπεύεται απ’ το περιβάλλον του.

  1. «Αγίασμα».

Μια γυναίκα, μισή πανέμορφη και μισή ανάπηρη που πλένει τα μαλλιά της μόνο με βροχόνερο, αντικρίζει τον περιφρουρημένο της κόσμο να γκρεμίζεται όταν υψώνουν πολυκατοικία στο διπλανό οικόπεδο. Οι φοβίες, η δύναμη της παραπλανητικής εικόνας, ο άγνωστος κόσμος όσων υπάρχουν δίπλα μας, η κοινωνική μειονεξία ως απότοκο των καθιερωμένων προτύπων περί του ωραίου.

  1. «Ακινητισμός».

Σαρκασμός των πάσης φύσεως «-ισμών» και δογμάτων, καθώς ο ήρωας στέκεται ακίνητος για πενήντα έξι ώρες σε μια πλατεία. Συγχρόνως, η εκμετάλλευση του ονόματος σπουδαίων δημιουργών από νεότερους ομότεχνους, η μίμηση, η ανάγκη να ανήκει κανείς κάπου, η εξουσία της φήμης και η έλξη που ασκεί με όσα υπόσχεται.

  1. «Όχι άλλα λάθη».

Με χιουμοριστική διάθεση παρουσιάζεται η μονότονη ζωή δύο πενηντάρηδων, οι οποίοι σπάνε τη μοναξιά τους με μια ιδιότυπη αλληλογραφία. Το παράπονο, η αντιζηλία και ο φθόνος που ενίοτε προκαλεί η απομόνωση και η μοναξιά, καθώς και η τραγικότητα που βιώνουν οι μοναχικοί άνθρωποι όταν δεν είναι επιλογή τους.

  1. «Ο γκρεμός».

Στιγμιότυπα του παρελθόντος και του παρόντος με κέντρο τον γκρεμό – τόπο μαρτυρίου κι οδυνηρής λύτρωσης, μα και σύμβολο του σκοταδισμού – σκιαγραφούν την τραγική πορεία αιώνων ενός χωριού ή της Ελλάδας ή και ολόκληρου του κόσμου. Το σύγχρονο κατεστημένο αφ’ ενός αποσιωπά όσα συνέβησαν στον γκρεμό και αφ’ ετέρου συνεχίζει την ίδια εγκληματική δράση με σύνθημα: «Κι οι ποιητές επικίνδυνοι είναι!» Το θέμα εξελίσσεται με τον κεντρικό ήρωα να ξενυχτά επί τρία βράδια στο χείλος του γκρεμού, ενώ πέντε οργανοπαίχτες παίζουν ηπειρώτικα τραγούδια.

  1. «Βαβυλωνία εξουσιών».

Ύστερα από ένα χωρισμό ο ήρωας περιφέρεται ως αλήτης στην επαρχία, όπου μέσα από διάφορα ευτράπελα περιστατικά αυτοσαρκάζεται και σαρκάζει τις ποικίλες μορφές εξουσίας και τους εξουσιαζόμενους, ενώ ο ίδιος σύρεται από τις επιλογές των άλλων άβουλος και αδιάφορος ν’ αντιδράσει.

  1. «Το στοίχημα».

Δε θα μιλήσω για ένα μήνα, στοιχηματίζει ο ήρωας και στη συνέχεια αποπειράται να απεμπολήσει μία-μία και τις άλλες αισθήσεις του ως δοκιμασία εσωτερικής καταβύθισης και αυτογνωσίας. Το εγχείρημα προκαλεί ποικιλοτρόπως τους λοιπούς εργαζόμενους στο ίδιο γραφείο, καθώς αντιβαίνει στις δικές τους προτεραιότητες, και συνασπίζονται εναντίον του ανισόρροπου κατ’ αυτούς συναδέλφου. Ωστόσο η συνοχή τους διασπάται εμπρός στην επιμονή του, όπως θα μπορούσε να διαρραγεί το μέτωπο της καθεστηκυίας τάξης εάν δινόταν η μάχη της εσωτερικής καλλιέργειες με το ίδιο δημιουργικό πείσμα και την αφοσίωση του ήρωα.

  1. «Στο τρίτο φλας».

Ο φωτογράφος μένοντας ανικανοποίητος απ’ τις καλλιτεχνικές του φωτογραφίες, αυτοπυροβολείται για να πετύχει το τέλειο εικαστικό αποτέλεσμα. Ο παροξυσμός της ταραγμένης ψυχής του δημιουργού, η αντίληψη των τρίτων, το βάπτισμα στο τρελό αίμα της τέχνης.

