Αρχείο κατηγορίας ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ

Γινάτι

 

 

 

 

Γιάννης Καλπούζος, νέο μυθιστόρημα

 Τίτλος: «γινάτι», υπότιτλος: «Ο σοφός της λίμνης»

Κυκλοφορεί στις 22 Μαρτίου 2018

από τις εκδόσεις Ψυχογιός

σελίδες 576

Πρώτη έκδοση σε 50.000 αντίτυπα

Λίγα λόγια για το μυθιστόρημα

Ο Ζώτος και η Τουρκογιαννιώτισσα Χαβαή, με την πολυκύμαντη ερωτική τους σχέση, ο αινιγματικός και σοφός βαρκάρης σιορ Δονάτος, μια γυναίκα-αράχνη, με μάτια ωσάν σε κατάνυξη προσευχής αλλά και φλεγόμενους δαίμονες εντός τους, ο λούστρος Εβραίος Γιάκος, ο φλύαρος σαν σπουργίτι Βιργίλης (βλάχικης καταγωγής), ο σατανικός εμπειρικός γιατρός Μαργαζής και ο τυχοδιώκτης παπα-Λέρας, ο οποίος καυχιέται ότι εκδύει τις γυναίκες από τα αμαρτήματα και από τα εσώρουχα, μπλέκονται στο γαϊτανάκι που υψώνει ως μιαρή ή ευλογημένη έκρηξη το γινάτι με αφορμή έναν φόνο, μια αυτοκτονία, τον φόβο της αντεκδίκησης, την καταφρόνια της κοινωνίας, τη θρησκεία, τον πλούτο, τη φτώχια, τη ζήλια, τον πόθο, κάποια ανομολόγητα εγκλήματα που θα συμβούν κατά τη Μικρασιατική εκστρατεία, την εθνική ταυτότητα και τον διάβολο ή τον άγγελο που κρύβει καθένας μέσα του. Και κυλά η ζωή τους πότε σαν αγριεμένο ποτάμι και πότε σαν γλυκασμός της άνοιξης.

Πρωταγωνιστές και δευτεραγωνιστές πορεύονται στα χρόνια της ιταλικής κατοχής των Ιωαννίνων του 1917∙ της πρώτης απόπειρας δημιουργίας Ρουμάνικου πριγκιπάτου στην περιοχή της Πίνδου∙ της εξόρυξης πετρελαίου στη Δραγοψά (όπου επιχειρούνται ξανά έρευνες από το 2015)∙ της εκστρατείας στη Μικρά Ασία∙ της προσφυγιάς Μικρασιατών και Ποντίων, αλλά κι εκείνης των Τουρκογιαννιωτών∙ του διχασμού των Ελλήνων σε βενιζελικούς και αντιβενιζελικούς∙ και της μάστιγας της ληστοκρατίας στην Ήπειρο, της οποίας την ύπαιθρο λυμαίνονταν διαβόητοι λήσταρχοι με πολυμελείς συμμορίες (ενίοτε δρούσαν και εντός των πόλεων), ενώ έφταναν να απαγάγουν μέχρι βουλευτές.

Συνάμα οι ήρωες ακολουθούν τα βήματα Εβραίων, Βλάχων, Σαρακατσάνων και όσων Τουρκογιαννιωτών δεν ανταλλάχθηκαν ως αλβανικής καταγωγής ή χατιρικά, και γενικότερα την ταραγμένη χρονική περίοδο πριν από το 1922 και κατά την πρώτη δεκαετία του Μεσοπολέμου με στρατιωτικά κινήματα, επαναστάσεις και κυβερνήσεις επί κυβερνήσεων.

Στο υπόστρωμα της μυθοπλασίας αναπαριστάνεται ολόκληρη εκείνη η εποχή (1917-1929) και προκύπτουν, μέσα από τη δράση των ηρώων, οι νοοτροπίες, οι συμπεριφορές, τα ήθη, η μόδα, κατάρες, ευχές, μάγια και τόσα άλλα.

Συγχρόνως το βιβλίο πραγματεύεται κοινωνικά, διαχρονικά και πανανθρώπινα ζητήματα όπως η συνύπαρξη (χριστιανών και μουσουλμάνων μετά το 1913, όταν ο υποτακτικός γίνεται αφέντης, ή με τους Εβραίους), οι πολυσχιδείς εκφάνσεις της ψυχής, η αγριότητα που κρύβουμε εντός μας και μπορεί να μας μετατρέψει στον πόλεμο και σε άλλες περιστάσεις σε ανδρείους ή σιχαμερούς και ποιος δικαιούται να ονομάζεται Έλληνας. Ασχολείται εκτεταμένα και με το γινάτι είτε ως ξεροκεφαλιά, θυμό, εκδικητικότητα και ούτω καθεξής, είτε ως δημιουργικό και γόνιμο πείσμα.

Στο μυθιστόρημα συνυφαίνονται το ερωτικό στοιχείο, το μυστήριο, η περιπέτεια, το αναπάντεχο, το άγριο και το ήμερο, οι έντονα συγκινητικές στιγμές και πάμπολλοι ανθρώπινοι χαρακτήρες, με τα πάθη, τις προσδοκίες, τα προτερήματα και τα ελαττώματά τους, ενώ υπόσχεται μέσω της αναπαραστατικής δύναμης της γλώσσας την αναγνωστική ευφορία.

Στην ίδια πατρίδα συνυπάρχουν ή συγκρούονται διαφορετικοί κόσμοι, ομάδες και άτομα∙ σμίγουν ή αποχωρίζονται τα όνειρα κι ανακατώνονται τα αίματα, οι θρησκείες και οι γλώσσες∙ κι όλα συμβαίνουν με επίκεντρο τα Γιάννενα, την πόλη των θρύλων και της μυστηριακής γοητείας.

ΚΑΠΟΙΟΙ ΔΕΝ ΞΕΧΝΟΥΝ ΠΟΤΕ


ΚΑΠΟΙΟΙ ΔΕΝ ΞΕΧΝΟΥΝ ΠΟΤΕ

Διηγήματα και μια παραλογή

Εξώφυλλο Οπισθόφυλλο

Έκδοση Β’

54

 

Κάποιοι δεν ξεχνούν ποτέ – Διηγήματα και μια παραλογή

«Κάποιοι δεν ξεχνούν ποτέ». Στα μάτια μιας καλογριάς τα εικονίσματα παίρνουν τη μορφή του πρώην αγαπημένου της και παλεύει με τη λησμοσύνη, τον έρωτα, την αμαρτία και τη συνείδησή της, μέχρι που επεμβαίνει η ηγουμένη.

  1. «Λουνέμα».

Το τυχαίο συμβάν φέρνει στον δρόμο του ήρωα την ιδανική γυναίκα στο πρόσωπο μιας τσιγγάνας, η οποία έχει την ικανότητα να ανιχνεύει τον εσωτερικό του κόσμο. Ψέμα ή αλήθεια; Ονειρικός πόθος ή απολογισμός πεπραγμένων; Όπως και να ‘χει, τα θέλω και τα πρέπει, οι συμβάσεις μιας διαμορφωμένης ζωής και οι αποφάσεις που πάρθηκαν ή όχι μεταβολίζονται σε ποιητικό και αφηγηματικό δρώμενο.

  1. «Ο Κάδος».

Κάποιος άγνωστος κλείνεται σ’ ένα κάδο σκουπιδιών, ενώ ο ήρωας τον παρακολουθεί χωρίς να παρεμβαίνει. Η απόσταση απ’ τους άλλους, η άνοδος και η πτώση, η επιτυχία και η αποτυχία, το θήραμα και ο κυνηγός, η δημόσια εικόνα και η ιδιωτική, η απομόνωση και ο ατομικισμός, η ματαιότητα της ύπαρξης και το παμφάγο του ανθρώπου, η υποκρισία και η τρομολαγνεία, η τόσο διαφορετική πρόσληψη των γεγονότων και κατ’ επέκταση του κόσμου από τον καθένα κι εν τέλει ο ρόλος που, είτε το θέλουμε είτε όχι, μοιράζει για όλους ο σκηνοθέτης της ζωής.

  1. «Μόνο να τους άγγιζα».

Στο εγκαταλειμμένο χωριό του επιστρέφει και περιφέρεται ολόγυμνος ο ήρωας. Μόνη υπαρκτή παρουσία μια γριά που συνομιλεί με όσους τα όνειρα τούς φέρνουν εκεί όπου τα πρωτοτάϊσαν. Η νοσταλγία, η ερήμωση των ορεινών χωριών, το παρελθόν μέσα από το νέο βλέμμα, η παντοτινή πατρίδα του ομφάλιου γενέθλιου τόπου.

  1. «Χάντρα χάντρα».