  1. «Κακές συνήθειες».

Η κακή συνήθεια του ήρωα να χτενίζει τα μαλλιά του με τα χέρια και ο τρόπος που καπνίζει και πίνει τον καφέ του, τον φέρνουν αντιμέτωπο με το παρελθόν του. Παράλληλα αναμετράται με την έννοια του εφήμερου χρόνου, την ταχύτητα των ημερών μας και την επανάληψη πανομοιότυπων σκηνών σε διαφορετικές εποχές, ενώ εισχωρεί ως μυθοπλάστης στην ιδιωτική ζωή περασμένων γενεών. Δικαιούται να το κάνει κι ως ποιο σημείο;

  1. «Αυξομειώσεις».

Μια ερωτική σχέση φθίνει, μια άλλη ανθίζει σιγά σιγά και μαζί ακολουθεί η φόρμα του διηγήματος με τις αναφορές στις δύο γυναίκες να αυξομειώνονται αντίστοιχα ως έκταση κειμένου.

  1. «Το κάστρο του παραλόγου».

Ο ήρωας, αποκλεισμένος στον χώρο του, φαντασιώνεται σε στιγμές έκστασης ότι βρίσκεται σε κάστρο όπου πολιορκείται από στρατούς, θρησκείες, ερωτικά πάθη και γλυκές μουσικές. Η σοφία της ζωής και του θανάτου∙ ο πόλεμος που εισέρχεται με κάθε μορφή ανταγωνιστικής διεκδίκησης στις ψυχές και στον λογισμό∙ το κληροδοτούμενο μίσος, η αγριότητα, τα Σόδομα και τα Γόμορρα της ανθρώπινης πορείας∙ η αίσθηση της αθανασίας και ο εξοστρακισμός του πεπερασμένου της ζωής∙ η θεά φύση που δεν κρίνει και δεν επεμβαίνει∙ η γυναίκα-ζωή.

  1. «Επίλογος».

Το κλίμα του ψυχισμού του συγγραφέα μέσα στο οποίο γράφτηκαν τα διηγήματα, εν είδει ιστορίας. Η σύντροφός του εκλαμβάνει τη μέθη της έμπνευσης ως αρρώστια και καλεί ασθενοφόρο. Συνάμα αφήνεται αιχμή προς όλους εκείνους που πιστεύουν ότι τα γεννήματα μιας εμπνευσμένης ψυχής μπορούν να ερμηνευτούν με τυπικούς κανόνες. «Νόμιζες πως θα μ’ αναλύσουν τα μηχανήματα».

  1. «Ο λύκος».

Μια σύγχρονη παραλογή. Με αφηγηματικό ποιητικό λόγο ξεδιπλώνεται η ιστορία ενός έρωτα που δε βρίσκει ανταπόκριση. Ώσπου ο θανάσιμα γητεμένος, ξεστομίζει: «Αφού εγώ δε σ’ έχω, να μην είσαι κανενός!»
 

Κάποιοι δεν ξεχνούν ποτέ – Κριτικές

ΑΓΓΕΛΟΣ ΠΕΤΡΟΥΛΑΚΗΣ

Το διήγημα είναι ίσως το δυσκολότερο άθλημα της πεζογραφίας. Απαιτεί από τον συγγραφέα προσήλωση στο ελάχιστο. Δεν συγχωρεί χαλάρωση, ούτε ανιχνεύσεις στο άπειρο. Αναγκάζει τον συγγραφέα ό,τι έχει να δώσει, να το δώσει σύντομα και πυκνά. Με γραφή συμπυκνωμένη δηλαδή.

Στον χώρο του ελληνικού διηγήματος μπορεί να εντοπίσει κανείς μαργαριτάρια. Γραφές που ξεχωρίζουν για την ευαισθησία τους και για την πρωτοτυπία τής αφήγησης. Γραφές ιδιαίτερα εσωτερικές, που μπορούν και να είναι εξομολογήσεις τού συγγραφέα, καθώς διακατέχεται από τη συνεχή αγωνία να ορίζει τη θέση του μέσα στον χρόνο.

Ένα όμοιο κόσμημα ήρθε, προσφάτως, στα χέρια μου. Πρόκειται για το «Κάποιοι δεν ξεχνούν ποτέ», του Γιάννη Καλπούζου, συγγραφέα του πολυδιαβασμένου «Ιμαρέτ» και άλλων γόνιμων μυθιστορημάτων («Σέρρα», «Ό,τι αγαπάω είναι δικό σου» κ. ά.).

Πρόκειται για επανέκδοση του «Μόνο να τους άγγιζα», δεκαπέντα χρόνια μετά την έκδοση του «Κέδρου» (την οποία και ανακάλυψα κάπου στα πάνω – πάνω ράφια της βιβλιοθήκης), που όμως έχει εμπλουτιστεί «ποικιλοτρόπως» κατά τη σημείωση του συγγραφέα με «ένα νέο διήγημα και μια σύγχρονη παραλογή».

Με συνεπήρε από την πρώτη φράση τού πρώτου διηγήματος, που έχει δώσει τον τίτλο του και στο βιβλίο: «Ήταν έρωτας οδοστρωτήρας». Φανερόν ή κεκαλυμμένο, τον συνάντησα πολλές φορές τον έρωτα στο «Κάποιοι δεν ξεχνούν ποτέ». Και θανατηφόρο επίσης. Όπως συνάντησα την ψυχή του συγγραφέα να ξεγυμνώνεται, έτσι όπως μόνο μέσα από ένα διήγημα μπορεί.

Εσωτερικοί μονόλογοι, χαμηλόφωνες εξομολογήσεις. Ενδοσκοπήσεις που συγκλονίζουν. Ο εξωστρεφής συγγραφέας τού «Σέρρα», πλήρως μεταλλαγμένος, εμφανίζεται σε μια συνεχή καταβύθιση, καθώς αναζητά το στίγμα του σε σχέση με τη ζωή. Ή, καθώς προσπαθεί να αναπλάσει το σημαντικό σε τίποτα και το αντίστροφο. «Γιατί το σημαντικό πολλές φορές κρύβεται μέσα στο ασήμαντο» (Ο Φιλ). Γιατί η ζωή, από μόνη της, είναι άπειρα σημαντική, έστω κι αν εκφράζεται από την περιέργεια ενός απατημένου συζύγου, ν’ αναγνωρίσει ένα πρόσωπο που πολλά χρόνια πριν υπήρξε εραστής τής συζύγου του («Γιατί υπάρχουν δόκανα που τα σέρνεις απάνω σου κι ας μην το ξέρεις. Σ’ έχουν δαγκωμένο, μα, για όσο τα ξεχνάς, δε σε πονάνε. Όμως αλίμονο αν τα θυμηθείς. Σε σφάζουν δυο και τρεις και δεκατρείς φορές. Σε μακελεύουν» (Κακές συνήθειες).

Σε όλα τα διηγήματα της συλλογής, κυρίαρχο στοιχείο είναι ο στοχασμός. Ο εσωτερικός μονόλογος. Η αντιμετώπιση του εαυτού και το μέτρημά του σε σχέση με τον κόσμο, σε σχέση με την αφηγηματική τού πόνου: «Να τιμάς την οδύνη των άλλων, μα και τη δική σου…Ποιο είναι το κατάλληλο ένδυμα για να υποδεχτείς το δάκρυ; Να σταθείς απέναντι στην ψυχή του άλλου; (Μόνο να τους άγγιζα).

Ο Γιάννης Καλπούζος μάς παραθέτει έναν κόσμο ψυχογραφημάτων χωρίς ομπρέλα. Όλα είναι γυμνά: Ψυχή, αισθήσεις, σκέψεις, διαλογισμοί. Όλα είναι στην αρχή τού πλανητικού τους κόσμου. «Νόμιζα ότι θα πολτοποιήσω τη θλίψη μου. Ωστόσο αυτή έσταζε κι άπλωνε. Σκουριά στο χιόνι» (Αυξομειώσεις).

Επέλεξα να διαβάζω ένα διήγημα τη μέρα. Επέλεξα μια ανάγνωση εντελώς σχολαστική, με πισωγυρίσματα κι επαναλήψεις. Συνάντησα έναν άλλο Καλπούζο. Που ήθελε να μιλήσει σε μια γλώσσα καταδική του, μια γλώσσα με προσωπικούς κώδικες και σιωπές λαλίστατες. Συλλογίστηκα πως αυτά που διάβαζα μήπως ήταν αυτά που ήθελε πάντα να γράφει, σαν αντίλογο στις μεγάλες ιστορίες που μέχρι τώρα μάς έδινε.