Η διπλή ζωή ενός ναυτικού, ο οποίος καθώς πέφτουν μία μία οι χάντρες του κομπολογιού του αναθυμάται κι ένα συνταρακτικό γεγονός από τα περασμένα. Οι γλυκασμοί, το αγρίμι του πόθου, οι ενοχές. «Τι τα θες, άμα μπλέξει ο άντρας με δυο ψυχές, με δυο κορμιά, με δυο ονείρατα, εύκολα δεν ξεμπλέκει. Ό,τι κι αν κάμει κάποια θ’ αδικήσει. Το πιθανότερο και τις δυο».

  1. «Βέβηλη επιλογή».

Η Guernica της φουρτουνιασμένης ψυχής του ήρωα μέσα από στιγμές και πρόσωπα της Ιστορίας που μπλέκονται σ’ ένα κυκλώνα αισθήσεων και παραισθήσεων και ενός ακραίου ερωτικού συναπαντήματος, του οποίου η κατάληξη παραπέμπει στην απελευθέρωση από τα δεσμά της σεξουαλικής επιθυμίας.

  1. «Ο Φιλ».

O σερβιτόρος κι ένα ποτήρι ξεδιπλώνουν τις μεταξύ τους και όχι μόνο, σχέσεις εξουσίας, σατιρίζοντας ταυτόχρονα τις λογοτεχνικές φόρμες, αλλά και τις ανταγωνιστικές σχέσεις παλαιοτέρων και νεότερων ομότεχνων.

  1. «Απόχρωση ονείρου».

Τα μάτια του ναύτη αλλάζουν ξαφνικά χρώμα και γίνονται γαλάζια. Ένα ταξίδι στις αποχρώσεις του γαλάζιου και στους δρόμους της ψυχής του ήρωα που αποφασίζει ν’ ακολουθήσει την ενόρασή του ενώ διαπομπεύεται απ’ το περιβάλλον του.

  1. «Αγίασμα».

Μια γυναίκα, μισή πανέμορφη και μισή ανάπηρη που πλένει τα μαλλιά της μόνο με βροχόνερο, αντικρίζει τον περιφρουρημένο της κόσμο να γκρεμίζεται όταν υψώνουν πολυκατοικία στο διπλανό οικόπεδο. Οι φοβίες, η δύναμη της παραπλανητικής εικόνας, ο άγνωστος κόσμος όσων υπάρχουν δίπλα μας, η κοινωνική μειονεξία ως απότοκο των καθιερωμένων προτύπων περί του ωραίου.

  1. «Ακινητισμός».

Σαρκασμός των πάσης φύσεως «-ισμών» και δογμάτων, καθώς ο ήρωας στέκεται ακίνητος για πενήντα έξι ώρες σε μια πλατεία. Συγχρόνως, η εκμετάλλευση του ονόματος σπουδαίων δημιουργών από νεότερους ομότεχνους, η μίμηση, η ανάγκη να ανήκει κανείς κάπου, η εξουσία της φήμης και η έλξη που ασκεί με όσα υπόσχεται.

  1. «Όχι άλλα λάθη».

Με χιουμοριστική διάθεση παρουσιάζεται η μονότονη ζωή δύο πενηντάρηδων, οι οποίοι σπάνε τη μοναξιά τους με μια ιδιότυπη αλληλογραφία. Το παράπονο, η αντιζηλία και ο φθόνος που ενίοτε προκαλεί η απομόνωση και η μοναξιά, καθώς και η τραγικότητα που βιώνουν οι μοναχικοί άνθρωποι όταν δεν είναι επιλογή τους.

  1. «Ο γκρεμός».

Στιγμιότυπα του παρελθόντος και του παρόντος με κέντρο τον γκρεμό – τόπο μαρτυρίου κι οδυνηρής λύτρωσης, μα και σύμβολο του σκοταδισμού – σκιαγραφούν την τραγική πορεία αιώνων ενός χωριού ή της Ελλάδας ή και ολόκληρου του κόσμου. Το σύγχρονο κατεστημένο αφ’ ενός αποσιωπά όσα συνέβησαν στον γκρεμό και αφ’ ετέρου συνεχίζει την ίδια εγκληματική δράση με σύνθημα: «Κι οι ποιητές επικίνδυνοι είναι!» Το θέμα εξελίσσεται με τον κεντρικό ήρωα να ξενυχτά επί τρία βράδια στο χείλος του γκρεμού, ενώ πέντε οργανοπαίχτες παίζουν ηπειρώτικα τραγούδια.

  1. «Βαβυλωνία εξουσιών».