Οι συγγραφείς, σκέφτομαι, έχουν περισσότερες από μια προσωπικότητες. Πώς αλλιώς θα μπορούσαν να επιβιώσουν στο εργαστήρι τους κυνηγώντας τις λέξεις; Πώς αλλιώς θα μπορούσαν να γεννούν πρόσωπα, να μεταπλάθουν τη ζωή; Και, αναρωτιέμαι μήπως κάποιες φορές γράφουν και στα περιθώρια των σελίδων που έχουν ολοκληρώσει. Αν αυτό συμβαίνει – υποθέτω – είναι γιατί από τον κύριο κορμό των μυθοπλασιών, αποσπούν εκείνα τα σημάδια που οδηγούν τον αναγνώστη στις πιο δικές τους ώρες. Δύσκολες οι δημόσιες εξομολογήσεις.

«Έκλαιγες. Κρυβόσουν κι έκλαιγες. Για να μη σε δω. Μα πώς; Αφού σε κρατούσα μέσα μου. Έκλαιγες κι ούτε σκέφτηκες ότι έβρεχε την ώρα που με βρήκες. Λησμόνησες πως οι κεραυνοί έρχονται με τη βροχή, σηκώνουν μέσα μου πυρετό και με στέλνουν να μαζέψω το μέλι των γκρεμών. Ξέχασες ότι έτσι γράφονται τα διηγήματα»(Επίλογος).

Η τελευταία φράση έκρυβε την απάντηση που γύρευα διαβάζοντας τα όντως αριστοτεχνικά διηγήματα του Γιάννη Καλπούζου. Από τις πιο ερωτικές εξομολογήσεις που πασχίζουν να κρυφτούν σε λέξεις αδιάφορες. Ένας ψίθυρος που θέλει να συναντήσει μια υπερήφανη στάση πόνου.

Οι ανατροπές, οι συμβολισμοί, το φαντασιακό, το παράλογο (που εμφανίζεται ξεκάθαρα στο τελευταίο κείμενο, ποιητικό, μια εκδοχή παραλογής που κινείται μετά εξασύλλαβου και εικοσασύλλαβου στίχου), το ανείπωτο.

Ο Γιάννης Καλπούζος κατέθεσε μια γενναία άποψη για ένα δύσκολο είδος γραφής, σμιλεύοντας μια έκφραση απόλυτα προσωπική και σαφώς σημαντική.

ΕΛΕΝΗ ΠΛΑΚΙΔΑ

Η ανάγνωση ενός λογοτεχνικού έργου είναι συνδημιουργία – ο συγγραφέας και ο αναγνώστης του. Εγώ ως αναγνώστης και ο συγγραφέας ως συμμέτοχοι σε μία πράξη ενεργή στην οποία με καλεί με όπλα…

Συνέχεια ανάγνωσης ΚΑΠΟΙΟΙ ΔΕΝ ΞΕΧΝΟΥΝ ΠΟΤΕ

Αγναντεύοντας την Ήπειρο

ΑΓΝΑΝΤΕΥΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΗΠΕΙΡΟ
Ψηλά λαγάριζε ο ουρανός. Χαμηλά ρουφούσε το χώμα το σκοτάδι, λίγο λίγο σαν το θολό νερό που κατακάθεται. Περπατούσα όλη νύχτα. Μια με τραβούσαν τα βουνά, μια μ’ έδεναν οι κάμποι. Αλλά κι αν στέριωναν τα ποτάμια τα νερά τους να περάσω, να κόψω δρόμο, κι αν χαμήλωναν τα πολυσέλιδα βουνά κι οι ράχες τα κορμιά τους να διαβεί το βλέμμα μου και να γαζώσει τους τόπους πίσω τους, δεν άρκεσε η νύχτα. Ούτε μια ζωή δεν φτάνει, ούτε πολλές ζωές. Θέλει μια ζωή να γίνει χιλιάδες. Να μοιραστείς. Αλλού να στέλνεις τα μάτια, αλλού τα χέρια. Εδώ την καρδιά, εκεί τον νου.
Γιατί είναι οι τόποι μόνοι τους κι οι τόποι μαζί με τους ανθρώπους. Τη μια βαμμένοι όνειρα, την άλλη μ’ αίμα, ιδρώτα και δάκρυ, τραγούδια κι έρωτα, ζωή και θάνατο.
Πρέπει σπιθαμή τη σπιθαμή να σκύβεις, ν’ ακουμπάς τ’ αυτί σου στο χώμα. Ν’ ακούς ποιοι αντιχτυπούν από κάτω. Να δεις τα χρώματα, να μυρίσεις τα κλαριά και να τ’ αγκαλιάσεις ένα ένα κι ούτε να ξεχνάς πως τ’ αγκάλιασαν κι άλλοι πριν από σένα κι ότι θα ‘ρθουν κι άλλοι μετά από σένα. Να βαπτισθείς στον Βοϊδομάτη και στον Άραχθο, στον Θύαμη και στον Αχέροντα, στον Αώο και στον Λούρο. Ν’ ακούσεις το κόχλασμα στα ριζοσπήλια και να χαθείς στους λόγγους, στις ράχες και στη λιμνοθάλασσα της Ροδιάς. Ν’ ακούς κλαρίνα τα μεσάνυχτα στις ρεματιές και πανηγύρια μετά την εκκλησιά στις χωμάτινες πλατείες. Να γνέθεις στη ρόκα μήνες, εποχές, στιγμές, θρύλους και παραμύθια. Ν’ ανεβείς στον Σμόλικα, στα Τζουμέρκα, στον Τόμαρο και στο Μιτσικέλι.
Να χαθείς στ’ Ακροκεραύνια και να σε βρει η Θεά Γη. Να σου δείξει δρόμους για το Πωγώνι, τον Ελαφότοπο και το Μέτσοβο· το Τσεπέλοβο, το Κομπότι, το Βουργαρέλι και τους Καλαρρύτες.
Να ξεχωρίζεις ανάσες κι όπου πας να σταματάς. Σκολειά να βλέπεις να χτίζει στην Άρτα ο Μανωλάκης, τον Μάξιμο Γραικό να παίρνει δρόμο για το Άγιο Όρος κι ύστερα για τη Ρωσία και να κόβεται ο δρόμος των Φιλελλήνων στο Πέτα. Να πιάνεις κουβέντα με τον πρωτομάστορα, με τον Καρυωτάκη, τον Κοτζιούλα, ή τον Μάρκο Μπότσαρη και τον Τζαβέλα. Κι ύστερα με τον Πύρρο, τη Δέσπω και τον Κρυστάλλη.
Κάπου να σκιάζεσαι, κάπου να ντρέπεσαι κι αλλού να νιώθεις την ψυχή σου να σηκώνεται τ’ αψήλου. Να γκρεμίζεσαι στον Ζάλογγο και στη Μονή Σέλτσου και να περηφανεύεσαι. Να συναντάς τους ιερείς της Δωδώνης, την κυρά Φροσύνη και τις γυναίκες της Πίνδου, του καμάτου και των γογγυσμών, που για αιώνες ζωή διάβηκαν με κλειστά μάτια, που θα πει ζωή που δεν έζησαν.
Να συναντάς τον Ζώη Καπλάνη, τους Ζωσιμάδες και τον Ανδρούτσο· τους Πελασγούς, τους Θεσπρωτούς, τους Πελειάδες, τους Μολοσσούς και τους Περαιβούς· τους Σελλούς και την πόλη Γραία, απ’ όπου Γραικοί ονομαστήκαμε· κι ύστερα τους Κομνηνούς, τους Αγγέλους και τους Παλαιολόγους, μα κι όλων των χρόνων τους κολίγους που φεγγάρι μαύρο, βυζί μητριάς πατρίδας, βύζαξαν και κόμπο τον κόμπο σύναξαν τον ιδρώτα να ζυμώσουν το ψωμί της ζήσης.
Να σκάβεις το χώμα και κάτω από τις εκκλησιές να βρίσκεις μαντεία, κάτω από τους Τσάμηδες Θυάμιδες και κάτω από τη μια θρησκεία άλλη και ξανά άλλη και γλώσσες και λαούς που ανακατεύτηκαν κι άλλοι έχασαν τη σειρά τους κι άλλοι την κράτησαν ωσάν το δεντρί τη ρίζα του.