Ύστερα από ένα χωρισμό ο ήρωας περιφέρεται ως αλήτης στην επαρχία, όπου μέσα από διάφορα ευτράπελα περιστατικά αυτοσαρκάζεται και σαρκάζει τις ποικίλες μορφές εξουσίας και τους εξουσιαζόμενους, ενώ ο ίδιος σύρεται από τις επιλογές των άλλων άβουλος και αδιάφορος ν’ αντιδράσει.

  1. «Το στοίχημα».

Δε θα μιλήσω για ένα μήνα, στοιχηματίζει ο ήρωας και στη συνέχεια αποπειράται να απεμπολήσει μία-μία και τις άλλες αισθήσεις του ως δοκιμασία εσωτερικής καταβύθισης και αυτογνωσίας. Το εγχείρημα προκαλεί ποικιλοτρόπως τους λοιπούς εργαζόμενους στο ίδιο γραφείο, καθώς αντιβαίνει στις δικές τους προτεραιότητες, και συνασπίζονται εναντίον του ανισόρροπου κατ’ αυτούς συναδέλφου. Ωστόσο η συνοχή τους διασπάται εμπρός στην επιμονή του, όπως θα μπορούσε να διαρραγεί το μέτωπο της καθεστηκυίας τάξης εάν δινόταν η μάχη της εσωτερικής καλλιέργειες με το ίδιο δημιουργικό πείσμα και την αφοσίωση του ήρωα.

  1. «Στο τρίτο φλας».

Ο φωτογράφος μένοντας ανικανοποίητος απ’ τις καλλιτεχνικές του φωτογραφίες, αυτοπυροβολείται για να πετύχει το τέλειο εικαστικό αποτέλεσμα. Ο παροξυσμός της ταραγμένης ψυχής του δημιουργού, η αντίληψη των τρίτων, το βάπτισμα στο τρελό αίμα της τέχνης.

  1. «Κακές συνήθειες».

Η κακή συνήθεια του ήρωα να χτενίζει τα μαλλιά του με τα χέρια και ο τρόπος που καπνίζει και πίνει τον καφέ του, τον φέρνουν αντιμέτωπο με το παρελθόν του. Παράλληλα αναμετράται με την έννοια του εφήμερου χρόνου, την ταχύτητα των ημερών μας και την επανάληψη πανομοιότυπων σκηνών σε διαφορετικές εποχές, ενώ εισχωρεί ως μυθοπλάστης στην ιδιωτική ζωή περασμένων γενεών. Δικαιούται να το κάνει κι ως ποιο σημείο;

  1. «Αυξομειώσεις».

Μια ερωτική σχέση φθίνει, μια άλλη ανθίζει σιγά σιγά και μαζί ακολουθεί η φόρμα του διηγήματος με τις αναφορές στις δύο γυναίκες να αυξομειώνονται αντίστοιχα ως έκταση κειμένου.

  1. «Το κάστρο του παραλόγου».

Ο ήρωας, αποκλεισμένος στον χώρο του, φαντασιώνεται σε στιγμές έκστασης ότι βρίσκεται σε κάστρο όπου πολιορκείται από στρατούς, θρησκείες, ερωτικά πάθη και γλυκές μουσικές. Η σοφία της ζωής και του θανάτου∙ ο πόλεμος που εισέρχεται με κάθε μορφή ανταγωνιστικής διεκδίκησης στις ψυχές και στον λογισμό∙ το κληροδοτούμενο μίσος, η αγριότητα, τα Σόδομα και τα Γόμορρα της ανθρώπινης πορείας∙ η αίσθηση της αθανασίας και ο εξοστρακισμός του πεπερασμένου της ζωής∙ η θεά φύση που δεν κρίνει και δεν επεμβαίνει∙ η γυναίκα-ζωή.

  1. «Επίλογος».

Το κλίμα του ψυχισμού του συγγραφέα μέσα στο οποίο γράφτηκαν τα διηγήματα, εν είδει ιστορίας. Η σύντροφός του εκλαμβάνει τη μέθη της έμπνευσης ως αρρώστια και καλεί ασθενοφόρο. Συνάμα αφήνεται αιχμή προς όλους εκείνους που πιστεύουν ότι τα γεννήματα μιας εμπνευσμένης ψυχής μπορούν να ερμηνευτούν με τυπικούς κανόνες. «Νόμιζες πως θα μ’ αναλύσουν τα μηχανήματα».

  1. «Ο λύκος».

Μια σύγχρονη παραλογή. Με αφηγηματικό ποιητικό λόγο ξεδιπλώνεται η ιστορία ενός έρωτα που δε βρίσκει ανταπόκριση. Ώσπου ο θανάσιμα γητεμένος, ξεστομίζει: «Αφού εγώ δε σ’ έχω, να μην είσαι κανενός!»
 

Κάποιοι δεν ξεχνούν ποτέ – Κριτικές

ΑΓΓΕΛΟΣ ΠΕΤΡΟΥΛΑΚΗΣ

Το διήγημα είναι ίσως το δυσκολότερο άθλημα της πεζογραφίας. Απαιτεί από τον συγγραφέα προσήλωση στο ελάχιστο. Δεν συγχωρεί χαλάρωση, ούτε ανιχνεύσεις στο άπειρο. Αναγκάζει τον συγγραφέα ό,τι έχει να δώσει, να το δώσει σύντομα και πυκνά. Με γραφή συμπυκνωμένη δηλαδή.

Στον χώρο του ελληνικού διηγήματος μπορεί να εντοπίσει κανείς μαργαριτάρια. Γραφές που ξεχωρίζουν για την ευαισθησία τους και για την πρωτοτυπία τής αφήγησης. Γραφές ιδιαίτερα εσωτερικές, που μπορούν και να είναι εξομολογήσεις τού συγγραφέα, καθώς διακατέχεται από τη συνεχή αγωνία να ορίζει τη θέση του μέσα στον χρόνο.

Ένα όμοιο κόσμημα ήρθε, προσφάτως, στα χέρια μου. Πρόκειται για το «Κάποιοι δεν ξεχνούν ποτέ», του Γιάννη Καλπούζου, συγγραφέα του πολυδιαβασμένου «Ιμαρέτ» και άλλων γόνιμων μυθιστορημάτων («Σέρρα», «Ό,τι αγαπάω είναι δικό σου» κ. ά.).

Πρόκειται για επανέκδοση του «Μόνο να τους άγγιζα», δεκαπέντα χρόνια μετά την έκδοση του «Κέδρου» (την οποία και ανακάλυψα κάπου στα πάνω – πάνω ράφια της βιβλιοθήκης), που όμως έχει εμπλουτιστεί «ποικιλοτρόπως» κατά τη σημείωση του συγγραφέα με «ένα νέο διήγημα και μια σύγχρονη παραλογή».

Με συνεπήρε από την πρώτη φράση τού πρώτου διηγήματος, που έχει δώσει τον τίτλο του και στο βιβλίο: «Ήταν έρωτας οδοστρωτήρας». Φανερόν ή κεκαλυμμένο, τον συνάντησα πολλές φορές τον έρωτα στο «Κάποιοι δεν ξεχνούν ποτέ». Και θανατηφόρο επίσης. Όπως συνάντησα την ψυχή του συγγραφέα να ξεγυμνώνεται, έτσι όπως μόνο μέσα από ένα διήγημα μπορεί.

Εσωτερικοί μονόλογοι, χαμηλόφωνες εξομολογήσεις. Ενδοσκοπήσεις που συγκλονίζουν. Ο εξωστρεφής συγγραφέας τού «Σέρρα», πλήρως μεταλλαγμένος, εμφανίζεται σε μια συνεχή καταβύθιση, καθώς αναζητά το στίγμα του σε σχέση με τη ζωή. Ή, καθώς προσπαθεί να αναπλάσει το σημαντικό σε τίποτα και το αντίστροφο. «Γιατί το σημαντικό πολλές φορές κρύβεται μέσα στο ασήμαντο» (Ο Φιλ). Γιατί η ζωή, από μόνη της, είναι άπειρα σημαντική, έστω κι αν εκφράζεται από την περιέργεια ενός απατημένου συζύγου, ν’ αναγνωρίσει ένα πρόσωπο που πολλά χρόνια πριν υπήρξε εραστής τής συζύγου του («Γιατί υπάρχουν δόκανα που τα σέρνεις απάνω σου κι ας μην το ξέρεις. Σ’ έχουν δαγκωμένο, μα, για όσο τα ξεχνάς, δε σε πονάνε. Όμως αλίμονο αν τα θυμηθείς. Σε σφάζουν δυο και τρεις και δεκατρείς φορές. Σε μακελεύουν» (Κακές συνήθειες).