Πρέπει να νιώθεις τον τόπο να τρέμει, να βογκά σαν σε γέννα και να ευωδιάζει. Ν’ ανταμώνεις με Βλάχους κι Αρβανίτες και να ορθώνεται ομπρός σου το Δεσποτάτο. Να σε ρίχνουν στην κολυμπήθρα, να περνάς κάτω από επιτάφιους και να κινάς τον χειμώνα με το καυσόξυλο παραμάσχαλα για το σχολείο. Να ποτίζονται τα μάτια σου απ’ τα ποτάμια και τα λαγκάδια. Να περπατάς στο Πάπιγκο, στο φαράγγι του Βίκου και στη Βάλια Κάλντα και να ζηλεύει η Ζίτσα και η Κόνιτσα.
Κι ώσπου να διακρίνεις τον Σαμουήλ στο Κούγκι απ’ τον Κοσμά τον Αιτωλό, να βουτάς στην Παμβώτιδα και να βγαίνεις στη Νικόπολη. Να ‘ρχονται οι Αθαμάνες και κάτι να σε στέλνει σαράντα χιλιάδες χρόνια πίσω στην Καστρίτσα και στο Ασπροχάλικο. Κι απάνω να πετούν σταυραετοί, γεράκια και πετροχελίδονα· τριγύρω να χορεύουν ελάφια, ζαρκάδια και λύκοι· και πέρα στον Αμβρακικό κονδυλοφόροι να γίνονται τις νύχτες τα κατάρτια. Ν’ ακούς ψαλμωδίες στη Μονή Κηπίνας και τώρα να λες θα πέσει στον γκρεμό. Ν’ ακούς βαρβάρους να περνούν: Γότθοι, Σλάβοι, Βούλγαροι, Νορμανδοί, Οθωμανοί.
Κι όποτε τολμήσεις να πεις τα είδα όλα να σε σταματούν ο Μπακόλας, ο Σκαλτσογιάννης κι ο λόρδος Μπάιρον, μα κι άγνωστοι που άφησαν δικούς κι αγαπημένους στους Άγιους Σαράντα, στην Πρεμετή, στην Κορυτσά, στο Αργυρόκαστρο.
Να θωρείς τα ξεφλουδίσματα στ’ αλώνια και να σου διηγούνται οι γέροντες πώς καιν καντήλια στους γκρεμούς· πώς άγια κόκαλα γυρίζουν πίσω στο ποτάμι· πώς μαρτυρούν τη μοίρα οι ωμοπλάτες των αρνιών· μα και πώς έτρωγαν στην κατοχή ψωμί από βελανίδια κι αγριάδα.
Ψωμί καθάριο να τρως τη μια και ζεστή μπομπότα ή κουλούρα την άλλη. Να κολυμπάς στο Ιόνιο ή στον Καλεντίνη και μετά να σκίζεις σανίδια στα ρέματα, να κουβαλάς λιθάρια και πλάκες για τα σπίτια και τα γιοφύρια. Λέξεις ν’ ακούς, ξενόφερτες να σου φαντάζουν. Ν’ ακούς τη μάνα σου να λέει ποριά την πόρτα του φράχτη κι ύστερα να θυμάσαι το «πόρος» πέρασμα. Και να λες Έλληνες και Γραικοί εδώ βαπτίστηκαν, στην Ήπειρο.
Να μετράς τα ρεάλια που πλήρωναν στους Ενετούς για προστασία, τα γρόσια και τα γράμματα επί Οθωμανών, να σε σκεπάζει ο ίσκιος του Καραϊσκάκη και του Μακρυγιάννη και ν’ ακούς ονόματα Θαρύπας, Αιακίδης, Άμβρακας, Πτολεμαίος, Έλενος, Λάνασσα, Βιρκένα, Θεοδώρα, Θεά Άρτεμη Ηγεμόνη, ναύαρχος Φαϊκ Πασάς.
Να θωρείς τον Πήγασο σε χάλκινα νομίσματα· μάχες στην Πύδνα και στο Δυρράχιο· ποτάμια αίμα στο Μπιζάνι, στο Γρίμποβο, στα Πέντε Πηγάδια, στο γιαταγάνι του Αλή Πασά, στη σπάθα του Λιμπεράκη Γερακάρη. Να θωρείς τις επαναστάσεις του Δελεάνου και του Διονυσίου Σκυλοσόφου· κι επιδρομές του Αλάριχου, των Σαρακηνών απ’ το πέλαγος και των Ούννων. Μα και των απογόνων τους, καθώς των Γερμανών το ’40, να ρίχνονται στο Κομμένο και να μακελεύουν κι αλλού να σέρνουν Εβραίους στα κρεματόρια κι ύστερα ν’ αποχαιρετάς τις στρατιές των μεταναστών της δεκαετίας του ’60 π’ αναχωρούν για τη Γερμανία.
Να στέκεσαι ψηλά στα Κεντρώματα στις Μελάτες και να μυρίζεσαι ζωή χρόνων αλλοτινών που κάτι χαλάσματα μονάχα πια τη μαρτυρούν στο Παλιχώρι. Και να λες έχει χωριά και τόπους κι ιστορία στα Γιάννενα, στην Πρέβεζα, στη Θεσπρωτία και στην Άρτα που ποτέ δεν θα μάθω.
Και να ξέρεις πως όλα ξεπηδούν σαν όνειρα μες απ’ τα όνειρα. Σμίγουν σε κυκλικούς χορούς, φεύγουν κι έρχονται, γίνονται κουβάρι, χιλιάδες νήματα μαζί. Χορεύουν, όπως οι Ηπειρώτες μες στη μέθεξη της γενναίας θλίψης των τραγουδιών τους, σαν να τους τραβά τα χέρια ο ουρανός και να τους μαγνητίζει τα πόδια ο θάνατος.
Κι όταν αρχίζεις να μολογάς, να ξέρεις ότι ένα λες και χιλιάδες έχεις ξεχάσει. Μέχρι να πεις πενήντα τόσα χρόνια τίποτε δεν έμαθα για την Ήπειρο. Μόνο την αγνάντεψα.
Γιάννης Καλπούζος

ΑΡΤΑ ΕΘΝΟΣ

Το αντιλάλημα της Άρτας
«Να η Άρτα πώς χορεύει στεφανωμένη με ιστορία στην αγκαλιά του Άραχθου, πατώντας στον Αμβρακικό και κρατώντας της τα χέρια τα Τζουμέρκα και τα Ραδοβύζια»
Σαράντα πέντε μάστοροι κτίζουν μύθους στο γεφύρι και μολογούν το αντιλάλημα της Άρτας στους αιώνες, ακολουθώντας βήματα ανάκατα αφότου ο Άμβρακας φύτεψε τ’ όνομά του σε τούτη τη γης, μα κι οι Πελασγοί, οι Μολοσσοί, οι Αθαμάνες, οι Περαιβοί και πόσοι άλλοι.
Ωσάν ανεμοστρόβιλος φέρνει η ιστορία ονόματα: Πύρρος, Κομνηνός, Θεοδώρα, Δηιδάμεια. Να κι ο Μάρκος Φούλβιος να φεύγει απ’ την Αμβρακία με χίλια τόσα αγάλματα για τη Ρώμη, να ο Αλάριχος που ‘ρχεται απ’ τα βουνά και Σαρακηνοί απ’ το πέλαγος, να κι ο Μακρυγιάννης με το γιαταγάνι κι ο Νικόλαος Σκουφάς να τραβά στην Κασσοπίτρα να μάθει τα πρώτα γράμματα.
Εδώ το 232 π. Χ. απέκτησαν δημοκρατικό πολίτευμα, εδώ η πρωτεύουσα του Δεσποτάτου της Ηπείρου, εδώ έχτιζε σχολειά ο Μανολάκης το 1662, από δω ο Μάξιμος Γραικός πήρε το δρόμο για το Άγιο Όρος κι ύστερα για τη Ρωσία. Να κι ο Γεργανός, ο Περάνθης, ο Λάγιος, ο Μόραλης, ο Δημόπουλος, ο Τσούτσινος, ο Καρατζένης, ο Βαφιάς κι όλων των χρόνων τα γλυκά αποστάγματα. Μα παραδίπλα στέκονται κι οι αιματοβαμμένοι ο Αλή Πασάς, ο Λιμπεράκης Γερακάρης κι οι Γερμανοί που μακέλεψαν το Κομμένο και βομβάρδισαν την πόλη και τα χωριά. Και να άλλες βρύσες αίματος, ηρωικού, στην Άρτα και στο Πέτα που σώπασε το τραγούδι των φιλελλήνων το 1822, στο Δημαριό και στο Κλειδί το 1854, στο Γρίμποβο το 1897 και το 1912 και πόσους άλλους τόπους. Να κι οι Σουλιώτισσες που γκρεμίστηκαν στην Μονή Σέλτσου το 1804.
Ασύχαστος τόπος. Να οι πρόσφυγες της Μικρά Ασίας καταφτάνουν το 1923, να οι Πόντιοι το 1960. Να οι Εβραίοι που σέρνονται στα κρεματόρια της Γερμανίας. Κι απ’ τη Γερμανία να μην γλιτώνεις. Εργάτης να φεύγεις το 1960, φωτογραφίες με μαύρα γυαλιά να στέλνεις στους δικούς σου και να πισωπατάς στο χρόνο, στο 1881 να φτάνεις στα χρόνια της απελευθέρωσης, τότε που βυζί μητριάς πατρίδας βύζαξαν οι κολίγοι. Κι όλο ελπίδα να τάζει η Παναγία της Ροδιάς, των Μελατών κι η Κάτω Παναγιά, μα και των Βυζαντινών οι θαυμαστές κόρες η Παρηγορήτρια, η Αγία Θεοδώρα, η Παναγία της Βλαχέρνας, η Κόκκινη Εκκλησιά. Όλες γένους θηλυκού, της τρυφερότητας και της απαντοχής, μα οι γυναίκες για αιώνες ζωή διάβαιναν και ζωή δεν θωρούσαν.
Να η Άρτα! Ράχες, βουνά και κάμπος. Ρέματα, παραπόταμοι κι ο μέγας Άραχθος. Με ιστιοφόρα όνειρα στον Αμβρακικό αντάμα με τσικνιάδες και πελεκάνους· με κρούσταλλα να κρέμονται το χειμώνα στους γκρεμούς· με μωβ φωτιές τις κουτσουπιές την άνοιξη· μ’ αποστρατευμένα φύλλα το φθινόπωρο όλο κατανυκτικά χρώματα· και με τις πορτοκαλιές και τις λεμονιές πράσινες αειθαλείς νύφες.