Σε όλα τα διηγήματα της συλλογής, κυρίαρχο στοιχείο είναι ο στοχασμός. Ο εσωτερικός μονόλογος. Η αντιμετώπιση του εαυτού και το μέτρημά του σε σχέση με τον κόσμο, σε σχέση με την αφηγηματική τού πόνου: «Να τιμάς την οδύνη των άλλων, μα και τη δική σου…Ποιο είναι το κατάλληλο ένδυμα για να υποδεχτείς το δάκρυ; Να σταθείς απέναντι στην ψυχή του άλλου; (Μόνο να τους άγγιζα).

Ο Γιάννης Καλπούζος μάς παραθέτει έναν κόσμο ψυχογραφημάτων χωρίς ομπρέλα. Όλα είναι γυμνά: Ψυχή, αισθήσεις, σκέψεις, διαλογισμοί. Όλα είναι στην αρχή τού πλανητικού τους κόσμου. «Νόμιζα ότι θα πολτοποιήσω τη θλίψη μου. Ωστόσο αυτή έσταζε κι άπλωνε. Σκουριά στο χιόνι» (Αυξομειώσεις).

Επέλεξα να διαβάζω ένα διήγημα τη μέρα. Επέλεξα μια ανάγνωση εντελώς σχολαστική, με πισωγυρίσματα κι επαναλήψεις. Συνάντησα έναν άλλο Καλπούζο. Που ήθελε να μιλήσει σε μια γλώσσα καταδική του, μια γλώσσα με προσωπικούς κώδικες και σιωπές λαλίστατες. Συλλογίστηκα πως αυτά που διάβαζα μήπως ήταν αυτά που ήθελε πάντα να γράφει, σαν αντίλογο στις μεγάλες ιστορίες που μέχρι τώρα μάς έδινε.

Οι συγγραφείς, σκέφτομαι, έχουν περισσότερες από μια προσωπικότητες. Πώς αλλιώς θα μπορούσαν να επιβιώσουν στο εργαστήρι τους κυνηγώντας τις λέξεις; Πώς αλλιώς θα μπορούσαν να γεννούν πρόσωπα, να μεταπλάθουν τη ζωή; Και, αναρωτιέμαι μήπως κάποιες φορές γράφουν και στα περιθώρια των σελίδων που έχουν ολοκληρώσει. Αν αυτό συμβαίνει – υποθέτω – είναι γιατί από τον κύριο κορμό των μυθοπλασιών, αποσπούν εκείνα τα σημάδια που οδηγούν τον αναγνώστη στις πιο δικές τους ώρες. Δύσκολες οι δημόσιες εξομολογήσεις.

«Έκλαιγες. Κρυβόσουν κι έκλαιγες. Για να μη σε δω. Μα πώς; Αφού σε κρατούσα μέσα μου. Έκλαιγες κι ούτε σκέφτηκες ότι έβρεχε την ώρα που με βρήκες. Λησμόνησες πως οι κεραυνοί έρχονται με τη βροχή, σηκώνουν μέσα μου πυρετό και με στέλνουν να μαζέψω το μέλι των γκρεμών. Ξέχασες ότι έτσι γράφονται τα διηγήματα»(Επίλογος).

Η τελευταία φράση έκρυβε την απάντηση που γύρευα διαβάζοντας τα όντως αριστοτεχνικά διηγήματα του Γιάννη Καλπούζου. Από τις πιο ερωτικές εξομολογήσεις που πασχίζουν να κρυφτούν σε λέξεις αδιάφορες. Ένας ψίθυρος που θέλει να συναντήσει μια υπερήφανη στάση πόνου.

Οι ανατροπές, οι συμβολισμοί, το φαντασιακό, το παράλογο (που εμφανίζεται ξεκάθαρα στο τελευταίο κείμενο, ποιητικό, μια εκδοχή παραλογής που κινείται μετά εξασύλλαβου και εικοσασύλλαβου στίχου), το ανείπωτο.

Ο Γιάννης Καλπούζος κατέθεσε μια γενναία άποψη για ένα δύσκολο είδος γραφής, σμιλεύοντας μια έκφραση απόλυτα προσωπική και σαφώς σημαντική.

ΕΛΕΝΗ ΠΛΑΚΙΔΑ

Η ανάγνωση ενός λογοτεχνικού έργου είναι συνδημιουργία – ο συγγραφέας και ο αναγνώστης του. Εγώ ως αναγνώστης και ο συγγραφέας ως συμμέτοχοι σε μία πράξη ενεργή στην οποία με καλεί με όπλα…

Συνέχεια ανάγνωσης ΚΑΠΟΙΟΙ ΔΕΝ ΞΕΧΝΟΥΝ ΠΟΤΕ