Εδώ το ψωμί στην γάστρα, τα πλατώματα του κάστρου όπου τόσα μάτια δέθηκαν, τα φεγγαρομπαλώματα στους πισινούς, η λούρα κι η φοβέρα του δάσκαλου. Στο φως της λάμπας πετρελαίου να διαβάζεις, με το καυσόξυλο παραμάσχαλα να κινάς για το σχολειό, να σπρώχνεις το λεωφορείο να βγει την ανηφόρα με τις λάσπες το 1970 κι άλλοτε ν’ αφήνεσαι στον γλυκασμό της ανατολής στο Ραδοβύζι και της ωσάν χρυσάνθεμο δύσης στο Ξηροβούνι.
Εδώ σε κυκλικούς χορούς, σαν το ‘χουν οι ηπειρώτες, να σου τραβά τα πόδια ο θάνατος κι ο ουρανός τα χέρια και με τσίπουρο αψύ να θεριεύουν τα όνειρα· παρέκει καντάδες ν’ ακούγονται στο ξημέρωμα του εικοστού αιώνα· ιμάμηδες σε ήχους βυζαντινούς να ψέλνουν στο Ιμαρέτ· το κλαρίνο με μελίσματα της χαρμολύπης να στεφανώνει τα Τζουμέρκα· κι αλλού του Σοφοκλή τα οράματα ν’ ανοίγονται στ’ αμφιθέατρα κι ως σήμερα ψάλτες και παπάδες μες τις εκκλησιές ν’ ανταπαντούν σαν σε χορό αρχαίας τραγωδίας.
Και ξάφνου βρέχει και μπουμπουνίζει και μούσκεμα φτάνεις περπατητός στην Άρτα του 1960 και πίσω καρτερούν καλούδια τα παιδιά και μολογήματα της πόλης. Μα πλιο ερήμωσαν τα χωριά και παιδιά δεν καρτερούν. Μονάχα τα μάτια των γερόντων αναθεματίζουν το δρόμο π’ άρπαξε την σπορά τους.
Αλλά έχει γυρίσματα ο χρόνος. Πήραν μιλιούνια με το ζόρι οι Ρωμαίοι να εποικίσουν την Νικόπολη και νέκρωσε για 6-7 αιώνες η Αμβρακία. Μα πάλι ορθώθηκε, ως Άρτα. Γιατί μια γειτονιά είναι ο χρόνος κι αυτός που πέρασε κι ο τωρινός κι αυτός που θα ‘ρθει. Να, όπως ο πετροπόλεμος των Αμβρακιωτών· ο πετροπόλεμος επί Οθωμανών· μα και μετέπειτα γειτονιά με γειτονιά· και να ‘τος σήμερα στα Ιντερνέτ Καφέ και στις οθόνες μέσα, στη γειτονιά του κόσμου και του χρόνου. Να, όπως φεύγεις πιωμένος απ’ τα συμπόσια το 200 π. Χ. ή απ’ τα Καφέ Αμάν και τα Καφέ Σαντάν του 19ου και του 20ου αιώνα κι απ’ το περίπτερο «Κρυστάλλης» το 1980. Μα και μεθυσμένος, άλλως πώς, απ’ του Κρυστάλλη το ποίημα που με τες φτερούγες του σταυραητού σε πάει τ’ αψήλου.
Γιατί όλοι μια μεταλαβιά του χρόνου είμαστε και της μνήμης. Ένας κόκκος άμμου στην Κορωνησία, μια βελόνα έλατου στο Βουργαρέλι, μια καλαμιά στα διβάρια της Βίγλας, ένα κούμαρο στο Δίστρατο, μια χιονονιφάδα στα Θεοδώριανα, ένα θρόισμα στην Σκουληκαριά, μια πυγολαμπίδα στο Κομπότι ή στην Καλεντίνη, ένα αναδίπλωμα του νερού στα Άγναντα, ένα χαμόγελο που σε καρτερεί στην Άρτα.
Γιάννης Καλπούζος